Translate

12 Μαΐου 2019

Δεύτερη Κυριακή του Μάη, μαμά


Η δεύτερη Κυριακή του Μάη είναι αφιερωμένη σε σας τις μάνες, λένε. Ασ’ τους να λένε, μαμά. Όλες οι Κυριακές και οι καθημερινές δικές σας είναι. Δεν υπάρχει μέρα που να μην σε σκεφτώ, δεν υπάρχει Κυριακή που να μην αναπολήσω τη μυρωδιά από το κυριακάτικο φαγητό σου. Πεντέμισι χρόνια που λείπεις. Ε, και; Σαν χθες μοιάζει… Το πιο σκληρό εντωμεταξύ δεν είναι που ο χρόνος απαλαίνει πράγματι την ένταση του πόνου. Το πιο σκληρό είναι που ο χρόνος σε αναγκάζει να συμφιλιωθείς με τον πόνο, γιατί αλλιώς δεν γίνεται.

Συνεχίζω να γράφω ιστορίες για βιβλία και συνεχίζω να διαπιστώνω ότι, σε όλες τις ιστορίες μου υπάρχεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Θέλω πχ να βάλω την ηρωίδα μου τη Ζερμέν να γράψει στο ημερολόγιό της κάτι στη μητέρα της και όταν ολοκληρώνω την παράγραφο και τη διαβάζω, βλέπω ότι η Ζερμέν ήμουν εγώ και ότι αυτά που τάχα εκείνη έγραψε στη μητέρα της ουσιαστικά εγώ τα έγραψα για σένα. Με ένα μαγικό και καρμικό συγχρόνως τρόπο, οφείλω εντέλει να παραδεχτώ ότι υπήρξες η γυναίκα της ζωής μου, όπως ο μπαμπάς υπήρξε ο άντρας της ζωής μου. Αναντικατάστατοι. Κι οι δυο σας.
Σε φιλώ, η κορούλα σου – Σου αφιερώνω αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο μου που τάχα το γράφει η Ζερμέν για τη μανούλα της αλλά… είπαμε. Αλλά.


Ζωγραφική Kiéra Malone


Σελίδες Ημερολογίου της Ζερμαίν:
Μαμά, είμαι μεγάλη για να σε αναζητάω, αλλά μου λείπεις, μαμά. Μου λείπεις στις χαρές μου και στις στενοχώριες μου, μου λείπεις στις μέρες και στις νύχτες μου, μου λείπεις στα εύκολα, στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα. Μου λείπεις. Σαν μια ιερή φιγούρα που θα σταθεί πλάι μου να με ακούσει να μιλάω, να γελάω, να κλαίω. Να της εξομολογούμαι το βάρος της ψυχής μου. Να οσφραίνομαι τη λεπτή χαρακτηριστική μυρωδιά σαπουνιού της επιδερμίδας και των ρούχων της. Μου λείπεις, μάνα. Όταν δεν ξέρω τι να κάνω, μου λείπεις, όταν όλα μοιάζουν καλά πάλι μου λείπεις, γιατί θα ‘θελα να ήσουν εδώ να σε έβλεπα να κεντάς ήρεμα δίπλα στο παράθυρο. Σε κάθε περίπτωση, μου λείπεις. Κι ας είμαι μάνα τώρα εγώ η ίδια, κι ας πρέπει ως μάνα να έχω όλες τις λύσεις και τις αντοχές. Μαγική η σχέση των ανθρώπων με εσάς τις μάνες, μαμά μου… Εντελώς μαγική. Σχεδόν, μεταφυσική. Ανερμήνευτη. Πάω τώρα να φτιάξω γλυκό, να μοσχοβολήσει το σπίτι «οικογένεια», όπως μοσχοβολούσε το δικό μας όταν έφτιαχνες γλυκό μήλο, εκείνο το Dulse de Mansana


(«Αρχιπέλαγος La Maddalena», Κέδρος 2018)

19 Φεβρουαρίου 2019

Τέσυ Μπάιλα - Η συγγραφέας, η φίλη


Για την αγαπημένη φίλη συγγραφέα, Τέσυ Μπάιλα


Η Τέσυ Μπάιλα εργάζεται στο χώρο της λογοτεχνίας πολλά χρόνια. Και δεν χρησιμοποιώ το ρήμα «εργάζομαι» τυχαία. Είναι εργάτης του λόγου και της γραφής, δουλεύει με μαεστρία στο πεδίο αυτό. Είναι μια συγγραφέας που, όταν δεν αρκείται να γράφει τα δικά της βιβλία, γράφει κείμενα και μελέτες για τα βιβλία των άλλων, τα οποία εντωμεταξύ έχει φροντίσει να τα μελετήσει∙ διότι δεν διαβάζει απλώς η Τέσυ, μελετάει, εμβαθύνει. Συνεργάζεται με λογοτεχνικούς ιστότοπους και εφημερίδες και θεωρώ πως, η γραφή της είναι από τις πιο έγκυρες και σοβαρές τόσο στο πεδίο της παρουσίασης ενός βιβλίου όσο κυρίως στο δύσκολο έργο της κριτικής. Συνομιλεί με πεζογράφους και ποιητές εκμαιεύοντας από αυτούς λόγια και σκέψεις τα οποία φιλοσοφούν γενικότερα τη λογοτεχνία, δεν περιορίζονται στα στενά όρια της συνέντευξης∙ κατά κάποιο τρόπο η Τέσυ  «προσφέρει» στον συνομιλητή της μια λευκή κόλλα χαρτί και η ίδια σιωπά με σεμνότητα ώστε να αφήσει το πεδίο ελεύθερο να εκφραστεί ο λογοτέχνης, στον οποίο έχει θέσει κάποια πολύ ουσιαστικά ερωτήματα.

 «Το Πορτρέτο της Σιωπής», «Το Παραμύθι της Βροχής», «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη», «Ουίσκι Μπλε», «Άγριες Θάλασσες» οι τίτλοι των προηγούμενων μυθιστορημάτων της, και τον Φεβρουάριο του 2019 κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο με τίτλο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές».


Σε αυτό το σημείο, και πριν προχωρήσω στις εντυπώσεις μου για το καινούργιο της βιβλίο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», εκδ. Ψυχογιός 2019, θα ‘θελα να αναφερθώ στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, τις «Άγριες Θάλασσες», εκδ. Ψυχογιός 2016, γιατί το οφείλω στον εαυτό μου, καθώς ήθελα να το έχω κάνει από καιρό. Και θα ξεκινήσω λέγοντας ότι δεν ήταν ένα εύκολο βιβλίο. Το διάβαζα και η συγκίνηση δεν με άφηνε ήσυχη. Το μυθιστόρημα αυτό, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, έχει τη σκληράδα και μαζί την τρυφεράδα της αφήγησης που εκ των πραγμάτων έχουν τα πραγματικά γεγονότα. Και αυτό πονάει. Είναι ντοκουμέντο οι «Άγριες Θάλασσες», είναι μαρτυρία, δεν χαϊδεύει τα αφτιά του αναγνώστη η ιστορία του, βρίσκει την ψυχή του και απευθύνεται σε αυτήν. Αποκλειστικά.

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
«Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Τι απέμεινε από αυτή τη φοβερή αντάρα; Μνήμες και βοές μέσα στον χρόνο αλλά και η ζωή αυτών των ανθρώπων, πλούσια σε ιδανικά, σε όνειρα, σε έρωτες και πάθη. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία.
Μια μυθιστορηματική μαρτυρία για τότε που οι ψυχές ήταν φτιαγμένες από ακριβό μέταλλο∙ τότε που την Ιστορία την έγραφαν οι απλοί άνθρωποι».

Ήρωας του βιβλίου της ο Μιλτιάδης Χούμας, ένας ναυτικός από τη Σάμο, και ηρωίδα του βιβλίου η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι του ναυτικού, με το οποίο ο Χούμας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έσωσε ένα σωρό Έλληνες και Άγγλους, μεταφέροντάς τους με κίνδυνο της ζωής του στη Μέση Ανατολή. Και όταν λέω ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι εύκολο εννοώ πως, το διαβάζεις και οσφραίνεσαι θάλασσα και πελαγίσια αύρα, αισθάνεσαι τη νύχτα και τον αέρα του πελάγους στο κορμί σου, ακούς τον ήχο της «Ευαγγελίστριας» στα δρομολόγια που κάνει πέρα – δώθε στις σωτήριες αποστολές της εν καιρώ πολέμου και κατοχής και ανατριχιάζεις. Δεν πρόκειται για βιβλίο που προσφέρεται για χαλάρωση τις Κυριακές. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με κόπο και έρευνα, η Τέσυ με το ένα χέρι το έγραφε και με το άλλο κρατούσε το αυθεντικό ημερολόγιο του ναυτικού Μιλτιάδη Χούμα και από εκεί αντλούσε το υλικό της. Ένα βιβλίο – ντοκιμαντέρ, εμπνευσμένο από την πολύ πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, από τους πολύ πρόσφατους, ανώνυμους και μη, ήρωες της περιόδου αυτής. Της αξίζουν συγχαρητήρια για το θέμα που επέλεξε και κυρίως που το δύσκολο αυτό θέμα το διεκπεραίωσε με άρτιο τρόπο. 




Στο νέο της μυθιστόρημα, «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», να πω ότι, κατ’ αρχάς στάθηκα για αρκετή ώρα στο εξώφυλλο και το θαύμαζα, σε αυτόν τον υπέροχο πίνακα του αγαπημένου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Κλωντ Μονέ, με τίτλο «The Gorge At Varengeville». Χάρηκα πάρα πολύ που είδα ένα εξώφυλλο βιβλίου να έχει θέμα κάποιον πίνακα ζωγραφικής, γνωρίζοντας ότι τέτοιου είδους καλλιτεχνικές ανησυχίες για εξώφυλλα βιβλίων είναι απαγορευτικές, για καθαρά βέβαια εμπορικούς λόγους. (Any way…) Παρόλα αυτά, σκέφτηκα ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, ότι το συγκεκριμένο εξώφυλλο ενδεχομένως να προϊδεάζει για το περιεχόμενο, άρα να περιμένω από αυτό κάτι καλό, κάτι πολύ καλό. Κάτι που το φωτίζει το φως του ήλιου και το καθιστά καθαρό και εξαϋλωμένο...

Να κάνω μια μικρή παρένθεση εδώ και να πω ότι, διαβάζοντας κάποτε για το ιμπρεσιονιστικό κίνημα στη ζωγραφική και στις τέχνες γενικότερα, πληροφορήθηκα ότι ο όρος αυτός πιθανόν να προήλθε από τη λέξη Impressione που σημαίνει Εντύπωση, και ότι Ιμπρεσιονισμός είναι η τάση των ζωγράφων να αποτυπώνουν στο έργο τους την εντύπωση που προκαλεί το φως πάνω στα αντικείμενα, κυρίως πάνω στη φύση, πώς δηλαδή αναπαριστάται το φως πχ πάνω στα δένδρα και στη θάλασσα, πώς το δυνατό φως του ήλιου καθιστά αχνά τα χρώματα των πραγμάτων, όσο δυνατά και αν αυτά είναι, διότι τίποτα πιο δυνατό από τη δύναμη του φωτός. Έτσι, στους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες υπάρχει ένας «σεβασμός», μια «ταπεινότητα», μια «διακριτικότητα» στις γραμμές και στα χρώματα, δεν συνηθίζονται τα έντονα στοιχεία, καθώς παραμένει πρωταρχικός ο σκοπός να αποτυπωθεί, όσο αυτό μπορεί να είναι εφικτό, το φως αυτό καθεαυτό.


Και βλέπω τον πίνακα του Μονέ, του κατ’ εξοχήν εκπροσώπου του κινήματος του ιμπρεσιονισμού, στο εξώφυλλο του νέου βιβλίου της Τέσυς Μπάιλα και διαβάζω τον τίτλο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», ο οποίος τίτλος «ήχησε» στα αφτιά μου σαν στίχος από μελοποιημένη ποίηση, σαν οι φθόγγοι του να συνοδεύονταν από ακουστική κιθάρα και βιολί, ή ακόμα και από ανατολίτικο σάζι. Και αρχίζω να ξεφυλλίζω το βιβλίο και πριν ξεκινήσει το πρώτο κεφάλαιο βλέπω γραμμένο κάπου στις πρώτες σελίδες τον στίχο του Καζαντζάκη, «Γιατί το φως είναι ένα, αδιαίρετο, κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί, νικάει και νικιέται και μέσα σου», από την «Αναφορά στον Γκρέκο». Και πλέον σιγουρεύομαι, διαισθητικά και μόνο, από ένα εξώφυλλο που είδα και από έναν τίτλο που διάβασα, ότι η Τέσυ σίγουρα θα έχει κάνει μια πάρα πολύ καλή δουλειά σε τούτο το βιβλίο. Διότι εκτός από συγγραφέας είναι και φωτογράφος, η σχέση της με το φως και τις σκιάσεις του έχει παρελθόν, δεν προέκυψε ξαφνικά. «Γράφει» με το φως η Τέσυ, γράφει και με την πένα. Αποτυπώνει γεγονότα, συναισθήματα, ιστορίες και μυθοπλασίες πάνω στο χαρτί, είτε σε μορφή εικόνας, όταν φωτογραφίζει, είτε σε μορφή κειμένου, όταν αντί για τη φωτογραφική μηχανή χειρίζεται την πένα ή τα πλήκτρα του υπολογιστή.
Και βέβαια, διαβάζοντας το βιβλίο, διαπίστωσα πως πράγματι, η συγγραφέας έκανε μια πάρα πολύ καλή δουλειά και σε αυτό το μυθιστόρημά της. Εδώ η Τέσυ έριξε φως στη ζωή και στην ψυχή του κρητικού ζωγράφου Ανέστη. Τον «φωτογράφισε» από μικρό παιδί και μέχρι που πέθανε. Άρα πολύ σωστά προέκυψε και το εξώφυλλο με τον πίνακα ιμπρεσιονιστή ζωγράφου, από τους καλλιτέχνες δηλαδή που το έργο τους συνίσταται στην πρόθεσή τους να αποτυπωθεί - όσο γίνεται - το φως.

  Κάπου στις πρώτες σελίδες, γράφει:
 «Βημάτισα έως το παράθυρο και το άνοιξα. Το χερούλι έσπα­σε υπακούοντας στη δύναμη του χεριού μου. Από κάτω ο κήπος απλωνόταν ως τη θάλασσα. Θαρρείς την άγγιζε. Χρόνια ένιωθε την ορμή των κυμάτων να βρέχει τη μάντρα του. Κοίταξα κατάμα­τα το φως του ήλιου να κυματίζει ελαφρά στον αγέρα. Εισχωρού­σε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο. Χάραζε με τη δύναμή του την άσχημη ατμό­σφαιρα του δωματίου. Ύστερα στρογγυλοκαθόταν επάνω στη σκόνη κάνοντάς την να αναπηδά και να στροβιλίζεται με αργές κινήσεις παντού. Τριζοβολούσε σαν τη μυλόπετρα όταν γυρίζει στον κάμπο για να δώσει τη νέα σοδειά. Ένας ήλιος όλο νεότη­τα».
Την περιγραφή αυτή, καθώς τη διάβαζα, συγχρόνως την «έβλεπα» ολοζώντανα μπροστά μου, ήμουν εκεί, στο δωμάτιο με το παράθυρο και το σπασμένο χερούλι, «έβλεπα» τον κήπο που έφτανε ως τη θάλασσα, «ένιωθα» την ορμή των κυμάτων που έσκαγαν πάνω στη μάντρα, «έβλεπα» τη σκόνη του χώρου, πρωτίστως τα μάτια μου τα «έκαιγε» εκείνος ο ήλιος που ήταν όλο νεότητα - όπως λέει η Τέσυ. Ζωγράφος η συγγραφέας, και δίνει με τον γραπτό της λόγο αυτά που θα έδινε ένας Μονέ ή ένας Ρενουάρ με την παλέτα των χρωμάτων του. Δίνει εικόνες διάχυτες από φως και ποίηση, εικόνες μινιμαλιστικές, δυνατά σιωπηλές, απαστράπτουσες μέσα στην απλότητά τους. Από ένα βιβλίο που ξεκινάει με πίνακα ιμπρεσιονιστή ζωγράφου έχεις απαιτήσεις, θέλεις να συνεχίσει και στις μέσα σελίδες του να σε κάνει να το θαυμάζεις. Και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα το πετυχαίνει.
Ο Ανέστης, ο ήρωας του βιβλίου της, γεννιέται μέσα σ’ ένα καΐκι στη θάλασσα της Κρήτης. Στη γέννα είναι κοντά του μόνο ο παππούς ο Λεωνίδας. Ο πατέρας του εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στο καφέ Σαντάν παρέα με τη Φρόσω, τη πριμαντόνα. Η βάρκα θα επιστρέψει στη στεριά μόνο με τον παππού και το νεογέννητο αγοράκι. Η όμορφη μητέρα Δαναή έχει πεθάνει μέσα στη βάρκα, έχοντας φέρει στη ζωή τον σπουδαίο ζωγράφο Ανέστη.

Η ιστορία της Κρήτης, η ιστορία της Ελλάδας, η Ένωση της Κρήτης, οι δύο μεγάλοι πόλεμοι, πρώτος και δεύτερος, αποτελούν το φόντο αυτού του μυθιστορήματος της Τέσυς Μπάιλα, ενός μυθιστορήματος που το διαβάζει κανείς όχι με λέξεις, αλλά το μελετάει σε εικόνες. Πολύ γρήγορα, στις πρώτες κιόλας σελίδες, όταν ο πατέρας του νεογέννητου Ανέστη θα θελήσει να επιστρέψει από το καφέ Σαντάν στο σπίτι, η συγγραφέας θα περιγράψει συγκλονιστικά τη λεηλασία της πόλης, τη σφαγή στο Μεγάλο Κάστρο, καθώς έχει ξεκινήσει ήδη να δρομολογείται η αυτονόμηση της Κρήτης, η παράδοση των διοικητικών υπηρεσιών της πόλης από τους Μουσουλμάνους στους Χριστιανούς. Ο πατέρας του μωρού που γεννήθηκε στο καΐκι, του Ανέστη, θα γίνει μάρτυρας όλης εκείνης της εφιαλτικής σκηνής της σφαγής των κατοίκων και της λεηλασίας της πόλης, που προσωπικά, καθώς τη διάβαζα, ήρθε μπροστά στα μάτια μου η εικόνα του πίνακα Γκουέρνικα, του Πικάσο, όταν ο σπουδαίος αυτός ζωγράφος άφηνε παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα το ουρλιαχτό των ανθρώπων της πόλης Γκουέρνικα, τη στιγμή που η ομώνυμη πόλη βομβαρδιζόταν από εθνικιστές Γερμανούς πιλότους, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.
Μερικές χαρακτηριστικές φράσεις της συγγραφέως στην περιγραφή της για το συγκεκριμένο περιστατικό: «Η δυστυχία σαν ποτάμι είχε ξεχυθεί και ροβολούσε στα σοκάκια, ούρλιαζε στο μυαλό του η απόγνωση, ο τόπος μύριζε θάνατο και απελπισία, ένας κουβαλούσε στην πλάτη του την πληγωμένη του μάνα, γυναίκες με ανασηκωμένες τα ρούχα και σκισμένα βυζιά, άντρες ξυπόλητοι, ένα λιμασμένο σκυλί έτρωγε κάτι, πλησίασε να δει καλύτερα, η μουσούδα του ήταν βουτηγμένη στο κομμένο κεφάλι μιας γυναίκας και θρυμμάτιζε βιαστικά το κρανίο της, προχώρησε προς την είσοδο της εκκλησίας, ίσως εκεί κρυμμένος κατάφερνε να ηρεμήσει∙ σ’ ένα πανέρι βρήκε ένα κομματάκι ξεραμένο πρόσφορο, το βούτηξε στο καντήλι να μαλακώσει στο λάδι και το έδωσε στο γατάκι που είχε μπει στην εκκλησία, το κατσούλι το πήρε κι έτρεξε να κρυφτεί στο ιερό, ο Γιώργης το ακολούθησε, το είδε να κρύβεται κάτω από την αγία τράπεζα, ανασήκωσε την ενδυτή και είδε να έχει αποκοιμηθεί το κοριτσάκι της Φρόσως, της πριμαντόνας».

Και δεν θα είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που η συγγραφέας θα δώσει με γραπτό λόγο τη σκληρή περιγραφή της φρίκης του πολέμου. Αργότερα στη διήγησή της, και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ζωγράφος Ανέστης θα βρεθεί στα χαρακώματα παρέα με τον αγαπημένο φίλο του Μικέλε. Εκεί, ο σουρεαλισμός της ανθρώπινης παράνοιας του πολέμου θα αποδοθεί από την Τέσυ Μπάιλα με εικόνες που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι σκηνή από ταινία τέχνης. Γράφει η συγγραφέας:
«Δεν είναι καλά ο Γιακουμής. Τον είδα πριν από λίγο. Έσερνε τα βήματά του. Είχε σταθεί στην άκρη του γκρεμού και κοιτούσε απέναντι στο βουνό. Έπεφταν βροχή οι τουφεκιές και μύριζε ο αέρας μπαρούτι, μα εκείνος, όταν του είπα να μαζευτεί από εκεί, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: ‘Όμορφες οι φωτιές απέναντι. Σαν εκείνες που ανάβουν τα κορίτσια τ’ Αι-Γιαννιού. Και πέφτουν κατά πάνω τους σηκώνοντας τα φορέματά τους. Να, κοίτα’, μου είπε και τέντωσε το χέρι του. ‘Λουλούδια ανοίγουν τα πέταλά τους και σκορπούν τα αρώματά τους’. Δεν είναι λουλούδια καημένε, μόνο μαζέψου από εκεί μη σε φάει καμιά αδέσποτη από μακριά’, του είπα, αλλά εκείνος δεν γύρισε να με κοιτάξει. Κι έπιασε άξαφνα να χορεύει».
Δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι, διαβάζοντας τη συγκεκριμένη σκηνή πολέμου, και έχοντας σχηματίσει κατά νου την εικόνα του στρατιώτη που χορεύει ανάμεσα στις αδέσποτες σφαίρες του εχθρού, ήρθε στη μνήμη μου η επίσης έξοχη ποιητική σκηνή από την ταινία του Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», όταν ο Μάνος Κατράκης χορεύει έναν ποντιακό χορό πάνω στα ερειπωμένα μνήματα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο μοναχικός χορός των ηρώων του βιβλίου και της ταινίας, του Γιακουμή στον πόλεμο και του Κατράκη στα ομιχλώδη μνήματα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένας εξορκισμός του θανάτου, ένα τελετουργικό καθαγιασμού της ψυχής από το φόβο του θανάτου που, έτσι κι αλλιώς, παραμονεύει.  

Ο ήρωας Ανέστης της Τέσυς Μπάιλα θα πάρει εικόνες από όλη τη ζωή του, από τον πόλεμο και τον έρωτα, από τη φτώχεια και το ταξίδι, από τη θάλασσα και τη μοναξιά, από τη γαλήνη και την ειρήνη, από τη μαθητεία του στη Σχολή Καλών Τεχνών, και θα τις αποτυπώσει στους αυτοσχέδιους καμβάδες του, πάνω στους οποίους θα ζωγραφίσει με τα επίσης αυτοσχέδια χρώματά του. Γνωρίζει πολύ καλά, σαν γνήσιο παιδί της υπαίθρου και των αυτοδίδακτων μαστόρων, πως ο ζωγράφος μπορεί να προμηθευτεί υλικά από τη φύση και με αυτά να φτιάξει πανέμορφες αποχρώσεις. Ότι θα χρειαστεί απλώς κοπανισμένα ρόδια και κρεμμύδια, λιόζουμο και κάστανο βρασμένο, καθώς και χόρτα και κοκκινολούλουδα. Θα τα τρίψει και θα γίνουν σκόνη. Θα πάρει και λίγο χρώμα από τους μπογιατζήδες και θα τα ανακατέψει όλα μαζί. Ύστερα θα σπάσει μέσα ένα αυγό, θα στάξει γάλα από τα σύκα και θα τρίψει τα συκόφυλλα μαζί. Και ότι, όλα αυτά, θα γίνουν χρώματα λαμπερά, ηλιοφώτιστα, θαλασσινά μπλε και καφετιά σαν το κοκκινόχωμα κάτω από τα λιόδεντρα…
Όμως, η ζωή του ζωγράφου δεν είναι μόνο ήλιος και φως. Ώσπου να φτάσει να δει και να αποτυπώσει το φως στην ψυχή και στους καμβάδες του, «τις νύχτες παίζει με τις σκιές»… Η Τέσυ Μπάιλα αυτήν ακριβώς την πορεία δίνει στην ιστορία του ήρωά της, αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση. Με τη λέξη «σκιές» η συγγραφέας «παίζει» καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος. Και παίζει όμορφα, λυρικά, ποιητικά. Αναρωτιέται ο αναγνώστης, πού άραγε θα καταλήξει η συγγραφέας με τον τίτλο αυτόν, ποιες άραγε είναι οι σκιές και ποιος παίζει με αυτές. Αναφέρω μερικές χαρακτηριστικές φράσεις από το βιβλίο της, στις οποίες χρησιμοποιεί τον όρο «σκιά»:
«Η Μυρσίνη καθόταν στην αγκαλιά της θεια-Λουλουδιάς και ο Ανέστης στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσε. Μετρούσε το μπόι που παίρνουν οι σκιές των λουλουδιών πάνω στον τοίχο όταν λιγοστεύει το φως. Έτσι όπως συνήθιζε να κάνει κάθε βράδυ από τη σοφίτα. Να κοιτάει τις σκιές όπως τις κινεί ο αγέρας και να στήνει τις δικές του ιστορίες, ανάλογα με τη μορφή τους. Να παίζει μαζί τους. Να τις μετρά πάνω στον τοίχο της μάντρας και να ονειρεύεται να τις ακινητήσει κάποτε σ’ ένα κομμάτι λευκό πανί∙ να τις αιχμαλωτίσει και να τις ζωγραφίσει».
Σε κάποιο άλλο σημείο, γράφει:
«Μια τεράστια σκιά είναι ο φόβος. Μονάχα όταν περπατάει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει».
Και κάπου αλλού:
«Καταπαλεύω με τις σκιές ολόγυρά μου και αποδιώχνω τους φόβους μου. Τις βάζω σε μια σειρά κι ύστερα αρχίζω να ζωγραφίζω. Για να μην ξεχάσω. Βλέπεις, ο άνθρωπος εύκολα βγάζει από το μυαλό τα άσχημα τούτης της ζωής. Τα αποδιώχνει, επειδή δε θέλει να τα θυμάται. Έτσι κάνω από παιδί. Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω».
Και όπως πολύ σωστά φιλοσοφεί μέσα από τον ήρωά της η συγγραφέας, τον ζωγράφο Ανέστη, σκιά είναι το σημείο εκείνο που δεν έχει φωτιστεί επαρκώς, κατά μία έννοια το πεδίο που δεν έχει λυτρωθεί και άρα παραμένει στο σκοτάδι. Ο ιμπρεσιονισμός στην τέχνη, ο πίνακας του εξωφύλλου του βιβλίου της, αποτυπώνει το «πέρασμα» κατά κάποιο τρόπο που κάνει ο ζωγράφος όταν βγάζει προς τα έξω, όταν εξωτερικεύει σε μορφή δημιουργίας, τη ζωή που έζησε, αλλά λουσμένη στο φως∙ δηλαδή, λυτρωμένη. Με άλλα λόγια ο καλλιτέχνης, με τη ζωγραφική του πρόταση, δίνει ανάσα στη ζωή όσο αποπνικτική και αν αυτή είναι, προτείνει τη χαρά στη θέση της κατήφειας, κάνει θεραπεία εκεί που η ψυχή πονάει. Δείχνει στον άνθρωπο το ωραίο, την άλλη όψη της θλίψης.
Ο Ανέστης είδε τη φρίκη του πολέμου, βίωσε τον πόνο του θανάτου, τη μοναξιά του έρωτα και του χωρισμού, και όταν η μοναχική σοφίτα του, το μέρος όπου δημιούργησε όλους τους πίνακες του ανοίχτηκε μετά τον θάνατό του, αποκαλύφθηκε το συνειδησιακό του εύρος. Ο Ανέστης είχε κάνει το «πέρασμα», είχε δει το μαύρο του πολέμου και του διχασμού, και λίγο πριν το τέλος της ζωής του είχε υμνήσει το χρώμα. Οι πίνακες που άφησε παρακαταθήκη στην επόμενη γενιά είχαν θέμα τη φωτεινότητα. Όπως γράφει η Τέσυ, «Η παραγωγή μιας ολόκληρης ζωής καταυγάζει το εσωτερικό φως της ψυχής του Ανέστη. Τα χρώματα, δυνατά, φλογίζουν τα μάτια, όπως όταν ξαφνικά κοιτάς κατάματα τον ήλιο. Ένας ύμνος για τη χαρά, την τσαλαπατημένη κατά τη διάρκεια της ζωής. Πουθενά δεν αποτυπώθηκαν στα έργα του ούτε ο πόνος, ούτε ο φόβος, ούτε τα χαρακώματα. Σηκώνω τα τελάρα και κοιτάζω τα ανελέητα μπλε της θάλασσας και του ουρανού να σπαράζουν μπροστά στα μάτια μου. Τη γήινα και τα ιώδη, τη λάμπουσα ώχρα, τα βιολετί και τα κεραμιδί».

Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», γραμμένο σε πολλά σημεία του με τους χαρακτηριστικούς ιδιωματισμούς της γλώσσας των Κρητών, με τα πανέμορφα ονόματα των ηρώων του, Λουλουδιά, Δαναή, παππούς Λεωνίδας, Μικέλε, Μυρσίνη, Ανέστης, Ασημίνα, Ισιδώρα, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ζωγράφο Ιακωβίδη να κάνουν ένα διακριτικό πέρασμα στην ιστορία, με τους στοχασμούς του, «η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής, μοιάζει μ’ έναν αυτόχειρα που προσπαθεί να πνιγεί στη θάλασσα ενώ ξέρει κολύμπι – ποτέ δεν θα τα καταφέρει», πρωτίστως με τον βαθύ συμβολισμό της σημασίας του φωτός στη ζωγραφική και κατ’ επέκταση στην ανθρώπινη ύπαρξη που και την έχει ως θέμα, θα υπάρχει στη βιβλιοθήκη μας ως ένας πίνακας ζωγραφικής διατυπωμένος με λόγια, ως ένα έργο μιας δημιουργού που γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία του φωτός και μας τη μαθαίνει με απλά μαθήματα λογοτεχνίας.


Αφιερωμένο από μένα με αγάπη στη συγγραφέα, αυτό το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου.

--------------------------------------------------------------------

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ – Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἂν μὲ βλέπουν νὰ στέκομαι
ὄρθιος, ἀκίνητος, μὲς
στὰ λουλούδια μου, ὅπως
αὐτὴ τὴ στιγμή,
θὰ νόμιζαν πὼς τὰ διδάσκω. Ἐνῷ
εἶμαι ἐγὼ ποὺ ἀκούω
κι αὐτὰ ποὺ μιλοῦν.
Ἔχοντας μὲ στὸ μέσο
μοῦ διδάσκουν τὸ φῶς.
ἀπὸ τὴ «Φιλοσοφία τῶν λουλουδιῶν»






18 Ιανουαρίου 2019

Ένας άγγελος λιγότερος στον κόσμο, ένας ακόμα άγγελος στον ουρανό…


                                                                              

Ήταν 14 χρονώ αγόρι από το Μαλί. Πνίγηκε στην παγωμένη θάλασσα της Μεσογείου. Το όνομά του δεν το ξέρουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ. Δεν είχε κανένα χαρτί πάνω του. Ως «ταυτότητα» άφησε πίσω του πεθαίνοντας έναν σχολικό έλεγχο ραμμένο στη φόδρα των ρούχων του, σαν πανάκριβο documento, ότι ήταν καλός μαθητής. Στην παιδική ψυχή του ίσως αυτό να ήταν ένα επαρκές «εισιτήριο» για να τον αποδεχτούν στη νέα πατρίδα, που την έψαχνε αγωνιωδώς με μια βάρκα.

Αυτό συνέβη το 2015. Το μάθαμε σήμερα, το 2019, από την Ιταλίδα Cristina Cattaneo, η οποία για πολλά χρόνια υπήρξε ιατροδικαστής και έχει κάνει πολλές νεκροψίες σε μετανάστες που πνίγηκαν στη Μεσόγειο αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Faceless Wrecks, Raffaello Cortina Editore». Μεταξύ των εκατοντάδων θλιβερών ιστοριών απεγνωσμένων ανθρώπων, περιγράφει και την ιστορία αυτού του 14χρονου αγοριού από το Μάλι που πνίγηκε στη Μεσόγειο, χωρίς να έχει κανένα χαρτί πάνω του που να πιστοποιεί την ταυτότητά του, παρά μόνο αυτόν τον σχολικό έλεγχο από την πατρίδα του, για να δείξει όπου έφτανε ότι είναι καλός μαθητής...

Το σκίτσο του Makkox δημοσιεύτηκε σε ιταλική ενημερωτική ιστοσελίδα και δείχνει το παιδί στο βυθό όπου τον συγχαίρουν οι κάτοικοι της θάλασσας.

(Τα στοιχεία τα πήρα από το ειδησεογραφικό site: 

Ένας άγγελος λιγότερος στον κόσμο, ένας ακόμα άγγελος στον ουρανό…


3 Ιανουαρίου 2019


(Απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα, 
από το κεφάλαιο με τίτλο Αψυχογράφητοι)
   
Τα τελευταία δέκα χρόνια ζούσε μόνος. Ολομόναχος. Πάνω σ’ ένα νησί. Ένα πολύ μικρό νησί, θεωρητικά έναν παράδεισο. Στην πράξη ήταν κάτι παραπάνω από παράδεισος. Έμοιαζε με διαλογισμό της φύσης, με τη δύναμη που έχει η στιγμή όπου το πρώτο φως της ανατολής απορροφά με την ακτινοβολία του τα σκοτάδια. Ήταν ακριβώς αυτό. Η απόλυτη ομορφιά της δημιουργίας. Το βάθος της γαλήνης. Αυτό που αποκαλείται εσωτερική ευδαιμονία ή αλλιώς «νιρβάνα». Το σημείο εκείνο της ύπαρξης που αποκαλύπτεται σε όσους ασκούνται από τη θέση του μαθητή προκειμένου κάποια στιγμή να έρθουν σε επαφή με το θείο είναι εντός τους.

Ένα νησί εκπληκτικής ωραιότητας στο Αρχιπέλαγος Λα Μανταλένα, βόρεια της Σαρδηνίας, που είχε χαρακτηριστεί από την ιταλική κυβέρνηση ως «τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους» γι’ αυτό και προστατευόταν. Εδώ και χρόνια είχε κλείσει για το κοινό για να μην κινδυνεύσει το εύθραυστο οικοσύστημά του, και μόνο ορισμένες περιοχές παρέμεναν προσβάσιμες για τους τουρίστες.

Ο άντρας που κατοικούσε στο νησί, ένας Έλληνας, είχε διοριστεί με την ιδιότητα του φύλακα και συντηρητή, custode στα ιταλικά, αμέσως μόλις συνταξιοδοτήθηκε ο προηγούμενος φύλακας λόγω γήρατος. Το νησί θεωρείτο το πιο όμορφο από όλα τα νησιά, κατοικήσιμα και μη, του Εθνικού Πάρκου του Αρχιπελάγους Λα Μανταλένα χάρη στη Ροζ Παραλία του, La Spiaggia Rosa στα ιταλικά, η οποία είχε πάρει την απόχρωση αυτήν από τα μικροσκοπικά κομμάτια κοραλλιών και κοχυλιών τα οποία με τα χρόνια είχαν μετατραπεί σε σκόνη. Στην παραλία αυτήν είχαν γυριστεί το ’64 κάποιες σκηνές από την ταινία Κόκκινη Έρημος, Deserto Rosso, του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Ο φύλακας δεν έφευγε από εκεί. Μόνο μια βδομάδα τον χρόνο έλειπε, το είχε ζητήσει ο ίδιος, κάτι σαν άδεια, κι ερχόταν στην Ελλάδα. Πήγαινε στο νεκροταφείο, προσκυνούσε τους τάφους των γονιών του που τους είχε χάσει μικρός, έμενε τρεις τέσσερις μέρες σε ξενοδοχείο – πατρικό σπίτι δεν είχε, ούτε αδέλφια ή άλλους συγγενείς – και ξανάφευγε για την Ιταλία. Στο νησί έρχονταν ψαράδες με τις βάρκες τους και του έφερναν προμήθειες, τρόφιμα, ρούχα, ό,τι τους ζητούσε, μέχρι και φιλμ, καθώς του άρεσε να φωτογραφίζει το τοπίο του νησιού. Αγαπούσε τη φιλοσοφία και τη χειροτεχνία. Το μικρό σπίτι όπου έμενε ήταν διακοσμημένο με ξύλινα γλυπτά που τα έφτιαχνε από ξύλο κέδρων. Στους τοίχους υπήρχαν ξύλινα ράφια κατασκευασμένα από τον ίδιο γεμάτα με βιβλία. Είχε και δικό του καΐκι, ένα μηχανοκίνητο, αγορασμένο με τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει σε τράπεζα της Σαρδηνίας. Η αγάπη του για το νησί ήταν μεγάλη. Ό,τι πλαστικό υλικό θα ξέβραζε στις ακτές του η θάλασσα το μάζευε αμέσως. Είχε ειδική σακούλα για τα σκουπίδια, που όταν γέμιζε την παρέδιδε στους βαρκάρηδες για να την πετάξουν σε χώρους απορριμμάτων στη Σαρδηνία. Τους χειμώνες, ακόμα κι όταν το κρύο ήταν έντονο, έβγαινε στην παραλία, έστω και για λίγο, καθόταν σ’ ένα βραχάκι και άκουγε σιωπηλός τους ήχους του ανέμου και του πελάγους. Μέχρι να σκοτεινιάσει. Ή άλλες φορές μέχρι να αρχίσει να ψιχαλίζει.

Δεν τον ενοχλούσε η μοναξιά. Δεν του ήταν επιβεβλημένη. Ήταν επιλογή του· όπως και η απουσία των ανθρώπων. Όταν επιθυμούσε συντροφιά, έπαιρνε το καΐκι του, τις Δέκα Νύχτες, όπως το είχε ονομάσει, και πήγαινε στη Σαρδηνία, στο Πόρτο Τσέρβο, ένα υπέροχο φυσικό λιμάνι στο βόρειο άκρο της Σαρδηνίας που κάποτε, παρθένο ακόμα από οικοδομικές παρεμβάσεις, γοήτευσε πρίγκιπες και σπουδαίους αρχιτέκτονες τοπίου και δημιουργήθηκε εκεί ένα πολυτελές τουριστικό θέρετρο. Στο Πόρτο Τσέρβο έμενε, μόνη κι αυτή, η φίλη του η Φαμπιόλα, μια παλιά πόρνη της Σαρδηνίας που τη γνώριζε χρόνια, σχεδόν από τους πρώτους μήνες που ήρθε και κατοίκησε στο νησί. Το σπίτι της, πάνω ψηλά στην αμφιθεατρική πλαγιά του χωριού, με μια εκπληκτική θέα στην Κόστα Σμεράλντα, το είχε κληρονομήσει αναπάντεχα από την ιδιοκτήτριά του, μια μοναχική γυναίκα στην οποία η μητέρα της δούλευε ως παραδουλεύτρα· δεν ήταν μεγάλο, δυο δωμάτια όλο κι όλο, αλλά για τη Φαμπιόλα ήταν μια στέγη, είχε να βάζει κάπου το κεφάλι της χωρίς την αγωνία του ενοικίου. Συνομήλικοι ήταν, γύρω στα πενήντα έξι και οι δύο, αλλά εκείνη έμοιαζε μεγαλύτερη. Σκληρή ζωή, νύχτες σκληρές, είχε σκληρύνει και η ίδια. Τα χαρακτηριστικά της μαλάκωναν μόνο όταν καθόταν να φάει μια μπουκιά φαΐ και να πιει ένα ποτήρι κρασί παρέα μ’ έναν φίλο. Όπως με τον αγαπημένο της φίλο τον 
Έλληνα.

«Παράξενος είσαι», του είχε πει στις αρχές, όταν είχαν πρωτογνωριστεί. «Συναναστρέφεσαι με πόρνες και γλαροπούλια... Από πάντα έτσι ήσουν;»

Δεν ήταν άσχημη η Φαμπιόλα. Απεναντίας. Για την ηλικία της και το επάγγελμά της ήταν όμορφη γυναίκα. Λίγο πριν τα τριάντα της είχε κάνει ένα παιδί μ’ έναν μαφιόζο που δεν πρόλαβε να τον παντρευτεί γιατί τον σκότωσαν σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Εκείνος της είχε τάξει ότι μαζί του θ’ αλλάξει η ζωή της, θα σταματούσε την πορνεία και θα ασχολιόταν με την οικογένειά τους. Άρχιζε να ράβει το νυφικό της η Φαμπιόλα, πέντε μηνών έγκυος, και τότε εκείνον τον εκτέλεσαν. Γέννησε το παιδί, ένα αγοράκι, κι έπιασε δουλειά στην κουζίνα ενός ξενοδοχείου, έπλενε πιάτα. Δεν ήθελε να επιστρέψει στους δρόμους. Τα έφερνε δύσκολα βόλτα. Είχε χάσει ήδη τη μάνα της, πατέρα ή αδέλφια δεν είχε, και ζούσε μόνη της στο νοίκι. Δύο χρόνων το παιδί ανέβασε υψηλό πυρετό και πέθανε από μηνιγγίτιδα. Σάλεψε η Φαμπιόλα. Κλείστηκε σε μοναστήρι για κάνα χρόνο, μετά την ξανατράβηξε η γοητεία που είχαν οι νύχτες στο Πόρτο Τσέρβο, όταν από μακριά φαίνονταν τα φώτα από τα πλοία που έρχονταν, κι επέστρεψε στο λιμάνι. Άδεια και σκληρή. Χωρίς παιδί, χωρίς χρήματα, χωρίς καμία απολύτως προοπτική. Όταν κοιμόντουσαν οι πελάτες της, έλεγε στον φίλο της τον Έλληνα, έψαχνε τις τσέπες τους και τους έκλεβε ό,τι είχαν και δεν είχαν· ιταλικά χρήματα, ξένα νομίσματα, ρολόγια, τα πάντα. Δεν τους άφηνε τίποτα. Το πρωί, άλλοι τη χτυπούσαν, άλλοι άνοιγαν την πόρτα κι έφευγαν βλαστημώντας. Πάντως κανείς δεν έδειχνε συμπόνια, όπως παραπονιόταν στον Έλληνα, να την πλησιάσει, να κάνει μια προσπάθεια να αφουγκραστεί το κενό μέσα της, εκείνο που το γέμιζε με κλεψιές αρπάζοντας στα κρυφά άψυχα αντικείμενα, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν κάποιος να την αγαπήσει. Κι όσο αυτό της έλειπε, τόσο σκλήραινε κι έκλεβε, και τόσο τριγυρνούσε τις νύχτες στο λιμάνι να βρει πελάτες. Λίγα χρόνια μετά, ειδοποιήθηκε από δικηγόρο ότι έχει κληρονομήσει μια μονοκατοικία με δύο δωμάτια, ψηλά στον βράχο, από πελάτισσα της μητέρας της η οποία δεν είχε κανέναν συγγενή ή άλλο κληρονόμο.