Translate

1 Δεκεμβρίου 2019

Les Bassins de Lumières, Bordeaux


Το «Culturespaces», ένας ιδιωτικός φορέας διαχείρισης μνημείων και μουσείων, μετέτρεψε μια βάση υποβρυχίων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Bordeaux της Γαλλίας, στο μεγαλύτερο κέντρο ψηφιακής τέχνης στον κόσμο, το «Bassins de Lumières», όπως ονομάστηκε.

Η συνολική επιφάνεια προβολής των έργων είναι 12.000 τετραγωνικά μέτρα, απαιτώντας έως και 90 βιντεοπροβολείς και 80 ηχεία, προκειμένου να παρουσιαστούν τα εκθέματα.

Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 17 Απριλίου 2020.











23 Νοεμβρίου 2019

Νάσος Βαγενάς, «Πανωραία» - ποίηση

Το εξώφυλλο του βιβλίου έχει τη φωτογραφίας μιας νέας γυναίκας που αν δεν γνωρίζεις κάτι γι’ αυτήν, υποθέτεις ότι είναι από εκείνες τις όμορφες γυναίκες της δεκαετίας του ’30, ντυμένη για κάποιο χορό. Ο Νάσος Βαγενάς θα πει στο εσωτερικό του βιβλίου ότι είναι η Πανωραία, η αδελφή της γιαγιάς του, την ημέρα του γάμου της. 

Η ποιητική αυτή συλλογή κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» το 2016, αλλά μόλις φέτος, το 2019, έπεσε στα χέρια μου. Είχα πάει στον εκδοτικό, το είχα πάρει, το είχα βάλει στην τσάντα μου και επέστρεφα στο σπίτι. Κατέβηκα στο μετρό, πήγα στην αποβάθρα, κάθισα σ’ ένα παγκάκι και περίμενα το τρένο. Στα λίγα λεπτά της αναμονής, έβγαλα το βιβλίο από την τσάντα για να το ξεφυλλίσω και να του ρίξω μια ματιά. Άρχισα να διαβάζω στην τύχη. Τελικά, έμεινα στο παγκάκι αρκετή ώρα. Άφησα και πέρασαν νομίζω τρεις συρμοί και μετά έφυγα. Δεν ήθελα, αλλά και ούτε μπορούσα, να σταματήσω να το διαβάζω. Είναι από τα ποιήματα εκείνα που συντονίζονται με κάποιες πολύ ευαίσθητες εσωτερικές χορδές μου κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι πάρα πολύ κοντά στον ποιητή τους, να τον νιώθω αδελφό μου, να αισθάνομαι ξαφνικά ότι έχω συγγένεια μαζί του. (Αυτό του το είχα πει σε κάποια συνάντησή μας και εκείνος, σαν αγνός ποιητής, χαμογέλασε αμυδρά και χαμήλωσε το κεφάλι…)

Hall Groat II, Shell and Leaf With Pocket Watch



Νάσος Βαγενάς «Πανωραία» - Κέδρος 2016

Τη βλέπω στ’ όνειρό μου κάθε τόσο,
χλωμή, ξερακιανή, αλλοπαρμένη,
με πρόσωπο ένα δίχτυ από ρυτίδες,
να σιδερώνει το φόρεμα του γάμου της.

Καθρέφτη δεν είχε στο σπίτι. Κοιταζόταν
στο τζάμι μιας παλιάς φωτογραφίας της.




Claude Oscar Monet, Pioppi in Autunno


«Βροχή που πέφτει στο μάρμαρο πεθαίνει»,
είπε, Σάββατο των Ψυχών, στα Μνήματα,
αγγίζοντας το γιασεμί που είχε ανθίσει
δίπλα απ’ την πλάκα του Τσαταλμπασίδη.


Θυμάμαι το παχύ χαλί με τον ελέφαντα
-με τρόμαζε, δεν το πατούσα.
Το τύλιξε και το ‘δωσε στον γύφτο
για ένα φθηνό κιλίμι, ριγωτό.






Johannes Grenness, Woman Holding a Portrait


Μιλούσαν για φορέματα και χρώματα
κι ας φορούσαν όλες μαύρα
(στη θράκα  καίγονταν μανταρινόφλουδες,
έξω τα είχε σκεπάσει όλα το χιόνι).

Της Αργυρώς της άρεσε το πράσινο.
Της Κορνηλίας το μαβί.
Πορτοκαλί η Ευτέρπη.

                              «Εσύ;»,

«Εγώ…», σαν να ξύπνησε, «εγώ…
το χρώμα που έχει η νύχτα το πρωί».



Gustav Klimt
 Italian Garden Landscape illuminates the room



Νερά του Αγγίτη. Λαμπερή Πρωτομαγιά
στην εξοχή. Να πιάσουμε τον Μάη.
Στεφάνια, παπαρούνες στα μαλλιά.
Γύρω χορεύαν, τραγουδούσαν, όπως πέρσι
-λύρες ποντιακές κι ακορντεόν.
Τρυγόνια φτερουγίζαν χαμηλά.
Η αρκούδα με το ντέφι.

Ακίνητη καθόταν κάτω από τον πλάτανο
Σαν αίγα μαύρη, ολόμαυρη,
Μασώντας το σκοτάδι.





Sir Edward Burne-Jones, Woman's head
(detail from a sketchbook)


Μπορούσα να αισθανθώ τι αισθανόταν
Από τον τρόπο που μου κράταγε το χέρι.
Σφιχτά τις πιο πολλές φορές. Μα όταν περνούσαμε
απ’ το Μνημείο με τα πολλά ονόματα
μου το κρατούσε ακόμα πιο σφιχτά.


Ζακέτα μαύρη, με ασημί κουμπιά, σφικτόπλεκτη,
(δώρο της Αργυρώς στον αρραβώνα της),
με τρύπα στο πλευρό από ξιφολόγχη
τη μέρα της σφαγής (Σεπτέμβρης του ’41).

Τη φόραγε αμαντάριστη κι έξω από το σπίτι.





Odilon Redon, Sailing Boat with Two Passengers
(La Barque)

«Αυτά που πέρασαν γυρνούν σαν κύμα.
Εσύ πότε έμαθες να κολυμπάς;»,
με ρώτησε όταν επιστρέφοντας απ’ την Καβάλα
είπα πως είδα τη θάλασσα για πρώτη φορά.

Βλέποντας ένα πούπουλο να κατεβαίνει
από τον ουρανό, καθώς ξημέρωνε,
«από πουλί είναι», είπε, «μην ευφραίνεστε,
Σάββατο δεν δουλεύουν οι άγγελοι».

Κάργες κατέβαιναν στον κήπο όταν σκοτείνιαζε.
Εκείνη ανάμεσά τους με ησύχαζε
ταΐζοντας τες μουσκεμένο ψωμί.
«Μαύρες τις λένε γιατί δεν ξέρουν
τι χρώμα έχει το μέσα τους».





Odilon Redon, Bouquet of flowers in a blue vase


Φυσούσε ασταμάτητα όλη μέρα
-ο αέρας έπαιρνε δέντρα κι υπόστεγα-
βροχή κατακλυσμός, ποτάμια οι δρόμοι,
κι ακούγονταν πως κάποιοι είχαν πνιγεί.

Εκείνη, καθισμένη στο παράθυρο,
Ατάραχη, κεντούσε σιγοτραγουδώντας
σ’ ένα παλιό λινό τραπεζομάντηλο
γαρύφαλα, ανεμώνες, πασχαλιές.









Pierre Auguste Renoir, Landscape by the Seine
The Argenteuil Bridge


Και η γιαγιά μου η Ασημένια, που ήταν πάντα
μ’ ένα τεφτέρι στο χέρι λογαριάζοντας,
δεν άντεξε: «Συμμαζέψου! Μη σπαταλάς!
Δεκάρα δεν θα σε μείνει για το Πάσχα».
                                                 Εκείνη αγρίεψε:
«Μόνο οι γέροι θυμούνται το μέλλον!».
Έπειτα προς το μέρος μου, γαλήνια:
«Αυτό γραφ’ το στον τάφο μου».






                 Νάσος Βαγενάς «Πανωραία» - εκδόσεις Κέδρος, 2016


Ο Νάσος Βαγενάς (Δράμα, 8 Μαρτίου 1945), γιος του μεταφραστή Αχιλλέα Βαγενά και της Μάρθας Ιωακειμίδου, είναι Έλληνας ποιητής της Γενιάς του ’70, δοκιμιογράφος, κριτικός, μεταφραστής και πανεπιστημιακός. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιταλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, Συγκριτική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Essex και στο Cambridge, King’s College. Υπήρξε Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.

Το 1980 του απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Μελέτης για το βιβλίο του Ο ποιητής και ο χορευτής, το οποίο αποποιείται.
Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Μελέτης το 1995 για το βιβλίο του Η Ειρωνική γλώσσα: Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία και με το Κρατικό Βραβείο ποίησης το 2005 για την ποιητική συλλογή Στέφανος, ενώ το 2009 του απονεμήθηκε το Μακεδονικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του.
Έχει λάβει επίσης το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Circe Sabaudia για τη συλλογή του Σκοτεινές μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Attiglio Bertolucci για το συνολικό ποιητικό του έργο, όπως και το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Branko Radicevic. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες, στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ολλανδικά, στα ισπανικά, στα ρουμανικά κτλ.
Το 2013 βραβεύθηκε «για το σύνολο του δοκιμιακού του έργου», από την Ακαδημία Αθηνών.

Giuseppe Pellizza da Volpedo, Tramonto

6 Νοεμβρίου 2019

Καρότσι οικοδομών

 


Η μάνα μου έχει πεθάνει έξι χρόνια. Τρία χρόνια ήταν σε τάφο, τρία στα αδιάλυτα. Προχθές, πήγα μ’ ένα μπουκάλι κρασί κι ένα οινόπνευμα, γιατί είχε έρθει η ώρα να τη βγάλουν από τα αδιάλυτα, να καθαριστούν τα κόκκαλα με το κρασί και το οινόπνευμα, να μείνουν κάνα 10ήμερο στον ήλιο να στεγνώσουν, και μετά να τα βάλουν σε κασελάκι και κατόπιν στο οστεοφυλάκιο, κοντά στα οστά του πατέρα μου. Μια μέρα πριν πάω στο κοιμητήριο είχε ρίξει εκείνη τη δυνατή μπόρα. Τα μάρμαρα στα μνήματα ήταν μούσκεμα. Κάτι η υγρασία του καιρού, κάτι το ρίγος του νεκροταφείου, ένιωθα σαν χαμένη εκεί μέσα κι ας έχω πάει ένα σωρό φορές.

Βρήκα ένα μέρος με ήλιο και πήγα και στάθηκα. Παρόλα αυτά, αναριγούσα ολόκληρη. Εντωμεταξύ, οι δύο υπάλληλοι του κοιμητηρίου που κάνουν την άχαρη δουλειά της εκταφής, φορώντας γαλότσες και χοντρά πλαστικά γάντια, έφυγαν να πάνε στα αδιάλυτα, στη μάνα μου. Μάλιστα με ρώτησαν αν ήθελα να πάω μαζί τους. Δεν απάντησα, τους κοίταξα αμίλητη και χαμήλωσα το κεφάλι στον ήλιο. Πέρασα κάμποση ώρα ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε σ' εμένα. Εντωμεταξύ, χάζευα τα μνήματα.

Πάντα, όταν ερχόμουν στους τάφους των γονιών μου, είχα τη μακάβρια συνήθεια, βαδίζοντας στα μονοπάτια, να κοιτάω τα ονόματα και τις χρονολογίες στους σταυρούς. Στέγνωνε η ψυχή μου. Έβλεπα μικρά και νεαρά παιδιά και ο νους μου πήγαινε αμέσως στη μητέρα τους. Σε κάποιους τάφους παιδιών διάβαζα χαραγμένα σε πέτρινη πλάκα τα λόγια που έλεγε ο παππούς και η γιαγιά στο εγγόνι που ήταν θαμμένο. (Δεν υπάρχει αυτό με τα νεκροταφεία… Παράνοια σκέτη). Προχθές που πήγα για την εκταφή των οστών της μητέρας μου, κοιτώντας από δω κι από κει, η ματιά μου έπεσε στη φωτογραφία μιας νεαρής κοπέλας πάνω στο σταυρό του τάφου της και δίπλα στη φωτογραφία υπήρχε μια μαρμάρινη μικρή πλάκα με χαραγμένα τα τρυφερά λόγια που της έλεγαν τα δύο μικρά της παιδάκια. Τα διάβασα. Μ’ έπιασε ταχυκαρδία. Απομακρύνθηκα και από εκεί. Αλλά όπου και να πήγαινα μ’ έπιανε ρίγος. Απίστευτη η παγωνιά στα κοιμητήρια και σίγουρα όχι μόνο από την πάχνη…

Θυμάμαι κάποια φορά, νομίζω πριν τέσσερα χρόνια που είχα πάει ένα απόγευμα στον τάφο του πατέρα μου, άκουσα ξαφνικά, λίγο πιο πέρα, μια σπαρακτική γυναικεία φωνή, να μοιρολογάει δυνατά, κάτι που έμοιαζε με χορικό άσμα αρχαίας τραγωδίας. Σήκωσα το κεφάλι κι έψαξα με τα μάτια. Καμιά δεκαριά τάφους πιο κει διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα γονατιστή πάνω σ’ ένα μνήμα. Το μοιρολόι της με ανατρίχιαζε. Κάθισα σκυφτή πάνω στον τάφο του πατέρα μου και την άκουγα. Έμοιαζε με ηθοποιό που παίζει στην Επίδαυρο. Μάλιστα, είχε σηκώσει το κεφάλι ψηλά και απευθυνόταν στον ουρανό. Δεν ξεχώριζα τα λόγια, αλλά άκουγα πεντακάθαρα τον σπαραγμό της. Δεν άντεχα.Μετά από λίγη ώρα σταμάτησε. Την είδα να φεύγει σχεδόν τρεκλίζοντας. Άναψα το καντηλάκι του πατέρα μου, του έβαλα και φρέσκα λουλούδια κι έφυγα. Λοξοδρόμησα για να περάσω επίτηδες από το σημείο που ήταν η γυναίκα, για να δω για ποιον μοιρολογούσε. Διάβασα τη χρονολογία. Ήταν ένα παλικάρι 30 χρονώ. Γεμάτο το μάρμαρο του τάφου του με λουλούδια και στην ατμόσφαιρα υπήρχε ακόμα η μυρωδιά από το λιβάνι που είχε ανάψει η γυναίκα που έφυγε τρεκλίζοντας...

Προχθές λοιπόν, (επανέρχομαι στο τώρα), σε κάνα τέταρτο αφότου είχαν πάει οι υπάλληλοι στα αδιάλυτα, τους βλέπω να επιστρέφουν από πέρα. Έρχονταν από τον κεντρικό διάδρομο και ο ένας από αυτούς τσούλαγε ένα καρότσι από αυτά των οικοδομών, σαν κι αυτά των φωτογραφιών που ανάρτησα. Αλλά όχι με παιδάκια μέσα, ούτε με λουλούδια. Εγώ, βέβαια στην αρχή, δεν είχα καταλάβει. Νόμιζα ότι είχαν πάει σε τίποτα οικοδομικές εργασίες του νεκροταφείου και στη μητέρα μου θα πήγαιναν μετά.

«Εντάξει!», ακούω τον έναν να μου φωνάζει από μακριά. «Δεν θα χρειαστεί να την ξαναθάψουμε, εντάξει είναι…»
«Δηλαδή, έλιωσε;» ρώτησα με αγωνία. Είχαν προηγηθεί δύο εκταφές και δύο εκ νέου ταφές, στα λεγόμενα «αδιάλυτα».
«Ναι! Ναι!» είπε εκείνος.
«Και πού είναι τώρα η μάνα μου;» ρώτησα σαν να βρισκόμουν εκεί από άλλον πλανήτη.
«Εδώ!» μου κάνει αυτός με το καρότσι και μου δείχνει με τα μάτια του κάτι σαν καφάσι που ήταν μέσα στο καρότσι, σκεπασμένο με χαρτόνι. Συνειδητοποιώ τότε ακαριαία ότι, μέσα σε εκείνο το καφάσι που ήταν στο καρότσι της οικοδομής, ήταν τα κόκκαλα της μητέρας μου, που ο υπάλληλος τα μετέφερε στο χώρο που βάζουν τα κόκκαλα για να στεγνώσουν. Έστρεψα απότομα το κεφάλι μου από την άλλη για να μη δω. Το έστρεψα δε τόσο απότομα, που παραλίγο να ζαλιστώ. «Μην κοιτάς!», τον ακούω να μου λέει. «Θα τα πάω να τα αφήσω εκεί για να στεγνώσουν κι εσύ έλα σε δέκα μέρες με το κασελάκι, να τα βάλουμε στο οστεοφυλάκιο, δίπλα στον πατέρα σου».

Δεν άντεξα. Με τη σκέψη ότι αυτό που απέμεινε από τη μάνα μου ήσαν μερικά κόκκαλα που χωράνε σ’ ένα καφάσι που το τσουλάει ένα καρότσι οικοδομής, με πιάσανε τα κλάματα. Επιπλέον, κρύωνα πολύ από την υγρασία κι ανατρίχιαζα. Πήγα πιο κει που είχε ήλιο, στάθηκα κι έκλαψα με την ησυχία μου. Όρθια. Και με σκυμμένη την πλάτη. Όσα χρόνια εντέλει κι αν περάσουν, ο πόνος της απώλειας των γονιών είναι πόνος. Καταλαγιάζει μεν με τον καιρό, αλλά δεν τον αποχωρίζεσαι ποτέ. Απλώς, συμφιλιώνεσαι μαζί του.

Αφού ησύχασα λίγο, σκούπισα τα μάτια μου και τα άνοιξα. Το πρώτο πράμα βέβαια που αντίκρισα, τι άλλο θα ήταν; Ένα πανέμορφο λουλουδιασμένο μνήμα. Το μάρμαρο δεν φαινόταν καθόλου. Ήταν γεμάτο με γλάστρες με υπέροχα λουλούδια. Κατά την προσφιλή μου, και πάλι, μακάβρια συνήθεια, πλησίασα κοντά να δω όνομα και χρονολογία. Ήταν μια μικρούλα τεσσάρων ετών. Είδα τη φωτογραφία της. Είχε κάτι τεράστια γελαστά ματάκια και φορούσε ένα ροζ ρουχαλάκι. Ένας αναστεναγμός που υπήρχε ακόμα στην ανάσα μου από το κλάμα, μου κόπηκε απότομα. Ήταν σαν να κάποιος να μου είπε δυνατά και αυστηρά: «Εδώ υπάρχει ένα νεκρό παιδί τεσσάρων χρόνων κι εσύ κλαις τη μάνα σου;»

Είχα την αίσθηση ότι, όσο πέρναγε η ώρα, η υγρασία μεγάλωνε κι άλλο. Ακολούθησα το ηλιόλουστο μονοπάτι, βγήκα στο δρόμο κι έφυγα.

Θα ξαναπάω με το κασελάκι σε δέκα ημέρες, για να τακτοποιήσω τα οστά της μητέρας μου, και μάλιστα θέλω εκεί που θα μπουν να είναι αναπαυτικά. Έτσι, θα της αγοράσω το κασελάκι που είχα πάρει και στον πατέρα μου, με βελούδινη επένδυση. Ήταν κουρασμένος άνθρωπος η μάνα μου. Και οι δύο γονείς μου ήταν κουρασμένοι. Δούλευαν από μικρά παιδιά με συνθήκες εργοστασίων άγριες, με ρουφιάνους που τριγυρνούσαν όλη μέρα από τμήμα σε τμήμα και παρακολουθούσαν τους εργάτες για να καρφώσουν στον προϊστάμενο όποιον μίλαγε με τον διπλανό του και χασομέραγε. Δεν ξέρανε τι θα πει παιχνίδι, τι θα πει εκδρομή. Έτσι, επέλεξα συνειδητά, τουλάχιστον τα κόκκαλά τους να τακτοποιηθούν κάπου αναπαυτικά, παρόλο που είμαι φανατική υποστηρίκτρια του δόγματος «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης…»

Αχ, βρε μάνα… Ό,τι απέμεινε από σένα το είδα να χωράει σ’ ένα καρότσι οικοδομής. Αυτό που έχει μείνει όμως στην ψυχή μου από σένα, δεν το χωράει ο κόσμος όλος. Είναι ένας ουρανός τεράστιος, είναι αυτό το απέραντο που βρίσκεσαι εσύ τώρα. Έχεις καιρό να έρθεις στον ύπνο μου. Σε περιμένω κάθε βράδυ…


27 Οκτωβρίου 2019

"Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα" Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ



Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

12 Μαΐου 2019

Δεύτερη Κυριακή του Μάη, μαμά


Η δεύτερη Κυριακή του Μάη είναι αφιερωμένη σε σας τις μάνες, λένε. Ασ’ τους να λένε, μαμά. Όλες οι Κυριακές και οι καθημερινές δικές σας είναι. Δεν υπάρχει μέρα που να μην σε σκεφτώ, δεν υπάρχει Κυριακή που να μην αναπολήσω τη μυρωδιά από το κυριακάτικο φαγητό σου. Πεντέμισι χρόνια που λείπεις. Ε, και; Σαν χθες μοιάζει… Το πιο σκληρό εντωμεταξύ δεν είναι που ο χρόνος απαλαίνει πράγματι την ένταση του πόνου. Το πιο σκληρό είναι που ο χρόνος σε αναγκάζει να συμφιλιωθείς με τον πόνο, γιατί αλλιώς δεν γίνεται.

Συνεχίζω να γράφω ιστορίες για βιβλία και συνεχίζω να διαπιστώνω ότι, σε όλες τις ιστορίες μου υπάρχεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Θέλω πχ να βάλω την ηρωίδα μου τη Ζερμέν να γράψει στο ημερολόγιό της κάτι στη μητέρα της και όταν ολοκληρώνω την παράγραφο και τη διαβάζω, βλέπω ότι η Ζερμέν ήμουν εγώ και ότι αυτά που τάχα εκείνη έγραψε στη μητέρα της ουσιαστικά εγώ τα έγραψα για σένα. Με ένα μαγικό και καρμικό συγχρόνως τρόπο, οφείλω εντέλει να παραδεχτώ ότι υπήρξες η γυναίκα της ζωής μου, όπως ο μπαμπάς υπήρξε ο άντρας της ζωής μου. Αναντικατάστατοι. Κι οι δυο σας.
Σε φιλώ, η κορούλα σου – Σου αφιερώνω αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο μου που τάχα το γράφει η Ζερμέν για τη μανούλα της αλλά… είπαμε. Αλλά.


Ζωγραφική Kiéra Malone


Σελίδες Ημερολογίου της Ζερμαίν:
Μαμά, είμαι μεγάλη για να σε αναζητάω, αλλά μου λείπεις, μαμά. Μου λείπεις στις χαρές μου και στις στενοχώριες μου, μου λείπεις στις μέρες και στις νύχτες μου, μου λείπεις στα εύκολα, στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα. Μου λείπεις. Σαν μια ιερή φιγούρα που θα σταθεί πλάι μου να με ακούσει να μιλάω, να γελάω, να κλαίω. Να της εξομολογούμαι το βάρος της ψυχής μου. Να οσφραίνομαι τη λεπτή χαρακτηριστική μυρωδιά σαπουνιού της επιδερμίδας και των ρούχων της. Μου λείπεις, μάνα. Όταν δεν ξέρω τι να κάνω, μου λείπεις, όταν όλα μοιάζουν καλά πάλι μου λείπεις, γιατί θα ‘θελα να ήσουν εδώ να σε έβλεπα να κεντάς ήρεμα δίπλα στο παράθυρο. Σε κάθε περίπτωση, μου λείπεις. Κι ας είμαι μάνα τώρα εγώ η ίδια, κι ας πρέπει ως μάνα να έχω όλες τις λύσεις και τις αντοχές. Μαγική η σχέση των ανθρώπων με εσάς τις μάνες, μαμά μου… Εντελώς μαγική. Σχεδόν, μεταφυσική. Ανερμήνευτη. Πάω τώρα να φτιάξω γλυκό, να μοσχοβολήσει το σπίτι «οικογένεια», όπως μοσχοβολούσε το δικό μας όταν έφτιαχνες γλυκό μήλο, εκείνο το Dulse de Mansana


(«Αρχιπέλαγος La Maddalena», Κέδρος 2018)

19 Φεβρουαρίου 2019

Τέσυ Μπάιλα - Η συγγραφέας, η φίλη


Για την αγαπημένη φίλη συγγραφέα, Τέσυ Μπάιλα


Η Τέσυ Μπάιλα εργάζεται στο χώρο της λογοτεχνίας πολλά χρόνια. Και δεν χρησιμοποιώ το ρήμα «εργάζομαι» τυχαία. Είναι εργάτης του λόγου και της γραφής, δουλεύει με μαεστρία στο πεδίο αυτό. Είναι μια συγγραφέας που, όταν δεν αρκείται να γράφει τα δικά της βιβλία, γράφει κείμενα και μελέτες για τα βιβλία των άλλων, τα οποία εντωμεταξύ έχει φροντίσει να τα μελετήσει∙ διότι δεν διαβάζει απλώς η Τέσυ, μελετάει, εμβαθύνει. Συνεργάζεται με λογοτεχνικούς ιστότοπους και εφημερίδες και θεωρώ πως, η γραφή της είναι από τις πιο έγκυρες και σοβαρές τόσο στο πεδίο της παρουσίασης ενός βιβλίου όσο κυρίως στο δύσκολο έργο της κριτικής. Συνομιλεί με πεζογράφους και ποιητές εκμαιεύοντας από αυτούς λόγια και σκέψεις τα οποία φιλοσοφούν γενικότερα τη λογοτεχνία, δεν περιορίζονται στα στενά όρια της συνέντευξης∙ κατά κάποιο τρόπο η Τέσυ  «προσφέρει» στον συνομιλητή της μια λευκή κόλλα χαρτί και η ίδια σιωπά με σεμνότητα ώστε να αφήσει το πεδίο ελεύθερο να εκφραστεί ο λογοτέχνης, στον οποίο έχει θέσει κάποια πολύ ουσιαστικά ερωτήματα.

 «Το Πορτρέτο της Σιωπής», «Το Παραμύθι της Βροχής», «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη», «Ουίσκι Μπλε», «Άγριες Θάλασσες» οι τίτλοι των προηγούμενων μυθιστορημάτων της, και τον Φεβρουάριο του 2019 κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο με τίτλο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές».


Σε αυτό το σημείο, και πριν προχωρήσω στις εντυπώσεις μου για το καινούργιο της βιβλίο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», εκδ. Ψυχογιός 2019, θα ‘θελα να αναφερθώ στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, τις «Άγριες Θάλασσες», εκδ. Ψυχογιός 2016, γιατί το οφείλω στον εαυτό μου, καθώς ήθελα να το έχω κάνει από καιρό. Και θα ξεκινήσω λέγοντας ότι δεν ήταν ένα εύκολο βιβλίο. Το διάβαζα και η συγκίνηση δεν με άφηνε ήσυχη. Το μυθιστόρημα αυτό, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, έχει τη σκληράδα και μαζί την τρυφεράδα της αφήγησης που εκ των πραγμάτων έχουν τα πραγματικά γεγονότα. Και αυτό πονάει. Είναι ντοκουμέντο οι «Άγριες Θάλασσες», είναι μαρτυρία, δεν χαϊδεύει τα αφτιά του αναγνώστη η ιστορία του, βρίσκει την ψυχή του και απευθύνεται σε αυτήν. Αποκλειστικά.

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
«Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Τι απέμεινε από αυτή τη φοβερή αντάρα; Μνήμες και βοές μέσα στον χρόνο αλλά και η ζωή αυτών των ανθρώπων, πλούσια σε ιδανικά, σε όνειρα, σε έρωτες και πάθη. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία.
Μια μυθιστορηματική μαρτυρία για τότε που οι ψυχές ήταν φτιαγμένες από ακριβό μέταλλο∙ τότε που την Ιστορία την έγραφαν οι απλοί άνθρωποι».

Ήρωας του βιβλίου της ο Μιλτιάδης Χούμας, ένας ναυτικός από τη Σάμο, και ηρωίδα του βιβλίου η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι του ναυτικού, με το οποίο ο Χούμας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έσωσε ένα σωρό Έλληνες και Άγγλους, μεταφέροντάς τους με κίνδυνο της ζωής του στη Μέση Ανατολή. Και όταν λέω ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι εύκολο εννοώ πως, το διαβάζεις και οσφραίνεσαι θάλασσα και πελαγίσια αύρα, αισθάνεσαι τη νύχτα και τον αέρα του πελάγους στο κορμί σου, ακούς τον ήχο της «Ευαγγελίστριας» στα δρομολόγια που κάνει πέρα – δώθε στις σωτήριες αποστολές της εν καιρώ πολέμου και κατοχής και ανατριχιάζεις. Δεν πρόκειται για βιβλίο που προσφέρεται για χαλάρωση τις Κυριακές. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με κόπο και έρευνα, η Τέσυ με το ένα χέρι το έγραφε και με το άλλο κρατούσε το αυθεντικό ημερολόγιο του ναυτικού Μιλτιάδη Χούμα και από εκεί αντλούσε το υλικό της. Ένα βιβλίο – ντοκιμαντέρ, εμπνευσμένο από την πολύ πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, από τους πολύ πρόσφατους, ανώνυμους και μη, ήρωες της περιόδου αυτής. Της αξίζουν συγχαρητήρια για το θέμα που επέλεξε και κυρίως που το δύσκολο αυτό θέμα το διεκπεραίωσε με άρτιο τρόπο. 




Στο νέο της μυθιστόρημα, «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», να πω ότι, κατ’ αρχάς στάθηκα για αρκετή ώρα στο εξώφυλλο και το θαύμαζα, σε αυτόν τον υπέροχο πίνακα του αγαπημένου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Κλωντ Μονέ, με τίτλο «The Gorge At Varengeville». Χάρηκα πάρα πολύ που είδα ένα εξώφυλλο βιβλίου να έχει θέμα κάποιον πίνακα ζωγραφικής, γνωρίζοντας ότι τέτοιου είδους καλλιτεχνικές ανησυχίες για εξώφυλλα βιβλίων είναι απαγορευτικές, για καθαρά βέβαια εμπορικούς λόγους. (Any way…) Παρόλα αυτά, σκέφτηκα ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, ότι το συγκεκριμένο εξώφυλλο ενδεχομένως να προϊδεάζει για το περιεχόμενο, άρα να περιμένω από αυτό κάτι καλό, κάτι πολύ καλό. Κάτι που το φωτίζει το φως του ήλιου και το καθιστά καθαρό και εξαϋλωμένο...

Να κάνω μια μικρή παρένθεση εδώ και να πω ότι, διαβάζοντας κάποτε για το ιμπρεσιονιστικό κίνημα στη ζωγραφική και στις τέχνες γενικότερα, πληροφορήθηκα ότι ο όρος αυτός πιθανόν να προήλθε από τη λέξη Impressione που σημαίνει Εντύπωση, και ότι Ιμπρεσιονισμός είναι η τάση των ζωγράφων να αποτυπώνουν στο έργο τους την εντύπωση που προκαλεί το φως πάνω στα αντικείμενα, κυρίως πάνω στη φύση, πώς δηλαδή αναπαριστάται το φως πχ πάνω στα δένδρα και στη θάλασσα, πώς το δυνατό φως του ήλιου καθιστά αχνά τα χρώματα των πραγμάτων, όσο δυνατά και αν αυτά είναι, διότι τίποτα πιο δυνατό από τη δύναμη του φωτός. Έτσι, στους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες υπάρχει ένας «σεβασμός», μια «ταπεινότητα», μια «διακριτικότητα» στις γραμμές και στα χρώματα, δεν συνηθίζονται τα έντονα στοιχεία, καθώς παραμένει πρωταρχικός ο σκοπός να αποτυπωθεί, όσο αυτό μπορεί να είναι εφικτό, το φως αυτό καθεαυτό.


Και βλέπω τον πίνακα του Μονέ, του κατ’ εξοχήν εκπροσώπου του κινήματος του ιμπρεσιονισμού, στο εξώφυλλο του νέου βιβλίου της Τέσυς Μπάιλα και διαβάζω τον τίτλο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», ο οποίος τίτλος «ήχησε» στα αφτιά μου σαν στίχος από μελοποιημένη ποίηση, σαν οι φθόγγοι του να συνοδεύονταν από ακουστική κιθάρα και βιολί, ή ακόμα και από ανατολίτικο σάζι. Και αρχίζω να ξεφυλλίζω το βιβλίο και πριν ξεκινήσει το πρώτο κεφάλαιο βλέπω γραμμένο κάπου στις πρώτες σελίδες τον στίχο του Καζαντζάκη, «Γιατί το φως είναι ένα, αδιαίρετο, κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί, νικάει και νικιέται και μέσα σου», από την «Αναφορά στον Γκρέκο». Και πλέον σιγουρεύομαι, διαισθητικά και μόνο, από ένα εξώφυλλο που είδα και από έναν τίτλο που διάβασα, ότι η Τέσυ σίγουρα θα έχει κάνει μια πάρα πολύ καλή δουλειά σε τούτο το βιβλίο. Διότι εκτός από συγγραφέας είναι και φωτογράφος, η σχέση της με το φως και τις σκιάσεις του έχει παρελθόν, δεν προέκυψε ξαφνικά. «Γράφει» με το φως η Τέσυ, γράφει και με την πένα. Αποτυπώνει γεγονότα, συναισθήματα, ιστορίες και μυθοπλασίες πάνω στο χαρτί, είτε σε μορφή εικόνας, όταν φωτογραφίζει, είτε σε μορφή κειμένου, όταν αντί για τη φωτογραφική μηχανή χειρίζεται την πένα ή τα πλήκτρα του υπολογιστή.
Και βέβαια, διαβάζοντας το βιβλίο, διαπίστωσα πως πράγματι, η συγγραφέας έκανε μια πάρα πολύ καλή δουλειά και σε αυτό το μυθιστόρημά της. Εδώ η Τέσυ έριξε φως στη ζωή και στην ψυχή του κρητικού ζωγράφου Ανέστη. Τον «φωτογράφισε» από μικρό παιδί και μέχρι που πέθανε. Άρα πολύ σωστά προέκυψε και το εξώφυλλο με τον πίνακα ιμπρεσιονιστή ζωγράφου, από τους καλλιτέχνες δηλαδή που το έργο τους συνίσταται στην πρόθεσή τους να αποτυπωθεί - όσο γίνεται - το φως.

  Κάπου στις πρώτες σελίδες, γράφει:
 «Βημάτισα έως το παράθυρο και το άνοιξα. Το χερούλι έσπα­σε υπακούοντας στη δύναμη του χεριού μου. Από κάτω ο κήπος απλωνόταν ως τη θάλασσα. Θαρρείς την άγγιζε. Χρόνια ένιωθε την ορμή των κυμάτων να βρέχει τη μάντρα του. Κοίταξα κατάμα­τα το φως του ήλιου να κυματίζει ελαφρά στον αγέρα. Εισχωρού­σε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο. Χάραζε με τη δύναμή του την άσχημη ατμό­σφαιρα του δωματίου. Ύστερα στρογγυλοκαθόταν επάνω στη σκόνη κάνοντάς την να αναπηδά και να στροβιλίζεται με αργές κινήσεις παντού. Τριζοβολούσε σαν τη μυλόπετρα όταν γυρίζει στον κάμπο για να δώσει τη νέα σοδειά. Ένας ήλιος όλο νεότη­τα».
Την περιγραφή αυτή, καθώς τη διάβαζα, συγχρόνως την «έβλεπα» ολοζώντανα μπροστά μου, ήμουν εκεί, στο δωμάτιο με το παράθυρο και το σπασμένο χερούλι, «έβλεπα» τον κήπο που έφτανε ως τη θάλασσα, «ένιωθα» την ορμή των κυμάτων που έσκαγαν πάνω στη μάντρα, «έβλεπα» τη σκόνη του χώρου, πρωτίστως τα μάτια μου τα «έκαιγε» εκείνος ο ήλιος που ήταν όλο νεότητα - όπως λέει η Τέσυ. Ζωγράφος η συγγραφέας, και δίνει με τον γραπτό της λόγο αυτά που θα έδινε ένας Μονέ ή ένας Ρενουάρ με την παλέτα των χρωμάτων του. Δίνει εικόνες διάχυτες από φως και ποίηση, εικόνες μινιμαλιστικές, δυνατά σιωπηλές, απαστράπτουσες μέσα στην απλότητά τους. Από ένα βιβλίο που ξεκινάει με πίνακα ιμπρεσιονιστή ζωγράφου έχεις απαιτήσεις, θέλεις να συνεχίσει και στις μέσα σελίδες του να σε κάνει να το θαυμάζεις. Και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα το πετυχαίνει.
Ο Ανέστης, ο ήρωας του βιβλίου της, γεννιέται μέσα σ’ ένα καΐκι στη θάλασσα της Κρήτης. Στη γέννα είναι κοντά του μόνο ο παππούς ο Λεωνίδας. Ο πατέρας του εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στο καφέ Σαντάν παρέα με τη Φρόσω, τη πριμαντόνα. Η βάρκα θα επιστρέψει στη στεριά μόνο με τον παππού και το νεογέννητο αγοράκι. Η όμορφη μητέρα Δαναή έχει πεθάνει μέσα στη βάρκα, έχοντας φέρει στη ζωή τον σπουδαίο ζωγράφο Ανέστη.

Η ιστορία της Κρήτης, η ιστορία της Ελλάδας, η Ένωση της Κρήτης, οι δύο μεγάλοι πόλεμοι, πρώτος και δεύτερος, αποτελούν το φόντο αυτού του μυθιστορήματος της Τέσυς Μπάιλα, ενός μυθιστορήματος που το διαβάζει κανείς όχι με λέξεις, αλλά το μελετάει σε εικόνες. Πολύ γρήγορα, στις πρώτες κιόλας σελίδες, όταν ο πατέρας του νεογέννητου Ανέστη θα θελήσει να επιστρέψει από το καφέ Σαντάν στο σπίτι, η συγγραφέας θα περιγράψει συγκλονιστικά τη λεηλασία της πόλης, τη σφαγή στο Μεγάλο Κάστρο, καθώς έχει ξεκινήσει ήδη να δρομολογείται η αυτονόμηση της Κρήτης, η παράδοση των διοικητικών υπηρεσιών της πόλης από τους Μουσουλμάνους στους Χριστιανούς. Ο πατέρας του μωρού που γεννήθηκε στο καΐκι, του Ανέστη, θα γίνει μάρτυρας όλης εκείνης της εφιαλτικής σκηνής της σφαγής των κατοίκων και της λεηλασίας της πόλης, που προσωπικά, καθώς τη διάβαζα, ήρθε μπροστά στα μάτια μου η εικόνα του πίνακα Γκουέρνικα, του Πικάσο, όταν ο σπουδαίος αυτός ζωγράφος άφηνε παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα το ουρλιαχτό των ανθρώπων της πόλης Γκουέρνικα, τη στιγμή που η ομώνυμη πόλη βομβαρδιζόταν από εθνικιστές Γερμανούς πιλότους, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.
Μερικές χαρακτηριστικές φράσεις της συγγραφέως στην περιγραφή της για το συγκεκριμένο περιστατικό: «Η δυστυχία σαν ποτάμι είχε ξεχυθεί και ροβολούσε στα σοκάκια, ούρλιαζε στο μυαλό του η απόγνωση, ο τόπος μύριζε θάνατο και απελπισία, ένας κουβαλούσε στην πλάτη του την πληγωμένη του μάνα, γυναίκες με ανασηκωμένες τα ρούχα και σκισμένα βυζιά, άντρες ξυπόλητοι, ένα λιμασμένο σκυλί έτρωγε κάτι, πλησίασε να δει καλύτερα, η μουσούδα του ήταν βουτηγμένη στο κομμένο κεφάλι μιας γυναίκας και θρυμμάτιζε βιαστικά το κρανίο της, προχώρησε προς την είσοδο της εκκλησίας, ίσως εκεί κρυμμένος κατάφερνε να ηρεμήσει∙ σ’ ένα πανέρι βρήκε ένα κομματάκι ξεραμένο πρόσφορο, το βούτηξε στο καντήλι να μαλακώσει στο λάδι και το έδωσε στο γατάκι που είχε μπει στην εκκλησία, το κατσούλι το πήρε κι έτρεξε να κρυφτεί στο ιερό, ο Γιώργης το ακολούθησε, το είδε να κρύβεται κάτω από την αγία τράπεζα, ανασήκωσε την ενδυτή και είδε να έχει αποκοιμηθεί το κοριτσάκι της Φρόσως, της πριμαντόνας».

Και δεν θα είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που η συγγραφέας θα δώσει με γραπτό λόγο τη σκληρή περιγραφή της φρίκης του πολέμου. Αργότερα στη διήγησή της, και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ζωγράφος Ανέστης θα βρεθεί στα χαρακώματα παρέα με τον αγαπημένο φίλο του Μικέλε. Εκεί, ο σουρεαλισμός της ανθρώπινης παράνοιας του πολέμου θα αποδοθεί από την Τέσυ Μπάιλα με εικόνες που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι σκηνή από ταινία τέχνης. Γράφει η συγγραφέας:
«Δεν είναι καλά ο Γιακουμής. Τον είδα πριν από λίγο. Έσερνε τα βήματά του. Είχε σταθεί στην άκρη του γκρεμού και κοιτούσε απέναντι στο βουνό. Έπεφταν βροχή οι τουφεκιές και μύριζε ο αέρας μπαρούτι, μα εκείνος, όταν του είπα να μαζευτεί από εκεί, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: ‘Όμορφες οι φωτιές απέναντι. Σαν εκείνες που ανάβουν τα κορίτσια τ’ Αι-Γιαννιού. Και πέφτουν κατά πάνω τους σηκώνοντας τα φορέματά τους. Να, κοίτα’, μου είπε και τέντωσε το χέρι του. ‘Λουλούδια ανοίγουν τα πέταλά τους και σκορπούν τα αρώματά τους’. Δεν είναι λουλούδια καημένε, μόνο μαζέψου από εκεί μη σε φάει καμιά αδέσποτη από μακριά’, του είπα, αλλά εκείνος δεν γύρισε να με κοιτάξει. Κι έπιασε άξαφνα να χορεύει».
Δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι, διαβάζοντας τη συγκεκριμένη σκηνή πολέμου, και έχοντας σχηματίσει κατά νου την εικόνα του στρατιώτη που χορεύει ανάμεσα στις αδέσποτες σφαίρες του εχθρού, ήρθε στη μνήμη μου η επίσης έξοχη ποιητική σκηνή από την ταινία του Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», όταν ο Μάνος Κατράκης χορεύει έναν ποντιακό χορό πάνω στα ερειπωμένα μνήματα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο μοναχικός χορός των ηρώων του βιβλίου και της ταινίας, του Γιακουμή στον πόλεμο και του Κατράκη στα ομιχλώδη μνήματα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένας εξορκισμός του θανάτου, ένα τελετουργικό καθαγιασμού της ψυχής από το φόβο του θανάτου που, έτσι κι αλλιώς, παραμονεύει.  

Ο ήρωας Ανέστης της Τέσυς Μπάιλα θα πάρει εικόνες από όλη τη ζωή του, από τον πόλεμο και τον έρωτα, από τη φτώχεια και το ταξίδι, από τη θάλασσα και τη μοναξιά, από τη γαλήνη και την ειρήνη, από τη μαθητεία του στη Σχολή Καλών Τεχνών, και θα τις αποτυπώσει στους αυτοσχέδιους καμβάδες του, πάνω στους οποίους θα ζωγραφίσει με τα επίσης αυτοσχέδια χρώματά του. Γνωρίζει πολύ καλά, σαν γνήσιο παιδί της υπαίθρου και των αυτοδίδακτων μαστόρων, πως ο ζωγράφος μπορεί να προμηθευτεί υλικά από τη φύση και με αυτά να φτιάξει πανέμορφες αποχρώσεις. Ότι θα χρειαστεί απλώς κοπανισμένα ρόδια και κρεμμύδια, λιόζουμο και κάστανο βρασμένο, καθώς και χόρτα και κοκκινολούλουδα. Θα τα τρίψει και θα γίνουν σκόνη. Θα πάρει και λίγο χρώμα από τους μπογιατζήδες και θα τα ανακατέψει όλα μαζί. Ύστερα θα σπάσει μέσα ένα αυγό, θα στάξει γάλα από τα σύκα και θα τρίψει τα συκόφυλλα μαζί. Και ότι, όλα αυτά, θα γίνουν χρώματα λαμπερά, ηλιοφώτιστα, θαλασσινά μπλε και καφετιά σαν το κοκκινόχωμα κάτω από τα λιόδεντρα…
Όμως, η ζωή του ζωγράφου δεν είναι μόνο ήλιος και φως. Ώσπου να φτάσει να δει και να αποτυπώσει το φως στην ψυχή και στους καμβάδες του, «τις νύχτες παίζει με τις σκιές»… Η Τέσυ Μπάιλα αυτήν ακριβώς την πορεία δίνει στην ιστορία του ήρωά της, αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση. Με τη λέξη «σκιές» η συγγραφέας «παίζει» καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Και παίζει όμορφα, λυρικά, ποιητικά. Αναρωτιέται ο αναγνώστης, πού άραγε θα καταλήξει η συγγραφέας με τον τίτλο αυτόν, ποιες άραγε είναι οι σκιές και ποιος παίζει με αυτές. Αναφέρω μερικές χαρακτηριστικές φράσεις από το βιβλίο της, στις οποίες χρησιμοποιεί τον όρο «σκιά»:
«Η Μυρσίνη καθόταν στην αγκαλιά της θεια-Λουλουδιάς και ο Ανέστης στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσε. Μετρούσε το μπόι που παίρνουν οι σκιές των λουλουδιών πάνω στον τοίχο όταν λιγοστεύει το φως. Έτσι όπως συνήθιζε να κάνει κάθε βράδυ από τη σοφίτα. Να κοιτάει τις σκιές όπως τις κινεί ο αγέρας και να στήνει τις δικές του ιστορίες, ανάλογα με τη μορφή τους. Να παίζει μαζί τους. Να τις μετρά πάνω στον τοίχο της μάντρας και να ονειρεύεται να τις ακινητήσει κάποτε σ’ ένα κομμάτι λευκό πανί∙ να τις αιχμαλωτίσει και να τις ζωγραφίσει».
Σε κάποιο άλλο σημείο, γράφει:
«Μια τεράστια σκιά είναι ο φόβος. Μονάχα όταν περπατάει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει».
Και κάπου αλλού:
«Καταπαλεύω με τις σκιές ολόγυρά μου και αποδιώχνω τους φόβους μου. Τις βάζω σε μια σειρά κι ύστερα αρχίζω να ζωγραφίζω. Για να μην ξεχάσω. Βλέπεις, ο άνθρωπος εύκολα βγάζει από το μυαλό τα άσχημα τούτης της ζωής. Τα αποδιώχνει, επειδή δε θέλει να τα θυμάται. Έτσι κάνω από παιδί. Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω».
Και όπως πολύ σωστά φιλοσοφεί μέσα από τον ήρωά της η συγγραφέας, τον ζωγράφο Ανέστη, σκιά είναι το σημείο εκείνο που δεν έχει φωτιστεί επαρκώς, κατά μία έννοια το πεδίο που δεν έχει λυτρωθεί και άρα παραμένει στο σκοτάδι. Ο ιμπρεσιονισμός στην τέχνη, ο πίνακας του εξωφύλλου του βιβλίου της, αποτυπώνει το «πέρασμα» κατά κάποιο τρόπο που κάνει ο ζωγράφος όταν βγάζει προς τα έξω, όταν εξωτερικεύει σε μορφή δημιουργίας, τη ζωή που έζησε, αλλά λουσμένη στο φως∙ δηλαδή, λυτρωμένη. Με άλλα λόγια ο καλλιτέχνης, με τη ζωγραφική του πρόταση, δίνει ανάσα στη ζωή όσο αποπνικτική και αν αυτή είναι, προτείνει τη χαρά στη θέση της κατήφειας, κάνει θεραπεία εκεί που η ψυχή πονάει. Δείχνει στον άνθρωπο το ωραίο, την άλλη όψη της θλίψης.
Ο Ανέστης είδε τη φρίκη του πολέμου, βίωσε τον πόνο του θανάτου, τη μοναξιά του έρωτα και του χωρισμού, και όταν η μοναχική σοφίτα του, το μέρος όπου δημιούργησε όλους τους πίνακες του ανοίχτηκε μετά τον θάνατό του, αποκαλύφθηκε το συνειδησιακό του εύρος. Ο Ανέστης είχε κάνει το «πέρασμα», είχε δει το μαύρο του πολέμου και του διχασμού, και λίγο πριν το τέλος της ζωής του είχε υμνήσει το χρώμα. Οι πίνακες που άφησε παρακαταθήκη στην επόμενη γενιά είχαν θέμα τη φωτεινότητα. Όπως γράφει η Τέσυ, «Η παραγωγή μιας ολόκληρης ζωής καταυγάζει το εσωτερικό φως της ψυχής του Ανέστη. Τα χρώματα, δυνατά, φλογίζουν τα μάτια, όπως όταν ξαφνικά κοιτάς κατάματα τον ήλιο. Ένας ύμνος για τη χαρά, την τσαλαπατημένη κατά τη διάρκεια της ζωής. Πουθενά δεν αποτυπώθηκαν στα έργα του ούτε ο πόνος, ούτε ο φόβος, ούτε τα χαρακώματα. Σηκώνω τα τελάρα και κοιτάζω τα ανελέητα μπλε της θάλασσας και του ουρανού να σπαράζουν μπροστά στα μάτια μου. Τη γήινα και τα ιώδη, τη λάμπουσα ώχρα, τα βιολετί και τα κεραμιδί».

Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», γραμμένο σε πολλά σημεία του με τους χαρακτηριστικούς ιδιωματισμούς της γλώσσας των Κρητών, με τα πανέμορφα ονόματα των ηρώων του, Λουλουδιά, Δαναή, παππούς Λεωνίδας, Μικέλε, Μυρσίνη, Ανέστης, Ασημίνα, Ισιδώρα, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ζωγράφο Ιακωβίδη να κάνουν ένα διακριτικό πέρασμα στην ιστορία, με τους στοχασμούς του, «η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής, μοιάζει μ’ έναν αυτόχειρα που προσπαθεί να πνιγεί στη θάλασσα ενώ ξέρει κολύμπι – ποτέ δεν θα τα καταφέρει», πρωτίστως με τον βαθύ συμβολισμό της σημασίας του φωτός στη ζωγραφική και κατ’ επέκταση στην ανθρώπινη ύπαρξη που και την έχει ως θέμα, θα υπάρχει στη βιβλιοθήκη μας ως ένας πίνακας ζωγραφικής διατυπωμένος με λόγια, ως ένα έργο μιας δημιουργού που γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία του φωτός και μας τη μαθαίνει με απλά μαθήματα λογοτεχνίας.


Αφιερωμένο από μένα με αγάπη στη συγγραφέα, αυτό το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου.

--------------------------------------------------------------------

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ – Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἂν μὲ βλέπουν νὰ στέκομαι
ὄρθιος, ἀκίνητος, μὲς
στὰ λουλούδια μου, ὅπως
αὐτὴ τὴ στιγμή,
θὰ νόμιζαν πὼς τὰ διδάσκω. Ἐνῷ
εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀκούω
κι αὐτὰ ποὺ μιλοῦν.
Ἔχοντας μὲ στὸ μέσο
μοῦ διδάσκουν τὸ φῶς.
ἀπὸ τὴ «Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν»