Powered By Blogger

Translate

18 Απριλίου 2021

Το τελετουργικό της Φαϊζά - Διήγημα


 

Το τελετουργικό της Φαϊζά 
                                                                                  Διήγημα
 

  

 

Η ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο βιαστική, ξυπόλητη. Κορμοστασιά στητή, παρά τα χρόνια και λεπτή. Γκρίζα μαλλιά, ξέπλεκα ως τους ώμους, μ’ ένα αραχνοΰφαντο λευκό ρούχο πρόχειρα ντυμένη. Έμοιαζε εξαϋλωμένη. Όμορφη κάποτε, ακόμα πάνω της σημάδια της παλιάς γοητείας. Τα μεγάλα της μάτια, τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της, το απαλό άρωμα σαπουνιού που μοσχοβολούσαν τα χέρια της – μια συνήθεια που την είχε από παιδί, να πλένει τα χέρια με πράσινο σαπούνι, να τα σφουγγίζει με βαμβακερή πετσέτα και να τα αλείφει με αμυγδαλέλαιο για να διατηρούνται ενυδατωμένα.

   Φαϊζά, την έλεγαν. Γεννημένη στην Αίγυπτο, στην πόλη Φαγιούμ. Το σπίτι της ήταν δίπλα στο  Μπαχρ Γιούσεφ, το κανάλι που συνδέει τον ποταμό Νείλο με την πόλη Φαγιούμ. Ο πατέρας της δούλευε στο παζάρι, πουλούσε χουρμάδες της ερήμου, γκουάβα και μοσχολέμονο. Εκεί γνώρισε τον άντρα της, τον Ντομένικο. Αρχές του ’60. Ιταλός εκείνος. Συνόδευε τον έμπορο  πατέρα του στην Αίγυπτο από όπου προμηθεύονταν μπαχαρικά, για το μαγαζί τους στη Νάπολη. Πέρασαν από το παζάρι, στάθηκαν στον πάγκο με τους χουρμάδες της ερήμου, σηκώνει τα μάτια ο Ντομένικο, βλέπει τη Φαϊζά. Σηκώνει τα μάτια η Φαϊζά, μικρό κορίτσι τότε, βλέπει τον Ντομένικο. Λίγα χρόνια μεγαλύτερός της, εκείνος. Χαμόγελα, ντροπαλοσύνη, χαμηλωμένα βλέμματα μετά. Και το ίδιο βράδυ κιόλας η πρώτη τους συνάντηση. Η αγάπη τους μετά. Ο έρωτας. Η συνεννόηση στα αγγλικά στην αρχή. Έπειτα η Φαϊζά έμαθε άπταιστα ιταλικά για χάρη του αγαπημένου της και ασπάστηκε τον καθολικισμό. Οι γονείς της έκλαιγαν. Η μάνα της και οι αδελφές της το δέχτηκαν πιο εύκολα. Της δώρισαν μεταξωτά υφάσματα και βαμβακερά μελάγια λαφ -  τα μεγάλα σάλι στη γλώσσα τους που τυλίγουν τους ώμους και τον κορμό. Παντρεύτηκαν στην Νάπολη, στη συνοικία Σάντα Λουτσία και έμειναν εκεί. Βρήκαν σπίτι κοντά στο πατρικό του Ντομένικο, σ’ ένα λιθόστρωτο δρομάκι από αυτά που καταλήγουν στη θάλασσα, με τ’ απλωμένα ρούχα σε σχοινιά στερεωμένα από παράθυρο μέχρι το απέναντι παράθυρο.

Στα μέσα του ’60 γεννιέται η κόρη  τους. Την πεθερά της την έλεγαν Φιορέλα. Έτσι ονομάστηκε και η κόρη τους. Η σινιόρα Φιορέλα ήταν από τις πιο σεβάσμιες σινιόρες στη συνοικία Σάντα Λουτσία. Πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και φεύγοντας έσκυβε ευλαβικά και φιλούσε το χέρι του παπά. Εκτός εκκλησίας, της φιλούσαν το χέρι οι νονοί της τοπικής Καμόρα. Τους είχε προσεγγίσει η ίδια. Όταν άρχισε να μεγαλώνει ο γιος της ο Ντομένικο, -  δεν είχε άλλο παιδί, της είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι στη γέννα -, είχε πάει και είχε συναντήσει τον Μαρτσέλο, μέλος της οργάνωσης της περιοχής. Κλασική Ναπολετάνα η Φιορέλα, γέννημα θρέμμα του ιταλικού νότου, μίλαγε με τη  βαριά προφορά της διαλέκτου της περιοχής της. Του είχε πει:

«Με λένε Φιορέλα και είμαι μάνα. Θα πεις στο αφεντικό σου ότι, αν σκεφτεί να πλησιάσει τον γιο μου, να τον μπλέξει με τις δουλειές σας, θα σκοτώσω πρώτα το παιδί του, ξέρω πού μένει η οικογένεια του, μετά τη μάνα του και μετά τον ίδιο. Θα μείνετε μακριά από τον Ντομένικο. Κι επειδή εκτός από Ναπολετάνα είμαι και μάνα, σας βλέπω πρώτα σαν παιδιά μου και μετά σαν μαφιόζους. Κάθε μήνα θα έχετε από μένα το χαρτζιλίκι σας για τη χάρη που θα μου κάνετε να μην ενοχλείτε την οικογένειά μου. Τον γιο μου τον έχετε ήδη προσεγγίσει μια φορά, το έμαθα, γι’ αυτό ήρθα και σε βρήκα. Και να έρθει ο ίδιος να σας βρει, θα τον διώξετε. Ο άντρας μου έχει εμπορικό κατάστημα με ανατολίτικα μπαχαρικά και αιθέρια έλαια κοντά στην πλατεία Φορτσέλα. Θα μου προσέχετε το παιδί μου και το μαγαζί του άντρα μου. Θα είστε συνεπείς μαζί μου και θα είμαι κι εγώ συνεπής μαζί σας. Όπλο έχω. Φυλαγμένο. Φανείτε καλά παιδιά και μην αναγκάσετε τη γυναίκα που σας βλέπει σαν μάνα να το χρησιμοποιήσει».

Κανείς δεν πείραξε τη σινιόρα Φιορέλα και την οικογένειά της. Ο Μαρτσέλο, μετά από εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, την είχε επισκεφτεί κάποια στιγμή στο σπίτι της και της είχε πει: «το αφεντικό, μου είπε να σου πω ότι σε σέβεται και σε εκτιμάει. Και ότι δεν θέλει τα χρήματά σου. Θα είμαστε μακριά από την οικογένειά σου και χωρίς να μας πληρώνεις». Η απάντηση της σινιόρας Φιορέλα ήταν κοφτή: «σου έχω πει, εκτός από Ναπολετάνα, είμαι και μάνα. Εγώ, θα δίνω αυτά τα χρήματα στην οργάνωσή σας, εσείς θα παίρνετε αυτά τα χρήματα χωρίς αντίρρηση και, εάν δεν τα θέλετε, θα τα δίνετε σε φτωχές οικογένειες. Στη Νάπολη έχουμε μπόλικες. Οι περισσότερες για την Καμόρα δουλεύουν, το ξέρετε. Θα μπορούσα να τα δίνω απευθείας εγώ, αλλά εάν τα δίνετε εσείς θα έχετε την ευκαιρία, έστω για λίγα λεπτά, να γίνεστε καλοί άνθρωποι. Συμβουλή, μάνας».

Στην κηδεία της, λίγα χρόνια αργότερα, παπάδες και μαφιόζοι έσκυβαν και προσκυνούσαν το φέρετρό της. Είχε πεθάνει από έμφραγμα. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε και ο άντρας της, ο πεθερός της Φαϊζά και το μαγαζί με τα μπαχαρικά έμεινε στον Ντομένικο. 

Η Φαϊζά, με τα χρόνια, είχε γίνει Αιγύπτια και Ιταλίδα μαζί. Ένα κράμα μισιρλούς και βέρας Ναπολετάνας. Ερωτική, λάγνα, δουλευταρού, συνεισέφερε οικονομικά στην οικογένεια κρατώντας σπίτι και μαγαζί όταν ο Ντομένικο έλειπε μέρες σε επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό. Αγαπούσε πολύ τη μουσική, άκουγε την αγαπημένη της Αιγύπτια τραγουδίστρια Ούμ Καλσούμ με το ίδιο πάθος που άκουγε και την Ιταλίδα σοπράνο Ρενάτα Τεμπάλντι. Πιστή στον έρωτα που είχε νοιώσει κορίτσι τότε, για τον άντρα της. Δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Τον λάτρευε. Κάθε δέκα χρόνια επετείου του γάμου τους ήταν μια ιδιαίτερη ημέρα γι’ αυτήν• ακολουθούσε ένα δικό της τελετουργικό που το τηρούσε με ευλάβεια: ξαναντυνόταν νύφη με το νυφικό που είχε φορέσει στον γάμο της, έδινε και στον Ντομένικο να φορέσει το γαμπριάτικο κοστούμι του, ετοίμαζε εορταστικό γεύμα και πίνοντας λευκό κρασί επαναλάμβανε συγκινημένη στον άντρα της και εκείνος σε αυτήν τους όρκους αγάπης που είχαν δώσει την ημέρα που παντρεύτηκαν, ότι θα είναι για πάντα μαζί, για πάντα αγαπημένοι, στη χαρά και στη λύπη. 

Το νυφικό της το είχε φυλαγμένο προσεχτικά στο μπαούλο, μαζί με όλα τα νυφικά στολίδια. Αν και καθολικός ο γάμος που έκανε, καθώς είχε ήδη ασπαστεί τον καθολικισμό, εντούτοις στην εκκλησία είχε πάει ντυμένη νύφη της Αιγύπτου, με τις ευχές και τις ευλογίες της σινιόρας Φιορέλα. Η γαμήλια φορεσιά της ήταν ένα λευκό μεταξένιο εκπληκτικό φόρεμα κληρονομημένο από τη μητέρα της που και εκείνη με τη σειρά της το είχε κληρονομήσει από τη δική της μητέρα, ραμμένο από μια σπουδαία ράφτρα της Ανατολής και φυλαγμένο προσεχτικά για τις επόμενες νύφες της οικογένειας. Ήταν ένα από τα πιο παλαιά έθιμα της Αιγύπτου να θεωρείται τιμή για τις νεαρές Αιγύπτιες να κληρονομούν το νυφικό των προγόνων τους και να φέρονται σε αυτό με σεβασμό και ευγένεια• να το φυλάσσουν σύμφωνα με τις συμβουλές των γηραιότερων γυναικών τυλιγμένο σε λευκό βαμβακερό ύφασμα, σε χώρο καθαρό από υγρασία και οσμές. Η μητέρα τής Φαϊζά, παρόλο που η κόρη της θα παντρευόταν Ιταλό σε καθολική εκκλησία, της έδωσε τη χαρά να κληρονομήσει το νυφικό της γιαγιάς. 

Μακρύ ως το πάτωμα το νυφικό, εφαρμοστό στο σώμα, κλειστό ως το λαιμό, με μακριά μανίκια, σχεδιασμένο με τη θρησκευτική φιλοσοφία της πατρίδας της Φαϊζά που θέλει, η εσωτερική ομορφιά της γυναίκας, να μεταφέρεται προς τα έξω μ’ ένα φόρεμα που την υποδηλώνει, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να φαίνονται γυμνά κάποια σημεία του σώματος• που θέλει, η θηλυκότητα να διαγράφεται στην επιβλητική στητή κορμοστασιά, τη λευκή, σύμβολο αθωότητας και καθαρότητας της νύφης. Το γαμήλιο αυτό φόρεμα, όπως τα περισσότερα κληρονομημένα γαμήλια φορέματα της Αιγύπτου, ήταν ένα έργο τέχνης, ένα ακριβό ύφασμα κεντημένο και διακοσμημένο στο χέρι με χρυσά νήματα, ανατολίτικα μοτίβα, πέτρες και δαντελένιες κορδέλες. Συμπληρωνόταν με το hijab, το πέπλο των μουσουλμάνων γυναικών που τυλίγεται στο κεφάλι, καλύπτει μέτωπο, μαλλιά και λαιμό, και πέφτει ανάλαφρα στους ώμους. Μεταξένιο και αυτό, με χειροποίητα κεντήματα και στολισμένο με αληθινές λευκές πέρλες. Στο γάμο της η Φαϊζά είχε συμπεριλάβει στο γαμήλιο τραπέζι ακόμα και το εορταστικό plov - το αρωματικό πιλάφι που συνοδεύει στην πατρίδα της το γεύμα των νεόνυμφων και των καλεσμένων. Συγχρόνως, είχε ακολουθήσει και το θρησκευτικό έθιμο των χριστιανών, για χάρη του Ντομένικο• είχε φτιάξει μόνη της τις μπομπονιέρες με τούλι και σατέν κορδέλα, βάζοντας σε κάθε μπομπονιέρα μονό αριθμό κουφέτων, συμβολικά ότι, όπως ένας μονός αριθμός δεν μπορεί ποτέ να διαιρεθεί, έτσι και το ζευγάρι δεν μπορεί κανείς να το χωρίσει.

Ο Ντομένικο γελούσε με όλα αυτά, με την επιθυμία της να γιορτάζουν κάθε δέκα χρόνια την επέτειο του γάμου τους ντυμένοι με τα γαμπριάτικα ρούχα τους, αλλά δεν της χαλούσε το χατίρι. Φορούσε κι αυτός το κοστούμι που είχε βάλει στην εκκλησία, μεταποιημένο σε Ναπολετάνο ράφτη γιατί με τα χρόνια τον στένευε, καθόταν δίπλα της στο τραπέζι, έτρωγαν το αρωματικό plov που έφτιαχνε με μεγάλη επιτυχία η Φαϊζά, έπιναν λευκό κρασί και επαναλάμβαναν τους όρκους αγάπης. Και μετά χόρευαν. Οι δυο τους. Στη σάλα. Με το νυφικό της Αιγύπτου η  Φαϊζά, με τις ναπολετάνικες καντσονέτες στο πικ απ, με την κόρη τους τη Φιορέλα να τους κοιτάζει χαμογελαστή και κάθε φορά κατά μία δεκαετία μεγαλύτερη: μικρό κοριτσάκι την πρώτη φορά, φοιτήτρια κατόπιν, μητέρα δίδυμων αγοριών στη συνέχεια, έπειτα χωρισμένη, έπειτα συμβιβασμένη με το κενό μέσα της και απορημένη πώς μπόρεσαν οι γονείς της και πορεύτηκαν τόσα χρόνια μαζί, χωρίς ποτέ να ανταλλάξουν  μια πικρή κουβέντα…

 

Σήμερα, ήταν η επέτειος των εξήντα χρόνων γάμου τους. Η Φαϊζά μπήκε βιαστικά στην κρεβατοκάμαρα για να αρχίσει  να ετοιμάζει το τελετουργικό της• να ανοίξει το μπαούλο, να βγάλει το νυφικό και το hijab, να τα αερίσει, να πάει στην κουζίνα, να ετοιμάσει το plov. Είχε μόλις βγει από το μπάνιο• είχε πλυθεί με χειροποίητο σαπούνι και είχε αλείψει τα χέρια της με ενυδατική κρέμα. Γοητευτική ακόμα κοντά στα ογδόντα, η κορμοστασιά της χωρίς περιττό βάρος• στην προηγούμενη επέτειο του γάμου της, εβδομήντα χρόνων τότε, το νυφικό τής έκανε μια χαρά.

Κοίταξε το ρολόι. Κόντευε μεσημέρι, σκεφτόταν ότι έπρεπε να βιαστεί, ο Ντομένικο όπου να ‘ναι θα επέστρεφε από τη βόλτα κι έπρεπε και αυτός να ετοιμαστεί. Το μαγαζί με τα ανατολίτικα μπαχαρικά το είχε κλείσει όταν συμπλήρωσε τα συντάξιμα χρόνια. Η κόρη τους η Φιορέλα είχε σπουδάσει φιλόλογος και δίδασκε σε γυμνάσιο της Νάπολης. Δεν ήθελε να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ούτε ο σύζυγός της ενδιαφερόταν για το εμπόριο• εκείνος ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά έτσι κι αλλιώς αυτοί οι δύο κάποια στιγμή χώρισαν. Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση των παιδιών τους ο άντρας της ζήτησε διαζύγιο, της είπε ότι είχε γνωρίσει μια άλλη γυναίκα και ήθελε να ζήσει μαζί της. Δεν ασχολήθηκε περισσότερο μαζί του η Φιορέλα, πήρε τα δίδυμα αγοράκια κι έφυγε, μετακόμισε στη γειτονιά των γονιών της για να της κρατάνε τα παιδιά όταν αυτή θα ήταν στο σχολείο. Δεν ήταν εύκολη η ζωή της. Ο πρώην σύζυγός της, που συμμετείχε οικονομικά στα έξοδα των παιδιών και μετά τον χωρισμό, λίγο μετά τον δεύτερο γάμο του πέθανε από σοβαρή πνευμονία, καθώς είχε ήδη επιβαρυμένους πνεύμονες• η Φιορέλα έκτοτε επωμίστηκε μόνη την ανατροφή και συντήρηση των παιδιών, κι επιπλέον είχε να φροντίζει και τους γονείς της όταν με τα χρόνια άρχισαν να παρουσιάζουν και οι δύο προβλήματα υγείας.

 

Η Φαϊζά έβγαλε το νυφικό από το μπαούλο. Το τύλιγε μ’ ένα λευκό βαμβακερό ύφασμα, για να διατηρείται σε καλή κατάσταση, όπως την είχε συμβουλέψει η μητέρα της. Έφερε το μετάξι στα χείλη της. Το μύρισε. Μοσχοβολούσε… Το έσφιξε στα χέρια της, ακούμπησε το μάγουλό της στο ακριβό ύφασμα κι έκλεισε τα μάτια. Ήσαν όλα εκεί, μέσα στα κλειστά της μάτια• ο Νείλος, η γενέτειρα πόλη της Φαγιούμ, οι αδελφές της, οι γονείς της, το παζάρι, οι χουρμάδες της ερήμου, η γκουάβα, το μοσχολέμονο, οι μυρωδιές της Ανατολής, το βλέμμα του Ιταλού της… Ο έρωτας, η Νάπολη, ο Βεζούβιος απέναντι,  τα λιθόστρωτα σοκάκια, οι δυνατές φωνές των Ναπολετάνων, οι έντονες χειρονομίες τους, η λυρική φωνή του Ενρίκο Καρούζο στην άρια Una Furtiva Lagrima από την όπερα Το Ελιξίριο του Έρωτα, που της αφιέρωνε ο Ντομένικο. Χάιδεψε το ύφασμα με τρυφερότητα.

Άφησε το νυφικό πάνω στο κρεβάτι κι έβγαλε το ρούχο που φορούσε. Πήρε το νυφικό και το φόρεσε προσεχτικά. Το κορμί της με τα χρόνια είχε αδυνατίσει κι άλλο. Τα μπράτσα της ήσαν πολύ λεπτά. Σχεδόν το νυφικό σε αρκετά σημεία δεν εφάρμοζε στο σώμα, έδειχνε μεγαλύτερο. Ήταν ξυπόλητη. Περπάτησε σιγά στο δωμάτιο. Άκουσε το θρόισμα του μεταξιού. Κοίταξε στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Είδε τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα μάζεψε πρόχειρα μ’ ένα λαστιχάκι και πήρε από το μπαούλο το λευκό πέπλο με τις πέρλες, το νυφικό της hijab. Το έβαλε στο κεφάλι της. Τα χέρια της πονούσαν από τα αρθριτικά, δεν μπορούσε να τα σηκώσει ψηλά για να το τυλίξει καλά. Προσπάθησε. Πόναγε. Ξανακοίταξε στον καθρέφτη. Το hijab είχε τυλιχτεί κάπως πρόχειρα γύρω από τα μαλλιά και τον λαιμό αλλά δεν μπορούσε να το σάξει καλύτερα. Έριξε πάλι μια ματιά στο ρολόι . Έπρεπε να βιαστεί. Είχε να ετοιμάσει και το φαγητό, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφε ο Ντομένικο.

«Μαμά;»

Γύρισε ξαφνιασμένη προς την πόρτα. Η Φιορέλα στεκόταν στο άνοιγμα και την κοίταζε.

Η Φαϊζά την κοίταξε με απορία. «Ποια είσαι;» τη ρώτησε.

Η Φιορέλα την πλησίασε αργά και την αγκάλιασε. Της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο, το σκεπασμένο με το hijab.

«Η κορούλα σου, είμαι, μαμά μου. Η Φιορέλα…»

Η Φαϊζά κοίταζε την Φιορέλα με απορία, σαν να έβλεπε μια ξένη γυναίκα.

«Έλα να φορέσουμε τις παντόφλες, μαμά μου», της είπε η Φιορέλα. «Μην περπατάς ξυπόλητη, θα κρυώσεις».

Η Φιορέλα έβαλε με τρυφερότητα τη μητέρα της να καθίσει στο κρεβάτι. Έπειτα έσκυψε στα πόδια της και τη βοήθησε να φορέσει τις παντόφλες. Τα ποδαράκια της ήσαν αδυνατισμένα. Τα χάιδεψε. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε με αγάπη.

«Πεινάς, μαμά μου;» τη ρώτησε.

Η Φαϊζά εξακολουθούσε να την κοιτάζει απορημένη.

«Περιμένω τον άντρα μου», είπε μετά, «τον Ντομένικο. Έχει βγει να κάνει μια βόλτα. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει να γιορτάσουμε την επέτειο του γάμου μας. Πρέπει να πάω στην κουζίνα, να ετοιμάσω το plov…»

Η Φιορέλα, καθισμένη ακόμα χάμω, στα πόδια της μητέρας της, εξακολουθούσε να την κοιτάζει με λατρεία.

«Δεν θα έρθει ο μπαμπάς μας, μανούλα μου…», της είπε με τρυφερότητα.

 

Το Αλτσχάιμερ είχε παρουσιαστεί στην Φαϊζά σχετικά νωρίς, είχε πει ο γιατρός που έκανε τη διάγνωση. Πριν δέκα σχεδόν χρόνια, σε ηλικία εβδομήντα χρόνων, η Φαϊζά παρουσίασε τα πρώτα συμπτώματα, λίγους μήνες μετά τον ξαφνικό θάνατο του Ντομένικο• από έμφραγμα κι αυτός, όπως η μητέρα του, η σινιόρα Φιορέλα. Η Φαϊζά έκτοτε άρχισε σιγά – σιγά να ξεχνάει πολλά και βασικά πράγματα• ότι πέθανε ο άντρας της, ότι έχει μια κόρη, δυο εγγονούς, ότι η πόλη έξω από το σπίτι της ήταν η Νάπολη και πολλά άλλα. Θυμόταν μόνο τον γάμο της, το νυφικό της και το ότι κάθε δέκα χρόνια ήθελε να γιορτάζει την επέτειο του γάμου της ντυμένη νύφη της Αιγύπτου. Αναπολούσε, επίσης, την Φαγιούμ. Προφανώς, παρόλη την ασθένειά της, τη γενέτειρα πόλη της τη θυμόταν καλά.

«Μα, τι είναι αυτό το Αλτσχάιμερ, γιατρέ;» είχε ρωτήσει στενοχωρημένη η Φιορέλα τον γιατρό που εξέτασε τη μητέρα της. «Γιατί εμένα δεν με θυμάται; Η κόρη της, είμαι. Δεν θα έπρεπε, εμένα τουλάχιστον, να με έχει στη μνήμη της; Είναι δυνατόν; Έχει ξεχάσει ακόμα και ότι έχει πεθάνει ο πατέρας μου, αλλά τον  ίδιο, ως σύζυγό της και ως φυσιογνωμία, τον θυμάται πεντακάθαρα. Παίρνει τη φωτογραφία του από το κομοδίνο, την κοιτάζει και την ακούω να λέει: ‘πόσο όμορφος είσαι, Ντομένικο’…»

«Το Αλτσχάιμερ είναι απώλεια μνήμης, κυρία», της είχε απαντήσει ο γιατρός. «Είναι η συνηθέστερη αιτία άνοιας. Τα εγκεφαλικά κύτταρα εκφυλίζονται και πεθαίνουν, πυροδοτώντας μια σταθερή επιδείνωση της μνήμης και της νοητικής λειτουργίας. Δεν πρόκειται για απλή λησμοσύνη. Όσο η νόσος εξελίσσεται η απώλεια μνήμης επιδεινώνεται. Σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου ο άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει ακόμη και σημαντικές πληροφορίες για τον εαυτό του και τα αγαπημένα του πρόσωπα». [1]

«Ναι, αλλά, γιατρέ, η μητέρα μου έχει επιλεκτική απώλεια μνήμης. Απώλεσε τη μνήμη της για μένα, το παιδί της, απώλεσε τη μνήμη της για τον θάνατο του πατέρα μου, αλλά θυμάται με καταπληκτικές λεπτομέρειες την ημέρα του γάμου της, τι φορούσε, τι έφαγε, τι τραγούδια άκουγε. Εάν επιχειρήσω να δώσω μια κάποια εξήγηση και πω ότι επέλεξε να κρατήσει στη μνήμη της μονάχα αυτά που την ευχαριστούν, δηλαδή τον γάμο της με τον πατέρα μου, τότε θα πρέπει να δεχτώ ότι μέσα σε αυτά τα ευχάριστα που επέλεξε να θυμάται, δυστυχώς δεν υπάρχω εγώ, η κόρη της. Με πονάει αυτό, ξέρετε, γιατρέ…»

«Αυτή είναι μια εξήγηση που δεν έχει επιστημονική βάση», της απάντησε ο γιατρός. «Είναι μια πρόχειρη και εύκολη ανάλυση, που σας φορτώνει με ανοχές παρά σας ανακουφίζει. Και, εάν το προχωρήσουμε πιο πέρα και σας πω ότι, η μητέρα σας επέλεξε ασυνείδητα να κρατήσει στη μνήμη της ένα ρομαντικό κοριτσίστικο πεδίο, ένα ροζ συννεφάκι που της προσφέρει την παιδιάστικη χαρά και την ψευδαίσθηση ότι κάποτε είχε ζήσει ένα παραμύθι; Ότι, και πάλι ασυνείδητα, επέλεξε να μη θυμάται την ενήλικη ζωή της, αυτή με τα προβλήματα και τον πόνο που ένοιωσε με τον θάνατο του πατέρα σας; Ναι, είστε το παιδί της, αλλά ίσως η ίδια μέσα της, ακόμα κι όταν σας γέννησε, να εξακολουθούσε να ζει στις όχθες του Νείλου σαν μια κοπελίτσα που χαίρεται τον έρωτά της με τον γαλάζιο πρίγκιπα, και το γεγονός ότι έγινε μάνα να της προσέθεσε κάποιες ευθύνες που ως κοπελίτσα δεν τις άντεχε. Ναι, θυμάται τον γάμο με τον πατέρα σας αλλά δεν θυμάται τον θάνατό του, τον έχει βγάλει από την μνήμη της• το γεγονός αυτό, ως τραγικό, επέλεξε να το απολέσει, ίσως γιατί θεώρησε ότι, αν το ξεχάσει, θα πονάει λιγότερο ή καθόλου.

»Μην εμπλέκεστε, κυρία Φιορέλα, με βαθιές αναλύσεις και εξηγήσεις για τέτοιους είδους ψυχικές και νευρολογικές ασθένειες• ακόμα και η ψυχιατρική επιστήμη φτάνει μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Από εκεί κι έπειτα τα μονοπάτια εξερεύνησης των λειτουργιών του ανθρωπίνου εγκεφάλου είναι άγνωστα. Ίσως να πρέπει κι εσείς, μέσα από τον πόνο τού να μη σας αναγνωρίζει η ίδια σας η μάνα, να πρέπει να μεγαλώσετε κι άλλο κι από κόρη της να γίνεται μητέρα της και να τη φροντίσετε, χωρίς να περιμένετε τίποτα από αυτήν• ούτε καν την αναγνώριση».

«Γιατρέ, αυτά που μου λέτε, εκτός από ιατρικά, μου ακούγονται και κάπως φιλοσοφικά…»

«Φιλοσοφία είναι η ιατρική, σινιόρα Φιορέλα. Κάποια κύτταρα του εγκεφάλου της μητέρας σας της δίνουν την εντολή να φορέσει το νεανικό νυφικό της και να νοιώσει τη χαρά της νύφης, τη στιγμή που κάποια άλλα κύτταρα που θα έπρεπε να της δώσουν την εντολή να πάει δυο λουλούδια στον τάφο του πατέρα σας, δεν υπάρχουν πια• επισήμως, θεωρούνται απολεσθέντα. Και που η ιατρική δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πώς και γιατί εκφυλίστηκαν και χάθηκαν».

 

«Έφτιαξα εγώ plov, μανούλα μου», είπε η Φιορέλα στη Φαϊζά και τη βοήθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με τις παντόφλες η Φαϊζά και το μεταξωτό νυφικό της, το hijab ριγμένο πρόχειρο στα μαλλιά, ακολούθησε την κόρη της στην τραπεζαρία, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναίκα που την κρατάει από το χέρι είναι κόρη της. Η Φιορέλα την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα και εκείνη κάθισε δίπλα της, όπως θα έκανε ο πατέρας της. Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο και υπήρχαν δυο πιάτα με plov και δυο ποτήρια με λευκό κρασί. Η Φιορέλα άρχισε αργά – αργά να ταΐζει τη μητέρα της στο στόμα, σαν να ταΐζει τη μικρή της κορούλα. Της έδωσε να πιει και λίγο κρασί. Η Φαϊζά, μετά από μερικές κουταλιές plov και λίγο κρασί, άρχισε να κοιτάζει την Φιορέλα με ζεστασιά, τα μάτια της έλαμπαν. Η Φιορέλα έπιανε το αδύνατο γεροντίστικο χεράκι της μητέρας της και το φιλούσε.

«Θέλεις να βάλω μουσική;» τη ρώτησε, αφού είδε ότι η μητέρα της είχε φάει αρκετά.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της η Φαϊζά, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο.

Η Φιορέλα σηκώθηκε και πήγε στο σκρίνιο. Ακόμα υπήρχε εκεί το παλιό κασετόφωνο του πατέρα της και στο συρτάρι οι κασέτες με τη μουσική που άρεσε στους γονείς της. Βρήκε την κασέτα με τον Ενρίκο Καρούζο στην άρια Una Furtiva Lagrima, από την όπερα Το Ελιξίριο του Έρωτα. Άνοιξε τον ήχο και πλησίασε τη μητέρα της.

«Ο μπαμπάς, θα σε σήκωνε και θα χορεύατε… Θες να χορέψουμε οι δυο μας;» της είπε τρυφερά.

Η Φαϊζά σηκώθηκε από την καρέκλα της. Άνοιξε τα χέρια της κι αγκάλιασε την κόρη της - που δεν θυμόταν ότι είναι η κόρη της. Η Φιορέλα την έσφιξε απαλά πάνω της κι άρχισαν να λικνίζονται αργά σ’ ένα ήσυχο μπλουζ, με την υπέροχη λυρική φωνή του Καρούζο. Το νυφικό της Φαϊζά σερνόταν στο πάτωμα και λαμποκοπούσε το μετάξι του στο φως του μεσημεριού. Το ανατολίτικο λευκό πέπλο την έκανε να μοιάζει με θεά της Αιγύπτου, άχρονη και άυλη. Η Φιορέλα τής χάιδευε τρυφερά την πλάτη με μάτια υγρά από τη συγκίνηση. Πλέον, η Φιορέλα ήταν πενήντα οκτώ χρόνων. Τα δίδυμα αγόρια της είχαν γενέθλια πριν λίγες ημέρες, είχαν κλείσει τα τριάντα. Ήσαν στο Τορίνο και οι δύο, δούλευαν προγραμματιστές υπολογιστών σε εταιρεία βιομηχανικών προϊόντων. Κάπου – κάπου επισκέπτονταν τη μητέρα τους και τη γιαγιά τους στη Νάπολη, αλλά σπάνια, λόγω της δουλειάς τους. Η Φιορέλα ήθελε λίγα ακόμα χρόνια για να βγει στη σύνταξη και εξακολουθούσε να είναι φιλόλογος σε λύκειο της Νάπολης. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, δέκα χρόνια πριν, είχε μετακομίσει και έμενε στο πατρικό μαζί με τη μητέρα της, για συντροφιά και για να τη προσέχει. Είχε έναν σύντροφο εδώ και μερικά χρόνια, αλλά τίποτα το σοβαρό. Χωρισμένος και εκείνος, με παιδιά μεγάλα, απλώς έκανε ο ένας συντροφιά στον άλλον κάποιες ώρες τη βδομάδα και μετά καθένας επέστρεφε στο σπίτι του και στα προβλήματά του. Ήταν επιλογή τους να ζούνε έτσι, έρωτας μεγάλος δεν υπήρχε, μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση μόνο, τίποτ’ άλλο, και ήσαν μαζί περισσότερο με τη δύναμη της συνήθειας.

Είχε δίκιο ο γιατρός. Έτσι απαλά όπως βαστούσε τη μάνα της στα χέρια κατάλαβε ότι αυτή η αδύνατη γερόντισσα δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια κοπελίτσα που είχε χάσει το δρόμο της και από το φόβο της δεν θυμόταν ούτε πού είναι το σπίτι της… Τη λάτρευε! Με ή χωρίς Αλτσχάιμερ, με ή χωρίς να την ακούει να την αποκαλεί «κόρη μου». Όσα και να είχε απολέσει η μνήμη αυτής της γερόντισσας λόγω της ασθένειας, η ζεστασιά που εξέπεμπε ως μάνα δεν είχε χάσει ούτε στάλα από τη δύναμή της. Έξω η γειτονιά της Σάντα Λουτσία είχε θόρυβο από τα παιδιά που έτρεχαν διαολεμένα με τις βέσπες, η ζέστη του Μαΐου ήταν ήδη αισθητή , και μέσα στο πατρικό της σπίτι με τη μάνα της τη Φαϊζά ντυμένη Αιγύπτια νύφη χόρευε απαλά στη μελωδία της άριας από την όπερα ‘Το Ελιξίριο του Έρωτα’, χωρίς να σκέφτεται απολύτως τίποτα. Απλώς, χόρευε. Σαν να μην υπήρχε αύριο…



[1] Πληροφορίες από ιατρική ιστοσελίδα στο διαδίκτυο





Δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2021              στο τεύχος Νο 65  του περιοδικού  
                  «δε|κατα» με θέμα: 

                          «Απώλεια» 

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση. 



25 Δεκεμβρίου 2020

Το ημερολόγιο μιας κρατούμενης - Διήγημα

 

Χειροποίητες κούκλες φτιαγμένες από κρατούμενες των φυλακών Θήβας

                                              Το ημερολόγιο μιας κρατούμενης 
                                                                             Διήγημα


Ημέρα, Παρασκευή.

Μήνας, Μάης.

Ώρα, απογευματινή.

Φέτος.

Το πρωί έφεραν στο κελί τη νέα μου συγκάτοικο. Επιθετική, άγρια, μ’ έβρισε χωρίς λόγο. Ξάπλωσε και κοίταζε το ταβάνι για ώρες. Καμιά τριανταριά χρονώ. Είχε δύσπνοια. Ανάσαινε βαριά. Δεν της μίλαγα, της έδωσα χρόνο να συνηθίσει. Όποια μπαίνει εδώ μέσα, τον πρώτο καιρό, χτυπιέται σαν αγρίμι. Βρίζει όποιον βρεθεί κοντά της. Έτσι γίνεται πάντα. Μετά καλμάρει. Σταματάει την επίθεση και ψάχνει να βρει βαφή να βάψει τα μαλλιά της. Η πιο επικίνδυνη συμπεριφορά στη φυλακή είναι να θεωρείς τη φυλακή σπίτι σου και να ψάχνεις καθρέφτη να κοιταχτείς και να αναρωτιέσαι πιο κραγιόν ταιριάζει με τα ρούχα της έγκλειστης. Το είχα πει αυτό κάποτε σε μια κρατούμενη και μου είχε απαντήσει ατάραχη:

«Κάτι μας είπες τώρα. Και στο σπίτι μου φυλακισμένη ήμουν και στη φυλακή φυλακισμένη είμαι. Η διαφορά ήταν τα χρώματα του κραγιόν που άλλαζα για να μην πλήττω». «Γιατί είσαι εδώ;» την είχα ρωτήσει. «Γιατί έφτυσα κατάμουτρα τον άντρα μου. Γι’ αυτό. Με μείωνε. Δεχόμουν λεκτική και σωματική κακοποίηση. Του άρεσε να μου λέει ότι είμαι μια κανονική πουτάνα. Ότι με πληρώνει και με έχει με τον μήνα, με τα χρόνια. Δεν δούλευα, γι’ αυτό έβγαζε γλώσσα, είχε μεγάλη περιουσία και μου είχε πει ότι δεν χρειαζόταν να λείπω κι εγώ από το σπίτι. Απ’ τα πολλά, κάποια φορά που ξεστόμισε ξανά αυτή την κουβέντα, τον πλησίασα, τον κοίταξα κατάματα και τον έφτυσα. Έγινε κατάχλωμος. Με βάρεσε. Άρχισε να με χτυπάει με δύναμη. Σήκωσα τα χέρια μου να καλυφθώ από τα χτυπήματα. Είχε αγριέψει. Φοβήθηκα. Έτρεξα να πάω σε άλλο δωμάτιο. Με κυνήγησε. Με είχε πιάσει πανικός. Έκανε σαν θηρίο. Πήγα να μπω στο μπάνιο να κλείσω την πόρτα και να την κλειδώσω, αλλά πρόλαβε κι έβαλε το πόδι του στο άνοιγμα. Μπήκε μέσα και με κοπάναγε και μ’ έβριζε πουτάνα. Πάνω στην πάλη μας γλιστράει στα πλακάκια και πέφτει με το κεφάλι πάνω στον μπιντέ. Έμεινε στον τόπο. Είδα το βλέμμα του. Έπεσε ανάσκελα. Το βλέπω ακόμα τις νύχτες. Βλέμμα μισογύνη, γεμάτο φθόνο για τις γυναίκες που δεν μπόρεσε ποτέ να τις αποδεχτεί. Η πλούσια οικογένειά του έβαλε μεγαλοδικηγόρους και κατάφεραν να πείσουν το δικαστήριο ότι είχα πρόθεση να τον σκοτώσω. Ότι, αφού τον είχα φτύσει ήταν επίθεση, όχι αυτοάμυνα.

»Η αθωότητα και η ενοχή, φιλενάδα, είναι δύο έννοιες που βαδίζουν παράλληλα με την έννοια του χρήματος. Σε κάποια σημεία, όσο κι αυτό δεν εξηγείται στη γεωμετρία, οι παράλληλοι δρόμοι τους τέμνονται και συναντώνται. Αν δεις αυτή τη σκηνή της συνάντησης των τριών με εικόνες, μοιάζει με σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η αθωότητα, η ενοχή και το χρήμα. Η μία έννοια απέναντι στην άλλη. Τραγική σκηνή. Κορυφαία. Η σκηνή της επικράτησης. Της δύναμης. Της εξουσίας. Γίνεται πάλη. Ποτέ κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποια από τις τρεις θα επικρατήσει. Όταν αργότερα οι δρόμοι τους χωρίζονται και πάλι και ξαναγίνονται παράλληλοι, κάποια ή κάποιες από τις έννοιες είναι τραυματισμένες. Ανεπανόρθωτα.

»Στην υπόθεσή μου πάντως εκκρεμεί η έφεση, θα δούμε τι θα γίνει. Ο δικηγόρος μου έχει ελπίδες. Αλλά έτσι κι αλλιώς οι δικηγόροι θα πρέπει να είναι τα μοναδικά πλάσματα στη φύση, ίσως μαζί με τους γιατρούς, που έχουν ακόμα στο λεξιλόγιό τους λέξεις όπως ‘ελπίδα’ και ‘αισιοδοξώ’».

 

Συνέχεια σημερινής ημέρας.

Ώρα, βράδυ.

Η συγκάτοικός μου έκλαιγε πολλή ώρα. Με ενοχλούσε και τη λυπόμουν συγχρόνως. Έκανα να της πιάσω κουβέντα, τη ρώτησα αν θέλει να μιλήσουμε. «Βούλωστο, άσε με ήσυχη», φώναξε και δεν την ξαναενόχλησα. Κοιμήθηκα. Την άκουγα στον ύπνο μου να κλαίει όλη νύχτα.

 

Ημέρα, Κυριακή.

Μήνας, Μάης.

Ώρα, μεσημέρι.

Φέτος.

Πριν λίγο έφυγε από το επισκεπτήριο η αδελφή μου. Έφερε κέικ με φρούτα. Και αλλαξιές. Ήταν αφηρημένη. Μου μίλαγε και σκεφτόταν άλλα, το έβλεπα.

«Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησα. Δεν απάντησε αμέσως και ο διάλογος που ακολούθησε ήταν περίπου ο εξής:

«Τι, για μένα θα μιλάμε τώρα; Ήρθα να σε δω στη φυλακή και αντί να ρωτάω εγώ για σένα, θα ρωτάς εσύ εμένα;»

«Αφού εσύ είσαι η αφηρημένη. Λέγε, τι σκέφτεσαι. Όση ώρα είσαι εδώ το μυαλό σου είναι αλλού. Σε βλέπω».

«Τον άντρα μου».

«Το περίμενα. Να πω ότι δεν το περίμενα; Ναι αλλά, έχετε χωρίσει, πάει αυτός. Τι τον σκέφτεσαι; Τον θέλεις πίσω;»

«Χαζή είσαι; Μετά από αυτά που πέρασα; Όχι, δεν τον θέλω, αλλά…»

«Αλλά, τι».

«Να… Γιατί με εμένα δεν έκανε αυτά που έκανε με την άλλη… Αυτό με τρώει».

«Τι έκανε με την άλλη, δηλαδή;»

«Παιχνίδια… Ερωτικά… Με εμένα έκανε έρωτα τρία λεπτά στα μουγγά, και μετά κοιμόταν».

«Και με την άλλη, τι έκανε; Και πού ξέρεις εσύ τι έκανε με την άλλη;»

«Ξέρω. Τους είδα. Δεν στα έχω πει όλα για να μη σε στενοχωρήσω. Ήταν τότε με το δικαστήριό σου, δεν ήθελα να σε απασχολώ με τα δικά μου. Σου έχω κρύψει κάποια πράγματα».

«Τι μου έχεις κρύψει δηλαδή; Να ανησυχώ;»

«Να μην ανησυχείς, όχι. Απλώς, είχα πάει στο σπίτι εκεινής, της ερωμένης του. Αυτό δεν σου έχω πει. Μπήκα με τα κλειδιά της παραδουλεύτρας της. Πεντακόσια ευρώ μού στοίχισε να πάρω τα κλειδιά για μισή ώρα. Τόσα την χαρτζιλίκωσα για να δεχτεί να μου τα δώσει. Ήταν πολυκατοικία. Μου έδωσε κλειδί και της εισόδου και του διαμερίσματος. Ήξερα πως ο άλλος θα ήταν μέσα, είχα ψάξει το κινητό του και είχα δει το μήνυμα με το ραντεβού. Είναι και ηλίθιοι μερικοί άντρες. Δεν σβήνουν τα μηνύματα που πρέπει να σβηστούν. Μπήκα αθόρυβα. Εκείνοι ήσαν στην κρεβατοκάμαρα. Μου είχε πει η παραδουλεύτρα πού ακριβώς ήταν η κρεβατοκάμαρα και δεν έψαξα. Περπατούσα προσεχτικά, φορούσα παπούτσια κρεπ, αθόρυβα. Πλησίασα στην πόρτα και τους άκουσα. Έβαλα με προσοχή το κεφάλι μου να δω. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Δυσκολεύομαι να σου περιγράψω τη σκηνή που αντίκρισα…»

«Λέγε».

«Το δωμάτιο ήταν στρωμένο με μοκέτα. Τα παράθυρα ήταν κλειστά και ήταν αναμμένα δυο αμπαζούρ. Εκείνος ήταν πεσμένος στο πάτωμα στα τέσσερα. Γυμνός. Η άλλη στεκόταν όρθια μπροστά μου, γυμνή κι αυτή και πετούσε στη μοκέτα χαρτονομίσματα.

»‘Θες λεφτά, μωρό μου;’ έλεγε με πάθος. ‘Θέλω να σε βλέπω να μπουσουλάς με το πρόστυχό σώμα σου και να τα μαζεύεις ένα – ένα…’ Έριχνε το ένα χαρτονόμισμα μετά το άλλο και εκείνος μπουσούλαγε και τα μάζευε. ‘Ώστε θες να σε πληρώνω για το πήδημα που κάνουμε, έ; Θα σε πληρώνω μωρό μου, αλλά θα σκύβεις γυμνός και θα μαζεύεις τα φράγκα μου από το πάτωμα. Θα ‘χεις όσα θέλεις. Αλλά μόνο με αυτόν τον τρόπο…’ Κοίταζα για λίγα λεπτά χωρίς να με πάρουν είδηση. Ήταν απορροφημένοι στο παιχνίδι τους. Όταν ο άλλος μάζεψε και το τελευταίο χαρτονόμισμα από τη μοκέτα, γονάτισε κι αυτή στο πάτωμα, τον έριξε ανάσκελα κι άρχισε να του φιλάει το πουλί. Εκείνος βογκούσε. ‘Θα σου δώσω κι άλλα γι’ αυτό το υπέροχο πουλί σου’, του έλεγε. Κάπου εκεί, έκανε αυτή να τραβήξει τα μαλλιά της πίσω και καθώς ανασήκωσε το κεφάλι με είδε. Πετάχτηκε τρομαγμένη. Έβγαλε κραυγή. Ο άλλος γύρισε προς την πόρτα να δει τι συμβαίνει και πάγωσε. ‘Τι θες εσύ εδώ…’ είπε κατάχλωμος. Πλησίασα, πήρα τα χαρτονομίσματα από το χέρι του, ένα μάτσο χαρτονομίσματα πρέπει να σου πω πως ήταν, των διακοσίων ευρώ, άνοιξα την τσάντα μου και τα έβαλα μέσα. Με κοίταζαν σαν χαμένοι. Θα πρέπει να γυάλιζε το μάτι μου γιατί έβλεπα τρόμο στα μάτια τους. Δεν αντέδρασαν. ‘Έχω να πληρώσω την τράπεζα και τα ρέστα που θα μείνουν θα τα βάλω στην άκρη για τα γεράματά μου’, είπα. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Δεν κουνήθηκε κανείς από τους δυο τους, δεν άκουσα τον παραμικρό θόρυβο μέχρι που βγήκα από την πόρτα. Είχαμε συνεννοηθεί με την παραδουλεύτρα να αφήσω τα κλειδιά  σ’ ένα τραπεζάκι στο χολ. Δεν επρόκειτο να ξαναπάει σ’ αυτό το σπίτι έτσι κι αλλιώς, είχε χάσει τη δουλειά της μετά από αυτό που έκανε, το ξέραμε και οι δύο• η άλλη θα καταλάβαινε αμέσως με ποιο κλειδί μπήκα στο σπίτι της, αλλά είχα φροντίσει να τη συστήσω σε μια γειτόνισσά μου και τώρα δουλεύει σ’ αυτήν.

»Είδες, αδελφή μου, πού πάνε τα λεφτά που εμείς δεν έχουμε; Πετιώνται σε μοκέτες για να μπουσουλάνε οι μπούληδες γυμνοί και να τα μαζεύουν. Είδες;»

«Για να καταλάβω, η απορία σου εσένα τώρα είναι γιατί ο μπούλης δεν έκανε μαζί σου αυτά που έκανε με την άλλη; Και θα σου άρεσε, δηλαδή, να τον βλέπεις να σέρνεται γυμνός στο πάτωμα, να μαζεύει χαρτονομίσματα; Να σου πω, μην το προχωράς άλλο, άστο. Κρίμα είναι. Είμαστε δύο αδελφές όλες κι όλες. Δεν έχουμε άλλη. Η μία είναι στη φυλακή και η άλλη με αυτά που λέει κινδυνεύει να βρεθεί σε ψυχιατρείο Κρίμα είναι. Άστο. Μην το συνεχίζεις. Μία από τις δυο μας πρέπει να παραμείνει έξω από ίδρυμα».

«Γιατί είμαι για ψυχιατρείο; Μια χαρά φυσιολογικός άνθρωπος είμαι. Να μου πεις για τον άλλον, μάλιστα, να συμφωνήσω. Εκείνος δηλαδή είναι νορμάλ που ερεθίζεται μαζεύοντας γυμνός χαρτονομίσματα από το πάτωμα; Με μένα υπήρχαν μέρες που δεν μπορούσε να κάνει έρωτα γιατί δεν ερεθιζόταν».

«Είναι αφροδισιακό, αδελφή μου, το χρήμα. Κάποιοι έχουν στύση κανονική μαζί του. Τι απορίες είναι αυτές που έχεις στη ηλικία σου; Εμένα το χρήμα με έστειλε στη φυλακή, ξέχασες; Ακάλυπτες επιταγές. Εμπόριο. Το μαγαζί μου με τα ρούχα δέκα χρόνια συνεπέστατο ήταν με την εφορία, μία φορά δεν μπόρεσα να καλύψω επιταγές κι ο νόμος καύλωσε. Του σηκώθηκε. Δεν είδε χρήμα και αντέδρασε σαν νταβατζής που η πουτάνα τού κρύβει χαρτονομίσματα. Με πήδησε. Με τιμώρησε. Βιασμός είναι αυτός. Έτσι το εκλαμβάνω εγώ. Για μερικές χιλιάδες ευρώ».

«Δεν βλέπω την ώρα να βγεις από δω μέσα. Τον άλλο μήνα θα έχω το ποσό για την αποφυλάκιση και θα γυρίσεις στο σπίτι. Κάνε λίγη υπομονή ακόμα».

«Κι εσύ σταμάτα να σκέφτεσαι τον μπούλη και τη μοκέτα. Είσαι τρελή, πάντως. Μπήκες σε ξένο σπίτι σαν τον κλέφτη».

«Ο κλέφτης, αδελφή μου, είναι υποκειμενική έννοια. Εμένα με ληστεύουν οι τράπεζες που έχουν επιτόκιο μεγαλύτερο από τους τοκογλύφους. Μπροστά στις τράπεζες, εγώ που μπήκα κρυφά στο σπίτι μιας ανώμαλης που πετάει χαρτονομίσματα στη μοκέτα για να τα μαζέψει ένας γυμνός κακόμοιρος παντρεμένος, φαντάζω αστεία υπόθεση…»

 

 

Ημέρα, Σάββατο.

Μήνας, Ιούνιος.

Ώρα, βραδινή.

Φέτος.

Η συγκάτοικός μου κοιμάται. Είναι ήσυχη. Τα είπε και ξελάφρωσε. Σταμάτησε να βρίζει κι άρχισε να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Κακό, βέβαια, αυτό. Διότι έκανε τη φυλακή σπίτι της. Συνήθισε το κελί. Αισθάνεται οικεία εδώ μέσα.

«Πού ‘σαι», μου είπε πριν μέρες. «Ηλικιωμένη γυναίκα και της έκαναν έξωση. Να το ξαναπώ: ηλικιωμένη γυναίκα. Δεν τη σεβάστηκαν καθόλου. Ο πατέρας της το ’40 ήταν αντάρτης, μετά βρήκε δουλειά στο Πέραμα. Η μάνα της ήταν παραδουλεύτρα. Κακουχίες πολλές η οικογένειά της, τους έχασε τους γονείς της νωρίς. Έμεινε μόνη. Αδέλφια δεν είχε. Οι συγγενείς την είχαν κάνει πέρα, για τα πολιτικά. Δεν ανακατευόντουσαν με τα Κόμματα γιατί δεν θέλανε μπλεξίματα με την αστυνομία, της είχαν πει. Μεγάλωσε μόνη της, δούλεψε μόνη της, πήγαινε στην εκκλησία μόνη της, έκανε τον σταυρό της μόνη της. Έναν αρραβώνα είχε κάνει, δεν τα βρήκαν τελικά, ο άλλος ήθελε να πάνε στο χωριό για να είναι κοντά στους γονείς του, εκείνη ήθελε να μείνει στην Κοκκινιά για να είναι κοντά στους τάφους των γονιών της. Πήγαινε κάθε Σάββατο και άναβε το καντήλι τους. Τον χαλάσανε τον αρραβώνα, χώρισαν. Δεν ξανάκανε σχέση, έμεινε ανύπαντρη. Είχε βρει δουλειά σ’ ένα μεγάλο μαγαζί με γυναικεία ρούχα, στον Πειραιά, πωλήτρια. Είχε πάει από κοπέλα εκεί κι έμεινε μέχρι που το μαγαζί έκλεισε πριν χρόνια, με την οικονομική κρίση. Τα αφεντικά την αγαπούσαν. Έφευγαν για δουλειές και την άφηναν μόνη. Είχε το εμπόρευμα στην ευθύνη της, το ταμείο, τα πάντα. Τα κουμαντάριζε σαν να ήταν αυτή το αφεντικό. Πήγαινε νωρίς το πρωί και καθάριζε ράφια, πατώματα, τζάμια. Ακούραστη, φιλότιμη. Έπλενε τα χέρια της μετά, έβαζε κρέμα για να είναι περιποιημένα όταν θα έπιανε τα ρούχα και καθόταν πίσω από τον πάγκο της, σαν στρατιώτης στο καθήκον.

»Μπαίνουμε στη δεκαετία της ύφεσης. Οικονομικά τα πράματα δυσκολεύουν. Τα αφεντικά στενοχωρημένα της κάνουν πρόταση να εργάζεται λιγότερες ώρες και να αμείβεται λιγότερο. Εκείνη δεν θέλησε να μειώσει τις ώρες εργασίας της. Εξακολουθούσε να απασχολείται οκτάωρο και αμειβόταν για έξι. Όσο πέρναγε ο καιρός η ύφεση μεγάλωνε. Μαγαζιά στον Πειραιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο, χρεοκοπίες, αυτοκτονίες. Κάπου εκεί, το ένα αφεντικό έπαθε την καρδιά του, σταμάτησε το εμπόριο κι έμεινε στο σπίτι, ο συνέταιρός του δεν άντεξε να κρατήσει για πολύ το μαγαζί μόνος του και το έκλεισε. Εκείνη έψαξε για δουλειά αλλού, γύρισε όλο τον Πειραιά και τα περίχωρα, δεν βρήκε τίποτα. Ήταν μεγάλη πια στην ηλικία και δεν την ήθελαν. Πήρε μειωμένη σύνταξη κι επιπλέον ξεκινούσε τα χαράματα από την Κοκκινιά με το πρώτο πρωινό λεωφορείο και πήγαινε στο Κερατσίνι στην ιχθυόσκαλα κι έπλενε πάγκους. Στην Κοκκινιά την είχα γειτόνισσα. Έτσι την ξέρω. Ήταν τρία χρόνια που είχα έρθει από το χωριό και δούλευα σ’ ένα τυροπιτάδικο στον Πειραιά. Είχα βρει ένα φθηνό σπίτι ακριβώς απέναντι από το δικό της. Εκείνη έμενε σ’ ένα ισόγειο δυάρι κι από πάνω ήταν άλλος ένας όροφος που έμεναν οι ιδιοκτήτες. Άνοιγε το παράθυρο και την έβλεπα να βγάζει στο περβάζι βασιλικό. Όλα αυτά που ξέρω για τη ζωή της τα έμαθα από τη σπιτονοικοκυρά μου που ήξερε τα πάντα για όποιον έμενε σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων. Δυστυχώς, κάποια στιγμή άρχισε να χρωστάει ενοίκια. Είχα ακούσει ότι χρωστούσε αρκετά. Αυτό της δημιούργησε προβλήματα με τους ιδιοκτήτες, ένα ιδιότροπο ζευγάρι. Της έπιανα κουβέντα πού και πού αλλά την έβλεπα απόμακρη και δεν επέμενα. Ευγενική όμως, έσκυβε το κεφάλι της και, μ’ ένα χαμόγελο που δεν το ολοκλήρωνε, το άφηνε μισό, απομακρυνόταν. Δεν ξέρω πόσο χρονώ ήταν αλλά με όλα αυτά που είχε περάσει είμαι σίγουρη ότι έδειχνε μεγαλύτερη από την ηλικία της.

»Ήταν μια μέρα που δεν είχα πάει στο τυροπιτάδικο γιατί είχα πυρετό. Είχα φτιάξει ένα τσάι και το έπινα ζεστό. Ακούω έξω φασαρία. Τραβάω την κουρτίνα, κοιτάω. Βλέπω απέναντι στο σπίτι της κάποιους να μεταφέρουν έπιπλα. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Νόμιζα ότι η ηλικιωμένη γυναίκα μετακομίζει. Αλλά δεν ήταν αυτό. Τελικά την έδιωχναν οι ιδιοκτήτες και είχε έρθει επιμελητής με εργάτες και της έβγαζαν τα πράγματα στο δρόμο. Την είδα να κλαίει. Εκεί, γύρισε το μάτι μου ανάποδα. Άφησα το φλιτζάνι που κρατούσα και βγήκα έξω με τον πυρετό. Φορούσα τη νυχτικιά μου κι από πάνω μια ζακέτα. Και παντόφλες. Ούτε παπούτσια δεν φόρεσα.

»‘Γιατί τη διώχνεις, ρε, τη γυναίκα;’ φωνάζω στον κουστουμαρισμένο επιμελητή. ‘Είναι μεγάλη, δεν έχει κανέναν, πού θα πάει; Στο δρόμο θα μείνει;’ ‘Κάνε στην άκρη, κυρά μου!’ μου απαντάει εκείνος. Πλησιάζω έναν εργάτη που κρατούσε μια καρέκλα και την πήγαινε σ’ ένα φορτηγάκι παρκαρισμένο πιο κει. Τα πόδια της καρέκλας ήταν φθαρμένα και η ταπετσαρία στις γωνίες σχισμένη. Πιάνω την καρέκλα με θυμό και τη σφίγγω στα χέρια μου. Ο εργάτης την κρατούσε με δύναμη. Τη σφίγγω περισσότερο και την τραβάω να του την πάρω. Η γυναίκα έξω στην πόρτα του σπιτιού έκλαιγε συνέχεια. ‘Ας ‘τους, κορίτσι μου’, έλεγε με αναφιλητά. Η καρέκλα ήταν στα χέρια και των δυο μας. Την τραβούσαμε και οι δύο, καθένας προς το μέρος του. Δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη κάποια στιγμή και την αρπάζω με ορμή και του την παίρνω. Εκείνος ήταν ένας αδύνατος μικρόσωμος άνθρωπος, αξύριστος, μου θύμιζε τους παπατζήδες που έβλεπα στα στενά του Πειραιά. Με κοίταζε άγρια. ‘Δώσε την καρέκλα, μωρή!’ μου λέει. Με το μωρή, και καθώς κρατούσα ακόμα την καρέκλα, άρχισα να την κοπανάω πάνω του. Είχα πυρετό, οι παντόφλες από τα πόδια μου είχαν βγει, πατούσα ξυπόλητη στο δρόμο και παρόλα αυτά βαρούσα την καρέκλα πάνω του με μανία. Ο βλάκας δεν απομακρυνόταν. Αφού με έβλεπε, είχα σαλτάρει, δεν έφευγε από κοντά μου. Προσπαθούσε να μου πάρει την καρέκλα και γω τον χτυπούσα με αυτήν. Δεν ήρθε κανείς να με σταματήσει. Ίσως φοβόντουσαν, δεν ξέρω. Άκουγα φωνές γύρω μου, ‘σταμάτα, τι κάνεις, άσε τον άνθρωπο να κάνει τη δουλειά του’, αλλά ήταν σαν να ακούω μια βουή.

»Το θέμα ήταν ότι, κάθε φορά που τον χτυπούσα με την καρέκλα αισθανόμουν ότι βάραγα κι έναν διαφορετικό άνθρωπο από αυτούς που με είχαν βασανίσει στη ζωή μου. Αισθανόμουν ότι χτυπάω τη δασκάλα που με είχε τιμωρήσει επειδή αντέγραψα σ’ ένα διαγώνισμα, χωρίς καν να μπει στον κόπο να με ρωτήσει γιατί δεν διάβασα, για να μου έδινε την ευκαιρία να της απαντήσω ότι στο σπίτι μας δεν είχαμε θέρμανση και το προηγούμενο βράδυ που είχε χιονίσει κρύωνα πολύ, έτρεμα, πώς να διαβάσω. Η μάνα μου με είχε στην αγκαλιά της για να ζεσταθώ αλλά έτρεμε κι αυτή, και πατέρα δεν είχα, και άλλα πολλά να της έλεγα. Χτυπούσα κι έναν πρόστυχο στο τυροπιτάδικο, φορτηγατζή, που ερχόταν κάθε τόσο να πάρει τυρόπιτα και καφέ και μου έλεγε ότι θέλει να με πηδήσει μέσα στο φορτηγό, όπως πηδάει αυτές που του κάνουν ωτοστόπ στην εθνική, όταν πηγαίνει στο εξωτερικό. Πέρασαν πολλοί από μπροστά μου. Ποιους να πρωτοαναφέρω… Όλη η στερημένη ζωή μου περνούσε από τα μάτια μου και δώστου και κοπάναγα την καρέκλα πάνω στον υπάλληλο που ήρθε να βγάλει δυο σαράβαλα επιπλάκια μιας φτωχής ηλικιωμένης στο δρόμο. Μέχρι που εκείνος έπεσε χάμω. Ούτε τότε σταμάτησα να τον βαράω. Εντέλει, κάποιος ήρθε και με σταμάτησε. Με πήγαν στο Αστυνομικό Τμήμα με πυρετό και με τη νυχτικιά. Στη συνέχεια με μετέφεραν στο νοσοκομείο γιατί στο Τμήμα έχασα τις αισθήσεις μου. Ψηνόμουν στον πυρετό τρεις μέρες. Καθόταν αστυνομικός έξω από τον θάλαμο συνέχεια.

»Έμαθα πως εκείνη την ηλικιωμένη την πήγαν σε κάποιο ίδρυμα φιλοξενίας αστέγων. Η μάνα μου ήρθε από το χωριό για να είναι κοντά μου στη δίκη και μένει ακόμα στο σπίτι στην Κοκκινιά. Ο άλλος, για καλή μου και καλή του τύχη, δεν πέθανε. Είχε αιμάτωμα στο κεφάλι και άλλα τραύματα στο σώμα, αλλά έζησε. Καταδικάστηκα για πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης από πρόθεση. Ο δικηγόρος είπε ότι τον άλλο μήνα αποφυλακίζομαι. Ηλικιωμένη γυναίκα, ρε συ, και την πετάγανε στο δρόμο. Ανάλγητοι άνθρωποι. Ούτε σκυλί δεν πετάς. Μόνο κάτι αρουραίους έβλεπα να τους κυνηγούν με στειλιάρια στην Πάτρα, για να τους βγάλουν έξω από τα σπίτια. Τους αρουραίους, το καταλαβαίνω να τους πετάς έξω από το σπίτι. Τους ανθρώπους, όμως; Που δεν έχουν πού να πάνε; Ηλικιωμένους; Πού είναι η πρόνοια, πού είναι το κράτος και πού το κράτος πρόνοιας;

»Το χρήμα, φιλενάδα, έχει τη δύναμη να πετάει στο δρόμο ψυχές. Είναι Νονός, το χρήμα. Καμόρα. Είναι τόσο βουτηγμένο στη διαφθορά που για να εξασφαλιστεί η προστασία του το φυλάνε σε τράπεζες με τα ίδια μέτρα ασφαλείας που φυλάνε οι μπράβοι τα αφεντικά τους στις παρακρατικές εγκληματικές οργανώσεις…»

 

Ημέρα, Τετάρτη.

Μήνας, Ιούλιος.

Ώρα, μεσημεριανή.

Φέτος.

Πρώτη μέρα αποφυλάκισης. Μετά τη φασαρία και τις φωνές της φυλακής η ησυχία του σπιτιού είναι θεραπεία. Είναι ιαματικό νερό που πέφτει πάνω σε κόκκαλα με ρευματισμούς. Τράβηξα την κουρτίνα, κοίταξα έξω. Τα λουλούδια στο μπαλκόνι, όλους αυτούς τους μήνες, τα πότιζε η αδελφή μου. Ο ιβίσκος είχε βγάλει τέσσερα τεράστια πανέμορφα πορτοκαλί άνθη. Τα βασιλικά ήταν καταπράσινα. Η λεβάντα, το δενδρολίβανο, οι ελιές, όλα εκεί. Το μπαλκόνι μου είναι ο κήπος μου. Ο άντρας μου έσβηνε τα τσιγάρα του στο χώμα τους. Έβρισκα γόπες φυτεμένες στις γλάστρες και του έκανα παράπονα. Τα βαριόταν τα λουλούδια, βαριόταν κι εμένα. Ένας χρόνος που μ’ έχει εγκαταλείψει, ένας χρόνος που τα λουλουδάκια μου ανασαίνουν σε χώμα που δεν έχει γόπες. Του τηλεφώνησε η αδελφή μου όταν μπήκα φυλακή και τον ενημέρωσε. «Είπα ότι ίσως θέλεις να το ξέρεις», του είπε. «Ας πρόσεχε», της απάντησε και το ‘'κλεισε.

Τον πρώτο καιρό της σχέσης μας του είχα πει ότι ο πατέρας μου στο γάμο μου θα μου έδινε λίρες, όπως είχε δώσει και στην αδελφή μου όταν παντρεύτηκε. Το είπα αθώα, πιο πολύ επειδή καμάρωνα που ο αγαπημένος μου πατέρας φύλαγε χρυσές λίρες για δώρο στους γάμους των παιδιών του.

«Πόσες;» είχε ρωτήσει.

«Πολλές», του είχα πει. «Νομίζω πως είναι δύο χιλιάδες λίρες Αγγλίας». Έμεινε για λίγο αμίλητος και μετά είπε: «Έχουμε μιλήσει για γάμο και σου έχω πει ότι είναι στα σχέδιά μου. Σου έχω πει επίσης ότι έχω επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης. Αν μπορέσω να αγοράσω φορτηγό ψυγείο σκοπεύω να συνεργαστώ με μια μεγάλη βιομηχανία γάλακτος. Θα είμαι εξωτερικός συνεργάτης, θα μεταφέρω γάλατα σε όλα τα σούπερ μάρκετ της Αττικής. Την Κυριακή πάμε στους γονείς σου; Θα σε ζητήσω επίσημα σε γάμο».

Δεν ήταν κάνα τρελός έρωτας, αλλά δεν έδωσα σημασία. Παντρέψου τον, σκέφτηκα, και θα αγαπήσεις τα παιδιά που θα κάνεις μαζί του. Το πρώτο πράμα που είπε την Κυριακή στους γονείς μου ήταν, «τι ωραίο που είναι το κατσικάκι σας! Μακάρι να ξέρει και η κόρη σας να μαγειρεύει τόσο νόστιμα!» Το δεύτερο πράμα ήταν, «τις λίρες που μου έχει πει η κόρη σας ότι θα της δώσετε, τις θέλουμε πριν τον γάμο». Ξέρω ότι εκείνη τη στιγμή τού πατέρα μου του ανέβηκε η πίεση. Γνωρίζω το χρώμα του προσώπου του και πότε αλλάζει απόχρωση ανάλογα με αυτά που νοιώθει, καλύτερα από όλους τους γιατρούς του κόσμου. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και ξανά ‘ρθε κρατώντας ένα πάνινο σακούλι. Μαξιλαροθήκη ήταν, που μέσα είχε τις λίρες. Τις αδειάζει αμίλητος πάνω στο τραπέζι, δίπλα στην πιατέλα με τα αποφάγια από το κατσίκι. Το χρυσάφι έλαμψε. «Δυο χιλιάδες λίρες Αγγλίας», λέει στον μέλλοντα γαμπρό. «Να τις μετρήσουμε», λέει ο μέλλων γαμπρός. Η μάνα μου σηκώθηκε αμίλητη να πάει να φτιάξει καφέδες. Μετά από πολλή ώρα και πολλές ντάνες με λίρες στο τραπέζι, ο μέλλων γαμπρός λέει, «λείπει μια λίρα, έτσι δεν είναι;» Πράγματι, έλειπε μία. Οι λίρες ξαναμετρήθηκαν δύο φορές. Στο σπίτι για ώρα δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο εκείνος ο χαρακτηριστικός ήχος από χρυσές λίρες όταν η μία πέφτει πάνω στην άλλη.

Έγινε ο γάμος, ο πατέρας μου αγόρασε από την τράπεζα μια ολόχρυση λίρα για να συμπληρώσει εκείνη που έλειπε, ο γαμπρός πήρε κι άλλη προίκα, πήρε το φορτηγό ψυγείο, συνεργάστηκε με την γαλακτοβιομηχανία, παιδιά δυστυχώς δεν ήρθαν, προβλήματα στις ωοθήκες είπαν οι γιατροί, άνοιξα τη μπουτίκ με τα ρούχα, στην αρχή πήγαινε καλά, μετά το φορτηγό εκείνου άρχισε να μην έχει δουλειές γιατί η γαλακτοβιομηχανία αγόρασε δικά της φορτηγά και σταμάτησε τους εξωτερικούς συνεργάτες, και βέβαια όπου σταματάει να ρέει το χρήμα σταματάει να ρέει και η αγάπη. Δυστυχώς. Κι αυτό, επειδή εμείς οι άνθρωποι είμαστε κωλόπαιδα. Επειδή, την ευτυχία την έχουμε συνυφασμένη με την οικονομική ευμάρεια. Επειδή, ουσιαστικά, δεν αγαπάμε το χρήμα, οπότε το κακομεταχειριζόμαστε• ή το σπαταλάμε σαν παλιόχαρτο ή το καταχωνιάζουμε σε μπαούλα σαν παιδί που γεννήθηκε άρρωστο κι εμείς ψυχασθενείς κι αμόρφωτοι το κρύβουμε στο κοτέτσι για να μην το δει η γειτονιά.

Έκοψα επιταγές από το μπλοκ της μπουτίκ κι έδωσα στον άντρα μου. Είχε χρέη. Είχε αρχίσει να παίζει χαρτιά. Άλλη κακοποίηση της ύλης, αυτή. Αισχρή κακοποίηση. Το χρήμα, στα χέρια τζογαδόρων, είναι πρέζα στα χέρια εθισμένων. Βγήκαν ακάλυπτες οι επιταγές, βέβαια. Έγινε κατάσχεση στο χρεωμένο φορτηγό, ο άντρας μου το ‘βαλε στα πόδια σαν ποντικός που πηδάει πρώτος από το καράβι που βουλιάζει, εγώ μπήκα φυλακή κι όταν εκείνος το ‘μαθε είπε στην αδελφή μου: «ας πρόσεχε». Τέλος πάντων… Από βδομάδα ξανανοίγω την μπουτίκ. Θα κάνω μια προσπάθεια ακόμα. Άμα πάει καλά, έχει καλώς. Άμα δεν πάει, έχω τα βασιλικά μου.

Πρώτη ημέρα αποφυλάκισης, σήμερα… Όταν άρχισε να σουρουπώνει άνοιξα το πορτατίφ και κάθισα στον καναπέ. Το χέρι μου μύριζε δυόσμο από πριν που τον χάιδεψα. Πήρα να διαβάσω τον αγαπημένο Παπαδιαμάντη. «Tὰ Πτερόεντα δῶρα». Ένας άγγελος κατεβαίνει στη Γη να δώσει δώρα στους ανθρώπους• το αστέρι της συνείδησης, την αύρα της ψυχής και τη ζωή της καρδιάς. Απογοητεύεται όμως από τις πράξεις των ανθρώπων και παίρνει τα θεία δώρα κι επιστρέφει στους ουρανούς.

Το διήγημα ξεκινάει έτσι:

«Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως».

Και τελειώνει έτσι:

«Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας».

 



Δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2020              στο τεύχος Νο 64  του περιοδικού  
                  «δε|κατα» με θέμα: 

«Ο Χρόνος είναι Χρήμα είναι Χρέος». 

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση.