Powered By Blogger

Translate

23 Οκτωβρίου 2023

Τέσσερις Καρχαρίες Σε Μπλε Βελούδο - Διήγημα

 

Στον ειδησεογραφικό ιστότοπο pet-sitting.gr διάβασα πριν λίγο καιρό, Ιούλιο του 2023, την ακόλουθη είδηση και κατόπιν έγραψα αυτό το διήγημα.

 

«Καρχαρίες εθισμένοι στην κοκαΐνη γλεντούν με ναρκωτικά που πετάχτηκαν στα ανοιχτά της Φλόριντα. Τεράστιες δέσμες κοκαΐνης ξεβράστηκαν στις παραλίες της Φλόριντα, που μεταφέρονταν λαθραία από τη Νότια και την Κεντρική Αμερική. Συχνά απορρίπτονται στη θάλασσα (τόσο για να δοθούν στους λαθρεμπόρους όσο και για να αποφύγουν την επιβολή του νόμου) και τα ρεύματα και οι παλίρροιες τους σπρώχνουν στην ακτή. Οι ψαράδες αφηγούνται ιστορίες καρχαριών που κατανάλωναν ναρκωτικά που έχουν διοχετευτεί στην περιοχή με τα ωκεάνια ρεύματα και ενεργούν με απροσδόκητους τρόπους».



 



     Τέσσερις καρχαρίες σε μπλε βελούδο

Διήγημα

 

Το κήτος είχε ξεβραστεί στην ακτή του νησιού. Τεράστιο. Αποκρουστικό. Προκαλούσε δέος. Σαν βάρκα που είχε αναποδογυρίσει, ήταν. Το δέρμα του είχε χρώμα γκρι που γυάλιζε στον ήλιο. Ήταν τοποθετημένος λοξά. Το μεγάλο στόμα του ήταν ανοιχτό, τα δόντια του είχαν μια απόκοσμη όψη και τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Φαινόταν ζωντανό. Κουνούσε με μια ελαφριά, σαν ετοιμοθάνατη αργή κίνηση, τα πτερύγια της ουράς του. Κάπου – κάπου κουνούσε και το σώμα του, σαν να έψαχνε τη θάλασσα, σαν να ήθελε να μπει ξανά στο νερό.

Όταν το είδε η γυναίκα στην ερημική παραλία έβγαλε μια δυνατή φωνή φόβου. Το είδε από ψηλά, από τα βράχια που στεκόταν. Πήγαινε συχνά στα βράχια, καθόταν και κοίταζε το πέλαγος. Περίμενε τον ναυτικό που της είχε υποσχεθεί κάποτε ότι θα επιστρέψει και δεν επέστρεψε ποτέ. Τα χρόνια είχαν περάσει. Τότε ήταν κοπέλα. Τώρα πια όχι. Αλλά τον περίμενε ακόμα. Με το που είδε το κήτος άφησε τα βράχια και άρχισε να τρέχει. Τα τσόκαρα που φορούσε βγήκαν από τα πόδια της. Έτρεχε και σκόνταφτε στις κοφτερές πέτρες. Λαχανιασμένη έφτασε στο χωριό της. Σαράντα σπίτια, μια εκκλησία, ένα καφενείο και μπακάλικο μαζί, ένα πέτρινο σχολείο. Νησιώτισσα ήταν, αλλά τέτοιο πράμα άλλη φορά δεν είχε ξαναδεί να ξεβράζει η θάλασσα. Μπήκε ξυπόλητη και λαχανιασμένη στο καφενείο. Πέντε συγχωριανοί της, οι δύο έπαιζαν τάβλι.

«Τι ‘ναι κυρά μου;»

«Τρεχάτε!» Φώναζε και κοβόταν η ανάσα της από το λαχάνιασμα.

«Τι συμβαίνει;»

«Κάτω στον γιαλό η θάλασσα έχει ξεβράσει ένα μεγάλο σκυλόψαρο. Είναι ζωντανό. Το είδα. Μοιάζει με καρχαρία».

Οι συγχωριανοί της την κοίταξαν ξαφνιασμένοι.

«Τι καρχαρίας, κυρά μου; Στα μέρη μας, καρχαρίας; Εδώ ούτε σκυλόψαρα δεν έχουμε».

«Έχει πιάσει τον μισό γιαλό με το σώμα του σας λέω. Τεράστιος. Και ζωντανός. Ελάτε να δείτε. Τον είδα ψηλά, από τα βράχια κι έτρεξα να σας το πω. Έχασα και τα τσόκαρά μου από το τρέξιμο».

Οι συγχωριανοί της κοίταξαν τα πόδια της. Ήταν γυμνά και ματωμένα.

«Άντε σπίτι να φορέσεις παπούτσια κι έλα να πάμε στην παραλία να μας τον δείξεις», της είπε ο ένας από αυτούς.

Τρέχει εκείνη σπίτι της και βάζει κάτι παλιοπέδιλα. Σε λίγα λεπτά οι θαμώνες του καφενείου, μαζί με τον πρόεδρο του χωριού και τη γυναίκα κατέβαιναν στον γιαλό. Δεν πλησίασαν πολύ. Στάθηκαν λίγα μέτρα μακριά από το κήτος και το κοίταζαν. Ήταν όπως τους το είχε περιγράψει η γυναίκα. Ένας τεράστιος καρχαρίας, σαν αναποδογυρισμένη βάρκα και ζωντανός. Κουνούσε αργά τα πτερύγια της ουράς του. Άνοιγε το στόμα του και τα λευκά δόντια ήσαν ανατριχιαστικά κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο.

«Πρόεδρε, τι λες να κάνουμε;» ρωτάει ο ένας.

«Πρέπει να έρθει εδώ ο γιατρός, ο κτηνίατρος, να δει τον καρχαρία, να μας πει τη γνώμη του. Ας πάει κάποιος να το φωνάξει».

Φεύγει ένας να φωνάξει τον κτηνίατρο. Όταν επέστρεψε, είχαν έρθει μαζί του καμιά εικοσαριά άτομα. Ο κτηνίατρος, ο παπάς του χωριού, ο δάσκαλος, κάτοικοι, παιδάκια. Κοίταζαν όλοι το κήτος με ανοιχτό στόμα και από απόσταση. Φοβόντουσαν. Δεν το πλησίαζε κανείς. Εκείνα τα δόντια του, κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, άστραφταν σαν λευκές λάμες. Όλοι έλεγαν ότι το κήτος έπρεπε να ξαναμπεί στη θάλασσα, αλλά δεν ήξεραν με ποιο τρόπο θα το έσπρωχναν.

«Είναι κι αυτό ένα πλάσμα του Θεού», είπε ο παπάς.

«Ναι, παπά μου, αλλά δεν πρέπει να μπει στη θάλασσα το πλάσμα του Θεού; Εκεί είναι το φυσικό του περιβάλλον», του είπε ο πρόεδρος.

«Να μπει, παιδί μου, και βέβαια να μπει στη θάλασσα, αλλά ποιος κοτάει να το πλησιάσει; Εσύ, κοτάς;»

Έκανε τον σταυρό του ο πρόεδρος. «Έχω οικογένεια, πάτερ», είπε στον παπά.

«Κι επειδή έχεις οικογένεια; Οι οικογενειάρχες, δηλαδή, δεν πάνε στον πόλεμο άμα γίνει πόλεμος; Θες να πεις ότι, τον καρχαρία, πρέπει να βάλουμε κάναν εργένη να τον σπρώξει στη θάλασσα; Μην έρθεις την Κυριακή να κοινωνήσεις. Δεν σε κοινωνών με αυτά που λες».

«Παπά», πετάγεται ο κτηνίατρος, «και όλοι μαζί να δοκιμάσουμε να σπρώξουμε τον καρχαρία, δεν θα μπορέσουμε να τον ρίξουμε στη θάλασσα. Ούτε που θα κουνηθεί από τη θέση του. Είναι γύρω στα οκτώ με δέκα μέτρα, τον βλέπεις. Ξέρεις πόσο μπορεί να ζυγίζει; Μπορεί και δύο χιλιάδες κιλά. Μετακινείται αυτό το κήτος, κατά τη γνώμη σου;»

«Και τι θα κάνουμε, παιδί μου; Να το αφήσουμε να ψοφήσει το ζωντανό πάνω στην άμμο;»

«Απόψε αναγκαστικά θα μείνει εδώ και το πρωί θα τηλεφωνήσω σ’ έναν φίλο μου ωκεανογράφο στην Αθήνα. Αυτός θα ξέρει να μας πει τι να κάνουμε. Άσε που δεν πιστεύω ότι ο καρχαρίας θα ζει μέχρι αύριο…»

«Μα, και νεκρός να είναι», είπε ο παπάς, «θα τον αφήσουμε εδώ στην παραλία;» Δεν απάντησε ο κτηνίατρος.

Έφυγαν όλοι και επέστρεψαν στο χωριό. Εκτός τη γυναίκα που είχε δει τον καρχαρία.

Ήταν ερημιά και το φεγγάρι αντανακλούσε στη θάλασσα. Η θάλασσα ήρεμη. Τη νύχτα έπεφτε ο αέρας. Είχε γαλήνη εκείνη η ώρα. Οι γλάροι είχαν σωπάσει. Καράβι στο πέλαγο δεν φαινόταν. Μόνο το θεόρατο κήτος άστραφτε κάτω από το φως του φεγγαριού. Η γυναίκα παρατήρησε ότι εδώ και ώρα δεν είχε κουνηθεί καθόλου η ουρά του. Ούτε είχε ανοιγοκλείσει τα σαγόνια του. Το στόμα του ήταν ανοιχτό, μια τρομαχτική εικόνα μεσ’ στη νύχτα. Τα λευκά δόντια του έμοιαζαν με μαρμάρινο γλυπτό καλλιτέχνη που είχε καταφέρει να αποδώσει με ακρίβεια την ανατριχίλα που προκαλεί το ανοιχτό στόμα ενός καρχαρία. Η γυναίκα τον πλησίασε δειλά. Σκεφτόταν ότι, και ζωντανός να ήταν, τι θα μπορούσε να της κάνει έξω από το φυσικό του περιβάλλον; Παρόλα αυτά, ήταν σίγουρη ότι ο καρχαρίας είχε πεθάνει. Έκανε ακόμα μερικά βήματα προς αυτόν. Τη χώριζαν δυο τρία μέτρα από τον καρχαρία. Στάθηκε και τον κοίταζε. Ήταν νεκρός. Το βλέμμα του καρφωμένο στο φεγγάρι, τα σαγόνια του σαν σπηλιά με κοφτερούς σταλακτίτες στην είσοδό της και το σώμα του ένα βουναλάκι λείο που το σκέπαζε λες ένα σατέν ύφασμα στο χρώμα του γραφίτη. Πλησίασε κι άλλο κοντά του. Είχε πεθάνει ο καρχαρίας, ήταν σίγουρο. Άφησε τη ματιά της να χωθεί στο βάθος του στόματός του. Από τι να πέθανε, άραγε, αναρωτήθηκε. Πώς βγήκε στην ξηρά αυτό το κήτος; Ποια δύναμη το έσπρωξε και το έβγαλε στην αμμουδιά που έπαιζε παιδί;

Ανέβηκε ξανά στα βράχια. Κάθισε χάμω. Είχε βρει μια μικρή γούβα ανάμεσα στα βράχια που είχε λείες πέτρες. Τα μάτια της στο πέλαγος, εκεί από όπου περίμενε τόσα χρόνια να επιστρέψει ο καλός της. Έγειρε το σώμα της, το μάζεψε σε στάση εμβρύου και κουλουριάστηκε στη γούβα. Ο απαλός ήχος της θάλασσας τη νανούριζε. Αποκοιμήθηκε. Δεν ήταν πρώτη φορά που κοιμόταν κοντά στη θάλασσα. Πολλά βράδια της άνοιξης και του καλοκαιριού, ακόμα του Σεπτέμβρη όταν ήταν ζεστός, έχοντας μαζί της μια μαλακή ζακέτα για να ακουμπάει το κεφάλι της, αποκοιμιόταν πάνω στο βράχο.   

Είδε όνειρο. Ότι υπήρχε τρόπος, λέει, να μάθουν πώς πέθανε ο καρχαρίας: να χρησιμοποιήσουν εκείνη την επιστημονική μέθοδο, που είχε δει κάποτε σε μια ταινία.

Πάνε μερικά χρόνια, όταν στο θερινό σινεμά στη χώρα του νησιού έγινε ένα αφιέρωμα σε Ιταλούς σκηνοθέτες. Είχε δει όλες τις ταινίες του αφιερώματος αγαπούσε πολύ τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον ιταλικό. Και από όλες τις ταινίες την είχε εντυπωσιάσει περισσότερο κάποια που λεγόταν «4 Μύγες σε Πράσινο Βελούδο» ο ελληνικός τίτλος, «4 Μύγες σε Γκρι Βελούδο» ο ιταλικός, του Ιταλού σκηνοθέτη Ντάριο Αρτζέντο, γνωστού για τις ταινίες τρόμου που σκηνοθετούσε, όπως έλεγαν οι πληροφορίες στο πρόγραμμα του αφιερώματος. Η υπόθεση της ταινίας ήταν ότι γίνονταν κάποιοι φόνοι στο περιβάλλον του πρωταγωνιστή, ιδιαίτερα ειδεχθείς, οι οποίοι για αρκετό διάστημα παρέμεναν ανεξιχνίαστοι. Μέχρι που η αστυνομία αποφάσισε να εφαρμόσει τη λεγόμενη Οπτογραφία, μια μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα και κατόπιν απορρίφθηκε από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα ως εγκληματική. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ανθρώπινο μάτι «γράφει» στον αμφιβληστροειδή την τελευταία εικόνα που είδε ο άνθρωπος λίγο πριν πεθάνει. Έτσι, αν φωτογραφηθεί το μάτι του νεκρού, θεωρητικά υπάρχει η δυνατότητα να φανεί η εικόνα που είδε ο άνθρωπος πριν ξεψυχήσει.

Στην ταινία του Ντάριο Αρτζέντο «4 Μύγες σε Πράσινο Βελούδο» η αστυνομία χρησιμοποίησε τη μέθοδο αυτή για να δημιουργήσει την εικόνα του τελευταίου πράγματος που είδε το θύμα. Ο τεχνικός που επεξεργάστηκε την εικόνα είπε πως, αυτό που φάνηκε, ήταν «τέσσερις μύγες σε γκρι βελούδο». Αρχικά οι ερευνητές της αστυνομίας δεν μπορούσαν να βγάλουν συμπέρασμα από τη συγκεκριμένη εικόνα. Μέχρι που κάποια στιγμή το μυστήριο λύθηκε. Ο δολοφόνος ήταν γυναίκα που φορούσε στο λαιμό ένα μενταγιόν. Το μενταγιόν ήταν μια μύγα κλεισμένη σε γυαλί και καθώς το μενταγιόν αιωρούνταν από την κίνηση του σώματος της γυναίκας, έδινε την εντύπωση πολλών μυγών πάνω σε γκρι φόντο. Ήταν η εικόνα που είχε δει το θύμα λίγο πριν πεθάνει από τα χέρια της γυναίκας με το μενταγιόν.

Η γυναίκα στο βράχο είδε στο όνειρο πως ζήτησε από την αστυνομία να ακολουθήσει την ίδια μέθοδο και για τον καρχαρία, για να δουν τι είδε ο καρχαρίας λίγο πριν πεθάνει, και άρα μπορέσουν ίσως να απαντήσουν στο ερώτημα πώς βρέθηκε στην παραλία και τι ήταν εκείνο που τελικά τον σκότωσε.  Η αστυνομία, λέει, δέχτηκε. Ήρθε στο νησί ειδικός φωτογράφος της αστυνομίας και φωτογράφησε τα ανοιχτά νεκρά μάτια του καρχαρία. Επεξεργάστηκαν κατόπιν σε ειδικά εργαστήρια την εικόνα και είδαν ότι στο βλέμμα του καρχαρία είχαν αποτυπωθεί τέσσερις μεγάλοι καρχαρίες με φόντο το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας.

Και όχι μόνο αυτό. Η γυναίκα είδε ακόμα στο όνειρο ότι η μέθοδος της Οπτογραφίας είχε εξελιχθεί και πλέον υπήρχε η δυνατότητα η στατική εικόνα της φωτογραφίας να αποκτήσει κίνηση. Έτσι, αυτό που είχε δει ο καρχαρίας λίγο πριν πεθάνει, μπορούσαν τώρα να το δουν ολοκάθαρα σαν σε  βίντεο. Η εικόνα έδειξε μια ομάδα από καρχαρίες βαθιά στη θάλασσα να συμπεριφέρονται παράξενα, σαν να έπαιζαν μεταξύ τους όπως τα παιδάκια στην παιδική χαρά. Έκαναν κύκλους με το ογκώδες σώμα τους, έπειτα κολυμπούσαν προς την επιφάνεια της θάλασσας, έβγαζαν τα σαγόνια τους έξω στο νερό, ξαναβυθίζονταν, στροβιλίζονταν με χορευτικές φιγούρες μπαλέτου και όλα αυτά με φόντο το πανέμορφο θαλασσί χρώμα της θάλασσας που ακτινοβολούσε από το δυνατό φως του ήλιου. Παράλληλα, κάτι μεγάλα καφετιά δέματα τυλιγμένα με μονωτική ταινία έπεφταν στη θάλασσα από καράβια και οι καρχαρίες άνοιγαν τα τεράστια σαγόνια τους και ξέσκιζαν το περιτύλιγμά τους. Και τότε, μια λευκή σκόνη ξεχυνόταν στο τεράστιο στόμα τους και οι καρχαρίες τρώγοντάς την έκαναν σαν τρελοί, σαν δελφίνια που χορεύουν σε πισίνες επιδείξεων.  Άνοιγαν τα τεράστια σαγόνια τους και όλη αυτή η λευκή σκόνη, που ήταν κοκαΐνη, μαζί με μικρά ψαράκια που περνούσαν τυχαία από εκεί, έμπαινε στο στόμα τους, οι καρχαρίες την έτρωγαν και χοροπηδούσαν και χτυπούσαν τα πτερύγιά τους δεξιά και αριστερά και τα δέματα τελειωμό δεν είχαν. Δεκάδες καφετιά δέματα έπεφταν στη θάλασσα και πριν προλάβουν να φτάσουν στον βυθό δεκάδες κοφτερά δόντια καρχαριών έπεφταν πάνω τους και τα έτρωγαν.

Στο όνειρο της γυναίκας, ο καρχαρίας που αργότερα βρέθηκε στο νησί, μεσ’ στη σαστιμάρα του άρχισε, λέει, σιγά – σιγά να απομακρύνεται από τους άλλους, χορεύοντας. Και όπως έφευγε από το κοπάδι η ματιά του είχε σταθεί σε τέσσερις καρχαρίες που τους έβλεπε να απομακρύνονται από κοντά του, με φόντο το μπλε βελούδινο χρώμα της θάλασσας. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που κατέγραψαν τα μάτια του. Έπειτα άρχισε να ζαλίζεται. Στριφογύρναγε στο νερό σαν να είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Κάποια στιγμή έδειχνε ότι δεν άντεχε άλλο. Σταμάτησε να κινείται και αφέθηκε να τον οδηγήσει το ρεύμα του ωκεανού. Μόνο τα πτερύγιά του κουνούσε ελαφρά, κάπου – κάπου. Τον ξέβρασε η θάλασσα στο νησί. Για αρκετές ώρες ήταν ζωντανός. Μετά, αποκοιμήθηκε. Μετά πέθανε. Εκεί, τέλειωνε και το όνειρο της γυναίκας.

 

Χαράματα στο πέλαγο και η γυναίκα ξύπνησε. Πρώτη της κίνηση να στρέψει τα μάτια στη θάλασσα μπας και δει το καράβι με τον καλό της να έρχεται. Δεν είδε τίποτα. Οι γλάροι πετούσαν κοντά της, άκουγε τη χαρακτηριστική φωνή τους. Γύρισε και κοίταξε κάτω, προς την παραλία. Το κουφάρι τού καρχαρία έστεκε εκεί, απόκοσμα τρομαχτικό καθώς το φώτιζε το πρώτο φως της μέρας. Έφερε στη μνήμη της με κάθε λεπτομέρεια το όνειρο που είδε.

Σηκώθηκε κι έτρεξε στο χωριό. Πήγε στο σπίτι της κι έριξε νερό στο πρόσωπό της. Έφτιαξε τσάι. Το ήπιε βιαστικά. Έπειτα έφυγε και πήγε να βρει τον θείο της. Έμενε μόνος, λίγο πιο πέρα. Τον είδε στο μποστάνι του να σκαλίζει.

«Θείε, καλημέρα. Θα χρειαστώ το πριόνι σου».

Γύρισε, την κοίταξε εκείνος.

«Καλημέρα παιδί μου, Τι να το κάνεις το πριόνι;»

«Είναι ένα κήτος κάτω, στην παραλία. Δεν το έμαθες; Από χθες είναι. Το ‘βγαλε η θάλασσα ζωντανό. Σήμερα έχει ψοφήσει. Είναι καρχαρίας. Το είπε και ο κτηνίατρος που το είδε. Θα μου δώσεις το πριόνι σου;»

«Και το πριόνι τι το θες;»

«Να ανοίξω την κοιλιά του, θείε. Να δω τι έχει. Είδα όνειρο ότι έφαγε κάτι παράξενο που πέταξαν οι άνθρωποι στη θάλασσα και μετά ο καρχαρίας ψόφησε».

«Ε, και; Τι σε νοιάζει εσένα πώς ψόφησε ο καρχαρίας; Ίδια η μάνα σου είσαι. Κι εκείνη έτσι ήταν. Περίεργος άνθρωπος. Και πεισματάρα. Εγώ που την είχα αδελφή και πάλι δεν την καταλάβαινα. Ξέρω πως, αν δεν σου δώσω το πριόνι, θα με σκάσεις και στο τέλος θα το πάρεις. Θες να έρθω μαζί σου; Πώς θα πριονίσεις μόνη σου το κήτος; Εύκολο το θεωρείς; Κάτσε να έρθω, να σε βοηθήσω. Ίδια η μάνα σου είσαι».

Θείος και ανιψιά έφυγαν για την στην παραλία. Ο θείος είχε μαζί του το πριόνι. Έφτασαν στα βράχια. Κοίταξαν κάτω, στην ακτή. Το κήτος ήταν ψόφιο. Σαν απόκοσμο τέρας ήταν.

«Είδες, θείε, πόσο μεγάλος είναι;»

«Τι ’ν’ τούτο, κόρη μου; Αυτό είναι θεριό! Το βλέπεις και τρομάζεις. Και θέλεις να ανοίξουμε την κοιλιά του;»

«Θέλω».

Κατέβηκαν από τα βράχια και πήγαν στην παραλία. Ο θείος, αν και πρωί, ίδρωνε. Πριόνιζε, ξαναπριόνιζε, τεράστια η κοιλιά του κήτους. Είχε σκαρφαλώσει πάνω του και έμοιαζε με εργάτη που δουλεύει στο σκαρί κάποιου καρνάγιου. Σιγά – σιγά ο ήλιος ανέβαινε ψηλά. Ο θείος δεν σταματούσε. Ήξερε πως, αν δεν έκανε το χατίρι της ανιψιάς του, θα το έκανε εκείνη μόνη της. Πριόνιζε με τον ήχο των γλάρων να αναμιγνύεται με τον ανατριχιαστικό ήχο του πριονίσματος. Ξαφνικά, αναφώνησε.

«Κόρη μου! Τι είν’ όλα τούτα;»

Σκαρφαλώνει η ανιψιά του στο κήτος, γλιστράνε τα παλιοπέδιλα, της φεύγουν, ξαναμένει ξυπόλητη. Σκύβει στην ανοιγμένη κοιλιά, κοιτάει. Άνοιξε τα μάτια της τεράστια. Δέματα τυλιγμένα με καφέ χοντρό χαρτί, άλλα κλειστά, άλλα ανοιγμένα, μια σκόνη λευκή σκορπισμένη παντού στην κοιλιά του καρχαρία, και κοιτώντας καλύτερα διέκρινε και κάτι ανθρώπινα μέλη. Πόδια, χέρια, κεφάλια κομμένα, μικρά σωματάκια παιδιών, και χαρτιά, πολλά χαρτιά. Σαστισμένη απλώνει το χέρι και παίρνει ένα χαρτί. Το κοιτάει. Ήταν φύλλο από διαβατήριο. Πιο κει, ένα ολόκληρο διαβατήριο. Το παίρνει. Το ανοίγει. Βλέπει τη φωτογραφία μιας κοπέλας. Διαβάζει το όνομα. Φατιμέ. Χώρα προέλευσης Συρία. Δίπλα του κι άλλο διαβατήριο. Το ανοίγει. Η φωτογραφία ενός άντρα. Αχμάντ. Χώρα προέλευσης Συρία. Ανάμεσά τους κοκαΐνη. Σκόνη λευκή, ανάκατη με άψυχα σώματα. Και κορμάκια παιδιών διαμελισμένα και όλα αυτά πασπαλισμένα με κόκα.

«Τι ‘ν’ όλα τούτα, κόρη μου;»

«Η εικόνα της ανθρωπότητας, θείε μου.  Η τροφή του καρχαρία. Η ανθρωπότητα ό,τι δεν θέλει το πετάει στη θάλασσα: πρόσφυγες, κοκαΐνη, ναυάγια που δεν περισυλλέγονται…»

«Τι κάνουμε τώρα, παιδί μου;»

«Φωνάζουμε τον παπά να διαβάσει μια προσευχή στις ψυχές τους και κάπου θα πρέπει να θάψουμε τα άψυχα σώματα. Δεν μου πάει να ανακατευτούν οι πεθαμένοι πρόσφυγες με την πεταμένη κόκα… Πάω στο χωριό θείε, να φωνάξω τον παπά και τους συγχωριανούς, να σκάψουμε πριν νυχτώσει».  

Λίγη ώρα μετά είχε μαζευτεί όλο το χωριό στην παραλία. Κοίταξαν την κοιλιά του κήτους, έμειναν βουβοί, σταυροκοπήθηκαν και άρχισαν να σκάβουν τάφους. Ήρθε το σούρουπο και ακόμα έσκαβαν. Μισά σώματα έθαβαν. Δαγκωμένα κεφάλια και πόδια. Μικρά παιδιά χωρίς χέρια. Σπάραζε η ψυχή τους αλλά δεν ήθελαν να αφήσουν άταφους τους νεκρούς.

Γέμισε η ακτή με λάκκους και οι λάκκοι γέμισαν με σορούς που βγήκαν από την κοιλιά του κήτους. Και οι λάκκοι έγιναν τάφοι. Και οι τάφοι σκεπάστηκαν με άμμο, και ο παπάς έψαλε, και οι χωρικοί μαζέψανε κοχύλια και σχημάτισαν πάνω στους τάφους σταυρούς. Ηλιοβασίλεμα βουβό που έκαιγε την ψυχή και το κουφάρι του καρχαρία άδειο πλέον από κόκα και πρόσφυγες. Όλοι μαζί στο τέλος οι νησιώτες κάτοικοι έσπρωξαν το άδειο κουφάρι του κήτους και το έσυραν με κόπο στη θάλασσα. Μπήκαν στα κύματα ως το γόνατο, άντρες γυναίκες, μικρά παιδιά. Το έσπρωχναν μέχρι που το είδαν η δύναμη της θάλασσας να το τραβάει μέσα. Χάθηκε σε λίγο. Απομακρύνθηκαν σιωπηλοί οι νησιώτες, έφυγαν για το χωριό και πίσω τους γυάλιζαν στο απογευματινό φως οι σταυροί από κοχύλια πάνω στους τάφους.

Η γυναίκα δεν τους ακολούθησε. Πήγε στους βράχους και στάθηκε και κοίταζε μακριά το πέλαγο, εκεί από όπου είχε δει τους ναυτικούς του χωριού της να επιστρέφουν μετά από μήνες στις αγαπημένες τους.

 

 

                                                                                Βικτώρια Μακρή

 

 

Στη μνήμη του Αντώνη Καργιώτη που πνίγηκε το βράδυ της Τρίτης 5/9/2023 στο λιμάνι του Πειραιά στα απόνερα του Blue Horizon, όταν το πλήρωμα τον έριξε στη θάλασσα, καθώς εκείνος προσπαθούσε να ανέβει στον καταπέλτη του  πλοίου για να ταξιδέψει στην Κρήτη.




Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2023 στο τεύχος  Νο 75

      του περιοδικού  «δε|κατα» με θέμα: «Ό,τι να ΄ναι, αρκεί να ΄ναι καλογραμμένο».     

   Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού  ποιητή και συγγραφέα,

                                                 Ντίνο Σιώτη,  για τη δημοσίευση.    





19 Ιουλίου 2023

Τήνος – Το τάμα που ενέπνευσε (Βιωματικό κείμενο)

Φωτογραφία του συγκεκριμένου τάματος από τον αδελφό μου
 φωτογράφο Βασίλη Μακρή


                                   Τήνος – Το τάμα που ενέπνευσε

                                       

                                                      Βιωματικό κείμενο

                             

 

 

Έχω μόλις τελειώσει το δημοτικό και το φθινόπωρο βρίσκομαι στο γυμνάσιο. Μαράσλειο. Ψηλοί τοίχοι στην αυλή και καθηγήτριες αγέλαστες. Φοβόμουν, κάπως. Δώδεκα χρονώ παιδάκι. «Μακρή, καμπουριάζεις», μου έλεγε η γυμνάστρια αυστηρά, στο μάθημά της. «Ίσιωσε την πλάτη σου». Την ίσιωνα. Την κρατούσα ίση όσο κρατούσε η γυμναστική. Στο κουδούνι ότι τέλειωσε η ώρα, ξανακαμπούριαζα με την ησυχία μου.

Παπαδιαμάντης και Καβάφης οι αγαπημένοι μου. Στον Παπαδιαμάντη ήμουν ερωτευμένη με τις φτωχές γριές των χωριών, τις Σταχομαζώχτρες που πίστευαν στον Θεό με μια δύναμη που με άφηνε άφωνη. «Μα, μια στάλα άνθρωπος», έλεγα μόνη μου, «μαζεμένη, σκυφτή, αδύνατη. Πού τη βρίσκει τόση δύναμη και πιστεύει;» Διότι, ως παιδάκι που ήμουν, φανταζόμουν την εσωτερική δύναμη να έχει να κάνει με τη εξωτερική, με τη γυναίκα που έχει ένα ψηλό σώμα. «Άρα, μια σταχομαζώχτρα, πώς αντέχει και πιστεύει και δεν λυγίζει;» έλεγα.

Και πάμε με τους γονείς μου ένα σαββατοκύριακο στην Τήνο. Και βλέπω πρώτη φορά την Τήνο στη ζωή μου, και πρώτη φορά στη ζωή μου αντικρίζω τόσες πολλές Σταχομαζώχτρες να σκύβουν σιωπηλές το κεφάλι μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης. Δεν μπορώ να θυμηθώ και ενδεχομένως να μη θέλω να θυμηθώ πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Όσα όμως χρόνια  και να έχουν περάσει, όποτε ανασύρω από τη μνήμη μου την εικόνα εκείνη, η εικόνα είναι πεντακάθαρη. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σαν να μη μεγάλωσα, να μην πέθαναν οι γονείς μου, σαν να μην έχουν πεθάνει όλες εκείνες οι γερόντισσες – οι αγαπημένες μου Σταχομαζώχτρες, όπως μου άρεσε πάντα να τις αποκαλώ.

Πλησιάζω και εγώ δειλά την εικόνα της Παναγίας της Τήνου. Μου φάνηκε θεόρατη, - παιδάκι ακόμα εγώ, δώδεκα χρονώ -, μεγαλοπρεπής, ντυμένη με όμορφα ασημένια στολίδια, όμορφη, πόσο όμορφη! Πλησιάζω πιο κοντά. Η εικόνα μοσχοβολάει άνθη λεμονιάς. Πριν από μένα, έχω δει μια Σταχομαζώχτρα να κρατάει στο χέρι της φλούδες από λεμόνι και να πλησιάζει το εικόνισμα. Στο άλλο χέρι έχει ένα λευκό μικρό πανάκι. Πλησιάζει τις φλούδες στο γυαλί και σε διάφορα σημεία τις τσακίζει και αυτές πιτσιλάνε στο τζάμι της εικόνας τους χυμούς τους. Οι πιτσιλιές από λεμόνι μένουν πάνω στην εικόνα. Με το λευκό πανάκι η Σταχομαζώχτρα απλώνει τις πιτσιλιές λεμονιού σε όλο το τζάμι της εικόνας, μέχρι εκεί που έφτανε το μπόι της. Πιο πάνω δεν μπορούσε. Και απομακρύνθηκε. Πίσω της ήμουν εγώ. Ήρθε η σειρά μου να προσκυνήσω. Μοσχοβολιά μεγάλη η εικόνα και μπρος στα μάτια μου κρέμεται με μια χοντρή καδένα ένα ασημένιο καράβι. Το κοιτάω καλύτερα. Υπάρχει ένα ψάρι στην άκρη του καραβιού, σφηνωμένο, σαν να έχει κάνει προσπάθεια να μπει στο καράβι και να μη χώρεσε, και ούτε να μπόρεσε να ξαναβγεί. Πιο πολύ και από το πρόσωπο της Παναγίας στην εικόνα, στέκομαι στο ασημένιο αυτό καράβι.

Βραδάκι της ίδιας ημέρας και είμαι με τους γονείς μου σε ταβέρνα του νησιού. Μαρίδα και φάβα στα πιάτα. Η εικόνα του καραβιού με το ψάρι, στα μάτια μου. «Μπαμπά, είδες ένα ασημένιο καράβι που κρεμόταν στην εικόνα της Παναγίας;» Μπαμπάς: «Στο καράβι αυτό είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα σ’ ένα ταξίδι του και έμπαζε νερά. Ήταν στο πέλαγος. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Θα βουλιάζανε. Ο καπετάνιος έκανε τον σταυρό του και ζήτησε από την Παναγία να τους βοηθήσει. Σε λίγο διαπίστωσαν ότι το καράβι είχε σταματήσει να μπάζει νερά. Συνέχισαν το ταξίδι τους. Στο λιμάνι που έφτασαν κατέβηκαν δύτες να ελέγξουν σε τι κατάσταση βρίσκεται το καράβι. Είδαν τη τρύπα που είχε ανοιχτεί και μεσ’ στην τρύπα είχε σφηνώσει ένα τεράστιο ψάρι. Προφανώς, πήγε να μπει το ψάρι αλλά σφήνωσε και τα λέπια του δεν του επέτρεπαν να κάνει προς τα έξω και να φύγει, κι έμεινε εκεί σφηνωμένο. Το ψάρι εμπόδισε το καράβι να μπει άλλο νερό στο καράβι και να βουλιάξει. Αυτό που είδες είναι το τάμα που έφερε ο καπετάνιος στην Παναγία. Το ψάρι, τους έσωσε». 

Επιστροφή στο σχολείο με την ψηλή μάντρα που φάνταζε στα μάτια μου σαν τοίχος φυλακής. Πρώτη ώρα αρχαία. Έρχεται η καθηγήτρια. Πριν ξεκινήσει το μάθημα, μας λέει: «Ήρθε ειδοποίηση από το υπουργείο ότι θα γίνει ένας πανελλήνιος μαθητικός διαγωνισμός ζωγραφικής. Ζωγραφίζετε ό,τι θέλετε, το θέμα είναι ελεύθερο, και το πάτε στο γραφείο της διευθύντριας με το όνομά σας. Επιτροπή αξιολόγησης του υπουργείου θα αξιολογήσει τις ζωγραφιές και όποια βγει πρώτη θα γίνει γραμματόσημο. Μακρή, ζωγραφίζεις, έτσι δεν είναι;» «Μάλιστα, κυρία». «Ωραία, στείλε λοιπόν μια ζωγραφιά, μπας και κερδίσεις και ακουστεί το σχολείο μας». «Μα, είναι το Μαράσλειο, ακούγεται έτσι κι αλλιώς…» «Μακρή, μη βγάζεις γλώσσα και μη σκύβεις. Η γυμνάστρια στο λέει συνέχεια».

Η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε η ζωγραφική από μικρό παιδί. Ο πατέρας μου ήταν ερασιτέχνης ζωγράφος, ζωγράφιζε με λάδι και κάρβουνο, και όπως έλεγαν του είχα μοιάσει. Παίρνω ένα μεγάλο χαρτόνι και τις μπογιές μου. Μπροστά μου έρχεται η εικόνα της Παναγίας με τα χιλιάδες τάματα, μεταξύ των οποίων το πιο εντυπωσιακό στα παιδικά μου μάτια ήταν το καράβι με το ψάρι που σφήνωσε στην τρύπα. Φτιάχνω τη ζωγραφιά που θα έφτιαχνε ένα παιδί δώδεκα χρόνων. Μια τεράστια εικόνα, μια όμορφη γυναίκα που ήταν η Παναγία, και μπροστά στα μάτια της κρεμόταν το ασημένιο τάμα με το καράβι. Θυμάμαι δε, ότι, κάπου σε μια άκρη, είχα ζωγραφίσει κι ένα λεμονάκι, με δυο τρεις λεμονανθούς. Το δείχνω στους γονείς μου, υπέροχο, είπαν. Το πάω στο σχολείο, το δίνω στη Γυμνασιάρχη, το κοιτάει, της άρεσε.

Έχω θολή μνήμη από εκεί και ύστερα. Είναι πολλά τα χρόνια (Άρη…) Πάντως, θυμάμαι ότι ενημερώθηκα ότι πήρα το πρώτο βραβείο και ότι βέβαια η ζωγραφιά μου θα γίνει γραμματόσημο. Ποτέ δεν είδα αυτό το γραμματόσημο, ποτέ δεν μου επέστρεψαν, τουλάχιστον, τη ζωγραφιά μου, να έχω να τη βλέπω.

Για μένα η Τήνος είναι συνυφασμένη με αυτό όλο το δρώμενο, που έχει για μένα μια ιδιαίτερη συγκινησιακή φόρτιση: ταξίδι, Κάβο Ντόρο, το πλοίο που εκεί κουνάει πολύ, το νησί, η εικόνα της Μεγαλόχαρης, οι αγαπημένες Σταχομαζώχτρες που προσκυνούν με τις ώρες το εικόνισμα, τα ασημένια  τάματα, μυρωδιά από λεμονανθούς και λιβάνι, το παράπονό μου ότι ενημερώθηκα ότι η ζωγραφιά μου κέρδισε αλλά ποτέ δεν είδα το βραβείο.

Επιπλέον, η Τήνος έχει εντός μου αυτήν την ανερμήνευτη ομορφιά της πίστης. Τι είναι η πίστη; Τι σημαίνει τάζω στον Θεό κάτι; Τι σημαίνει φοράω γκρι φτωχικά ρούχα, καθαρίζω την εικόνα της Παναγίας με λεμονανθούς και τα μάτια μου είναι γαλήνια; Από πού πηγάζει αυτή η γαλήνη, όλων αυτών των γυναικών που, το μόνο που έχουν στη ζωή τους, είναι η πίστη ότι η Παναγιά τις ακούει και τις βοηθάει;…



(Το καλοκαίρι του 2023, ο ποιητής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα  Ντίνος Σιώτης, κυκλοφόρησε το 74ο τεύχος με θέμα την Τήνο και τίτλο «Τήνος on my mind». Η παρουσίαση του περιοδικού προγραμματίστηκε να γίνει στη Μοσχούλα στη Χώρα της Τήνου, την Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023, στις 8 το βράδυ. Στην ύλη του συμπεριλαμβάνεται και το κείμενό μου «Τήνος - Το τάμα που ενέπνευσε». Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή Ντίνο Σιώτη).










 

19 Οκτωβρίου 2022

Δυο φιλενάδες συζητούν στο τηλέφωνο - Διήγημα




Δυο φιλενάδες συζητούν στο τηλέφωνο

 

Διήγημα



 

- Καλημέρα αγαπημένη μου!

- Καλημέρα!

- Ενοχλώ;

- Όχι. Μόλις έβαλα τη χορτόπιτα στο φούρνο. Έχω βάλει και πλυντήριο. Όταν γίνει η πίτα θα πάω στο φαρμακείο.

- Αχάραγα ξύπνησες;

- Οκτώ το πρωί το λες και αχάραγα. Πε μου τι κάνεις;

- Φιλεναδούλα μου, η απάντηση που μπορώ να σου δώσω συμπυκνώνεται σε δυο λέξεις: θέλω κατοικίδιο.

- Κι άλλο; Αφού έχεις, τον Ρόξυ.

- Ο Ρόξυ είναι σκύλος.

- Το ξέρω.

- Εγώ θέλω κατοικίδιο.

- Κι ο Ρόξυ τι είναι;

- Μωρό μου, δεν με καταλαβαίνεις. Θα βρω άλλη φιλενάδα που να με καταλαβαίνει.

- Λοιπόν, πάμε πάλι από την αρχή. Λέγε, σε ακούω.

- Φιλεναδούλα μου, γεια σου. Θέλω κατοικίδιο.

- Συνέχισε.

- Εννοώ άντρα.

- Αγαπημένη μου, τι πίνεις πρωί-πρωί;

- Καφέ. Διπλό.

- Να σου πω, μάλλον αυτά που μου λες πρέπει να είναι παρενέργειες του καφέ. Μπορεί να σε πειράζει η καφεΐνη. Και μάλιστα καφές διπλός. Μην ξαναπιείς. Άστο. Θα χειροτερεύσεις. Πίνε τσάι.

- Θα συνεχίσω σαν να μην σε άκουσα: λοιπόν, μωρό μου, θέλω άντρα.

- Οκέι, τώρα το διατύπωσες καλύτερα. Παρόλα αυτά, αυτό με τον καφέ να το κοιτάξεις.

- Άντρα κατοικίδιο.

- Ρε, συ! Μη με σκας! Αισθάνομαι σαν να παθαίνω εγκεφαλικό! Πονάει το μυαλό μου όταν σε ακούω! Πες μου με δικά σου λόγια τι ακριβώς εννοείς, κάνε μια προσπάθεια. Ανησυχώ μήπως εκδηλώνεις συμπτώματα αλτσχάιμερ.

- Λοιπόν, μη με διακόπτεις. Άκου με. Εντάξει; Και θα καταλάβεις τι λέω. Μη μιλάς.

- Εντάξει.

- Το κατοικίδιο, τι είναι; Η έννοια κατοικίδιο, τι συμπεριλαμβάνει; Κατοικίδιο, σύμφωνα με τα λεξικά που κοίταξα, είναι ένα επιλεγμένο ζώο από κάποιον άνθρωπο για προστασία ή ψυχαγωγία.

- Ισχύει.

- Μη μιλάς, λέμε. Χάνω τον ειρμό μου. Τι έλεγα;

- Τον ορισμό του κατοικίδιου.

- Ωραία, Οπότε, αν κατοικίδιο, είναι ένα επιλεγμένο ζώο από κάποιον άνθρωπο για προστασία ή ψυχαγωγία, τότε γιατί ο άντρας να μην ονομάζεται και αυτός κατοικίδιο; Αφού τον επιλέγω για την ψυχαγωγία μου. Μη σου πω και για την προστασία μου.

- Ερώτηση κάνεις; Περιμένεις απάντηση;

- Όχι, δεν κάνω ερώτηση. Συλλογισμό κάνω. Μη μιλάς, είπαμε. Άσε με να ολοκληρώσω. Λοιπόν, αν άντρας, μέχρι τώρα πάντα, και σύμφωνα βεβαίως με αυτά που ξέρουμε, είναι κάποιος που μόλις σε παντρευτεί αρχίζει και βαριέται την ώρα και τη στιγμή που κατοικεί στο ίδιο σπίτι μαζί σου και που περνάει καλύτερα με τις αντροπαρέες και τα ξενοπηδήματά του, και αν από την άλλη κατοικίδιο είναι ένα επιλεγμένο ζώο για την προστασία και την ψυχαγωγία του ανθρώπου, τότε επιλέγω να θέλω έναν κατοικίδιο άντρα. Πώς το ακούς;

- Βρε φιλεναδούλα μου, με τσάκισες πρωί-πρωί! Δηλαδή, μου ανατρέπεις όλη μου την κοσμοθεωρία για τον έρωτα και τον άντρα! Δεν με λυπάσαι;

- Γιατί, ποια είναι η κοσμοθεωρία σου για τον έρωτα που ξαφνικά ανατρέπεται;

- Η κοσμοθεωρία μου είναι ένας έρωτας ξέρω γω, που μπαίνει με θόρυβο στην ήσυχη ζωούλα σου και σε ξαφνιάζει, που σε ξεβολεύει απότομα από την κοσμάρα σου που ζούσες μέχρι τότε, που σου κάνει το τραπέζι στα γενέθλιά σου σ’ ένα υπόγειο μαγειρείο στην Πλάκα με σπιτικό φρικασέ που το μαγείρεψε η μάνα του ταβερνιάρη ξέρω γω, και μετά που σε πηδάει στα Αναφιώτικα πίσω από μια ανθισμένη βουκαμβίλια. Και τα χαράματα που έχει πιάσει βροχή σε πάει σπίτι του, βάζει βινύλιο στο πικάπ - γιατί τι διάολο εξαιρετικός έρωτας θα ήταν αυτός χωρίς να έχει βινύλια με τη φωνάρα της Τζάνις - και σου προσφέρει ένα πανάκριβο μπράντι σε κρυστάλλινο ποτήρι, ξέρω γω. Αυτό.

- Φιλεναδούλα μου αγαπημένη, άσε τα σενάρια επιστημονικής και σχιζοφρενικής φαντασίας και άκου το εξής: Ξέρεις γιατί μια ζωή είμαστε πιο πολύ μόνες παρά σε σχέση ή γάμο; Ξέρεις γιατί γουστάραμε τρελά τη συχωρεμένη τη Μαριανίνα Κριεζή που έγραψε τον κορυφαίο στίχο, «όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός;»

- Όχι, δεν ξέρω, για πες.

- Επειδή είχαμε από μικρές το ταλέντο ή το τικ, - δεν ξέρω τι από τα δύο, ίσως και τα δύο -, να μπερδεύουμε τους άντρες με τους σκύλους. Θέλαμε δίπλα μας ένα ον πιστό και αντί να πάρουμε σκύλο που είναι γεννημένος να είναι πιστός, παίρναμε έναν άντρα και του βάζαμε λουρί στο λαιμό. Τον κάναμε σκύλο, δηλαδή, τον άντρα. Και χάναμε τα αυγά μας και τα πασχάλια μας. Είχαμε πάντα την αναθεματισμένη επιθυμία οι άλλοι να τρέχουν πίσω από εμάς και να μας υπηρετούν, και ξεχνούσαμε ότι και οι άλλοι το ίδιο ακριβώς ήθελαν από εμάς. Ένα τικ που το έχω κι εγώ, το παραδέχομαι, και σου τηλεφωνώ πρωί-πρωί και σου λέω αυτά που σου λέω. Συμφωνείς φιλεναδούλα μου;

- Τίμιο ακούγεται.

 

(Σιωπή για λίγο).

 

- Εδώ είσαι;

- Πού να είμαι;

- Δεν σε ακούω να μιλάς και είπα μπας και πήγες να δεις την χορτόπιτα.

- Η χορτόπιτα είναι εντάξει, αλλά σκέφτομαι.

- Τι σκέφτεσαι;

- Να, ότι τελικά εμείς οι άνθρωποι, άντρες - γυναίκες, είμαστε εγωιστές, όπως και να το κάνεις. Θέλουμε ο σύντροφός μας να έχει τα χαρακτηριστικά του σκύλου γιατί το πρώτο χαρακτηριστικό στον χαρακτήρα του σκύλου είναι η πίστη. Θέλουμε κάποιον δίπλα μας να μας έχει αφεντικό. Να μην ξενοκοιτάει. Να κοιτάει στα μάτια μόνο εμάς. Να τον εγκαταλείπουμε στο δρόμο κι αυτός να έρχεται τρέχοντας στο σπίτι μας και να χτυπάει την πόρτα μας. Να κουλουριάζεται μόνο στη δική μας αγκαλιά. Να είναι στη φύση του να μας κρατάει συντροφιά μέχρι να πεθάνει – αυτός ή εμείς. Να μας παρέχει ασφάλεια, ότι άμα μας πειράξει κάποιος θα τον δαγκώσει στο λαρύγγι. Δεν ξέρω βρε φιλεναδούλα μου αλλά ώρες-ώρες αναρωτιέμαι μήπως  κάποιες από εμάς τις γυναίκες που δινόμαστε με πάθος στους σκύλους, που τους αγοράζουμε πανάκριβα δερμάτινα λουριά, τους ταίζουμε γκουρμέ σκυλοτροφές, τους πλένουμε με ειδικά σαμπουάν εισαγωγής, είναι επειδή δεν βρήκαμε στους άντρες την αφοσίωση που θέλαμε και εντέλει τη βρήκαμε στους σκύλους. Θέλω να πω, πολλές φορές αγαπάμε τα ζώα όχι επειδή είμαστε αληθινά φιλόζωοι αλλά επειδή το ζώο, και ειδικά ο σκύλος, εξυπηρετεί το εγώ μας, μας καλύπτει τις ανάγκες που δεν μας καλύπτουν οι άνθρωποι γύρω μας.

- Παίζει και αυτό μωρό μου, συμφωνώ. Εγώ, όταν χώρισα με τον Χαράλαμπο, όταν με κοίταξε ψυχρά και μου είπε την κουβέντα: «μαζεύω τις βαλίτσες μου και φεύγω - μην προσπαθήσεις να με σταματήσεις», βγήκα στο δρόμο με δύσπνοια, σαν να μου έλειπε ο αέρας• θυμάμαι, βρήκα ένα αδέσποτο σκυλάκι, το αγκάλιασα, το έσφιξα πάνω μου κι έβαλα τα κλάματα. Το αδέσποτο έβγαζε έναν παράξενο σιγανό ήχο, σαν να λυπόταν, σαν να έκλαιγε και αυτό. Κουνούσε τη ουρίτσα του τόσο αργά σαν να καταλάβαινε την κακή μου διάθεση και καθόταν ήσυχο για να μην με ενοχλεί ούτε με τις κινήσεις του. Ήμουν τόσο θλιμμένη και τόσο χαμένη στις σκέψεις μου που επιστρέφοντας στο σπίτι δεν σκέφτηκα να το πάρω μαζί μου. Και το καημένο, με ακολούθησε μέχρι την εξώπορτα. Μπήκα στο σπίτι κλείνοντας με δύναμη την πόρτα και εκείνο έμεινε έξω βγάζοντας εκείνον τον σιγανό ήχο θλίψης… Την άλλη μέρα που ξεθόλωσα κάπως από το κλάμα το έψαξα και δεν το βρήκα πουθενά. Καλά να πάθω, όμως. Κάποιες φορές λέω ότι τελικά ίσως και να μας αξίζουν οι Χαραλάμπηδες που έρχονται στη ζωή μας και μας εγκαταλείπουν για μια μικρότερη, όπως επίσης και τα αδέσποτα που χάνονται όταν τα αναζητούμε ενώ αυτά μας κουνούσαν την ουρίτσα τους για να τους δώσουμε μια στέγη. Τέλος πάντων… Ευτυχώς που αργότερα βρήκα το αδεσποτάκι τον Ρόξυ και είναι τόσο γλυκό πλάσμα!    

- Συμφωνώ, μωρό μου. Αλλά τελικά, πού καταλήγουμε;

- Ιδέα δεν έχω φιλεναδούλα μου γλυκιά. Πες εσύ ως πιο ψύχραιμη.

- Θες τη γνώμη μου;

- Θέλω.

- Αγαπημένο μου, η γνώμη μου είναι να πεις ένα ευχαριστώ στη ζωή σου που έχεις τον σκυλάκο σου τον Ρόξυ, ένα άλλο ευχαριστώ που έχεις δυο φιλεναδούλες στα δύσκολα και στα εύκολα, στην αρρώστια και στην υγεία, και επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ που μετά τον Χαράλαμπο έχεις την μανούλα σου να λες μια καλημέρα σε άνθρωπο. Εγώ, ξέρεις πολύ καλά, είμαι και χωρισμένη και ορφανή. Άμα πνίγομαι καμιά μέρα να πω μια καλημέρα σε άνθρωπο κι εσείς οι φίλες μου λείπετε, βγαίνω στο μπαλκόνι τάχα να τινάξω το χαλάκι της εξώπορτας μπας και δω καμιά γειτόνισσα να πιάσουμε κουβέντα.

- Ξεχνάς ότι η μανούλα μου έχει άνοια.

- Όχι, καθόλου δεν το ξεχνάω. Θυμάμαι μάλιστα πολύ καλά ότι η μανούλα σου έχει ελαφριά άνοια. Έτσι δεν είναι;

- Ελαφριά, ξελαφριά, η μανούλα μου έχει άνοια, φιλενάδα. Της πάω τον καφέ το πρωί και ο μεγάλος μου φόβος είναι μην ακούσω να μου λέει την ατάκα: «τίνος είσαι εσύ;»

- Παίξε με την κατάσταση βρε φιλενάδα! Μην την αφήνεις να σε παίρνει από κάτω. Πήγαινέ της τον καφέ και πριν προλάβει να μιλήσει εκείνη πέταξε εσύ την ατάκα «τίνος είσαι εσύ» και άσε τη να σε κοιτάει σαν να βλέπει ξωτικό. Δηλαδή, δημιούργησε περιβάλλον ανάλαφρο, κάνε χιούμορ, συμπεριφέρσου σαν να έχεις μπροστά σου ένα κοριτσάκι που πρέπει να του χτενίσεις τα μαλλάκια. Τι θες δηλαδή τώρα, να αρχίσουμε συζήτηση για τις μάνες μετά τους άντρες και να πούμε και πάλι ότι θα θέλαμε να είχαμε κατοικίδιες μάνες; Κάποια σούπερ ντούπερ υπερόντα να μας ξεσκάνε αντί να μας σκάνε και να μας προστατεύουν; Αφού, παρόλα αυτά, είναι αγαπημένες, οι καημένες! Με την άνοιά τους, με τα σκατά τους, με τα καλά τους. Εγώ όταν έχασα τη μάνα μου ήταν σαν να κόπηκαν οι ρίζες που με κρατούσαν στη γη. Ξεριζώθηκα. Άστο, φιλενάδα. Μη το ψάχνουμε καλύτερα. Άντρες, έρωτες, σκύλοι, μάνες, φίλοι, για μια προστασία και μία ψυχαγωγία ψάχνουμε όλοι στη ρημάδα τη ζωή και με αυτόν τον καημό πεθαίνουμε. Να σου πω, μυρίζει η πίτα. Πρέπει να πάω να τη δω. Να κλείσουμε και να τα ξαναπούμε το απόγευμα; Ξέρεις, θα σου τηλεφωνούσα κι εγώ να σου έλεγα ότι στον Πειραιά παίζουν την Αντιγόνη. Θες να πάμε το Σάββατο;

- Αγαπημένη μου, δεν μπορώ άλλο τα δράματα! «Όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός», δεν τα είπαμε;

-  Οκέι, έχεις δίκιο. Πάμε τότε σε μπαράκι. Με ροκ και φαγητό. Να βρούμε κάναν κατοικίδιο ροκά. Συμφωνείς;

- Τίμιο ακούγεται…

 



Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2022 στο τεύχος  Νο 71

      του περιοδικού  «δε|κατα» με θέμα: «Κατοικίδια».     

   Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού  ποιητή και συγγραφέα,

                                                 Ντίνο Σιώτη,  για τη δημοσίευση.       





 




30 Ιουλίου 2022

Περασμένα Καλοκαίρια


Ελευσίνα 2018 - 2020. Φωτογραφία Βασίλης Μακρής.
(Στην εικόνα αυτή συνυπάρχουν με μια μεταφυσική σχέση και αρμονία
όσα δομούν μέσα μου την έννοια ''καλοκαίρι'':
ένα λευκό άγαλμα που η πέτρα του ζεματάει κάτω από τον ήλιο,
ένα φουγάρο εργοστασίου πιο πίσω
και το βάθος η θάλασσα
καθώς τη διασχίζει ένα εμπορικό καράβι. Τίποτ' άλλο).

 

Ελληνικό καλοκαίρι είναι ο παλιατζής που φωνάζει στις τρεις το μεσημέρι έξω από το ανοιχτό παράθυρό μου «παλιές μπαταρίες, παλιά θερμοσίφωνα».

Το βιβλίο με την αραβική ποίηση επίσης, κι αυτό κατακαλόκαιρο είναι, αφημένο πάνω στο τραπεζάκι της βεράντας με τον σελιδοδείκτη στους στίχους του Ομάρ Αμπί Ραμπία: «Δεν υπάρχει έρωτας πέρα από τον έρωτά μου. Μονάχα αν ξεπεράσεις το θάνατο και την τρέλα…» (Μετάφραση: Ελένη Κονδύλη - Μπασούκου).

Ο Κολομβιανός μετανάστης γείτονας στο απέναντι τριώροφο που φωνάζει στο κινητό, κι αυτό ελληνικό καλοκαίρι είναι, με την όμορφη μητέρα του με τα χρωματιστά φουστάνια και τα βραχιόλια, τα μαύρα μαλλιά και τα βαμμένα σπασμένα νύχια, που ακολούθησε τον γιο της στην άκρη του κόσμου, κι αυτή καλοκαίρι είναι, εξωτικό και ταυτόχρονα ελληνικό αγαπημένο καλοκαίρι. 

Η ζέστη,

αυτή η αφόρητη ζέστη με τα τζιτζίκια κρυμμένα στα πεύκα που δεν σταματάνε ούτε τη νύχτα, ίσως μόνο στις τρεις το πρωί οπότε και σωπαίνουν για λίγες ώρες και αχάραγα σχεδόν αρχίζουν πάλι όλα μαζί σαν συνεννοημένα – ναι, τα τζιτζίκια είναι μια κατηγορία από μόνα τους που ονομάζεται «καλοκαίρι».

Ο ιδρώτας.

Η ξυπολισιά πάνω στο δροσερό μαρμάρινο πάτωμα, το λεκιασμένο από το καρπούζι που έσταξε χάμω, αγαπημένο ελληνικότατο καλοκαίρι είναι. 

Η σκοτεινή ανάμνηση του Θ. που πήγε καλοκαιριάτικα μόνος στην Κρήτη κι όταν επέστρεψε μου αφηγήθηκε πως, η ομορφότερη ανάμνησή του από το νησί ήταν η Γερμανίδα που είχε κάτσει πάνω του νύχτα στην παραλία κι όπως ήταν ξαπλωμένος με τη  γυμνή τουρίστρια να κουνιέται πάνω του κοιτούσε τα αστέρια και τι μαγικά που ήταν… 

Ο τρίλεπτος έρωτας με τον Σ. στο αυτοκίνητό του, καλοκαίρι είναι και αυτός,

και η μυρωδιά του μετά πάνω στα ρούχα μου που τα φόραγα για ώρα χωρίς να πλυθώ για να τον μυρίζω - ένα μείγμα από εικοσιπεντάχρονο γυμνασμένο κορμί και αρωματικό σαπούνι μαζί με ιδρώτα, και στο μυαλό μου ο διάλογος μαζί του πριν φύγει: Εγώ: «Θα με σκέφτεσαι;» Εκείνος: «Μέχρι να βάλω το κλειδί στην πόρτα. Όταν μπω στο σπίτι ο νους μου θα πάει ακαριαία στη γυμνή από τη Μάνη που θα με περιμένει στο κρεβάτι…» Εγώ: «Μα, μόλις το έκανες μαζί μου…» Εκείνος: «Μωρό μου, σε λίγο θα το κάνω πάλι και με τη γυμνή από τη Μάνη που θα με περιμένει στο κρεβάτι. Πίστεψέ με, δεν λέω ψέματα…» Η αναθεματισμένη αλήθεια του και ο έρωτας μαζί του που διήρκησε όσο και το καλοκαίρι. Τρία λεπτά με μένα στο αμάξι του και την υπόλοιπη νύχτα με τη Μανιάτισσα στο κρεβάτι του. Και δεν έλεγε ψέματα. Το ήξερα. Ήταν καλοκαίρι και η αλήθεια του με έκαιγε πιο πολύ και από τους σαράντα βαθμούς υπό σκιά της Αθήνας. 

Καλοκαίρι είναι η ξυπόλητη τσιγγάνα που πουλάει καρβουνάκια, σκόρδα και σφουγγάρια στη λαϊκή, με το μικρό τσιγγανάκι στο πλάι να τρώει ξυλάκι παγωτό, με το μισό παγωτό να τρέχει λιωμένο πάνω στο λερωμένο μπλουζάκι του με τη στάμπα που γράφει Αστέρας Τρίπολης. 

Καλοκαίρι είναι τα χρέη του χειμώνα, του ρεύματος και του αερίου, που έγιναν διακανονισμοί και τους βρίσκεις καλοκαιριάτικα μπροστά σου.

Το οστεοφυλάκιο με τα οστά του πατέρα και της μητέρας, αυτός ο παγωμένος τεράστιος θάλαμος που μοιάζει με ανατριχίλα σε πύργο ταινίας θρίλερ, στον οποίο δεν πας τον χειμώνα γιατί η παγωνιά εκεί μέσα χειροτερεύει  χειμωνιάτικα οπότε πας από την άνοιξη και μετά, άρα καλοκαίρι είναι να μπορείς να πας στο οστεοφυλάκιο των γονιών σου για ένα κεράκι που θ’ ανάψεις. 

Το μωρό στην κούνια με την πάνα και την πιπίλα που κοιμάται σαν άγγελος που αντικρίζει τη νιρβάνα, καλοκαίρι είναι, με ριγμένα τα τούλια από την κορυφή της κούνιας να σχηματίζουν πυραμίδα, σαν τις βουδίστριες δασκάλες του ζεν που διαλογίζονται κάτω από πυραμίδα. 

Καλοκαίρι είναι η ανάμνηση της Μαρίας, πολλά χρόνια πριν, καθώς μου μιλούσε για τον Διονύση, στην οδό Ανθέων, μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και μου έλεγε με βραχνή φωνή: «Μωρό μου, τον αγαπάω, πεθαίνω γι’ αυτόν, τι θα κάνω;» Καλοκαίρι και πάντα καλοκαίρι ήταν όταν έκλαιγε για τους έρωτές της. Ένα παράξενο πράγμα, σπάνια χώριζε χειμώνα. «Μεταφυσικό αυτό», έλεγε, δεν έβρισκε άλλη εξήγηση. Πάντα μια ζεστή αποπνικτική μέρα έμενε μόνη και το σπίτι της ερμητικά κλειστό, με το αιρ κοντίσιον ανοιχτό, παλιό μοντέλο, με εκείνο το ενοχλητικό βουητό και τα τσιγάρα να ανάβουν το ένα μετά το άλλο κι όλο ο Διονύσης στο στόμα της σαν έρπις που δεν θεραπεύεται και πονάει αναθεματισμένα: «Θέλω να τον παντρευτώ, να τον ξεπεράσω, με κάθε γάμο που κάνω ξεπερνάω ακαριαία αυτόν που παντρεύομαι…» Τέσσερις γάμους έκανε η Μαρία και στους τέσσερις χόρεψε ξυπόλητη οριεντάλ πάνω σε σπασμένα γυαλιά από τα ποτήρια που μόνη της τα έσπαγε, και πάντα καλοκαιριάτικα οι χωρισμοί της και το βουβό κλάμα της επίσης, ανάκατα με το μουρμουρητό της: «του είπα να πάμε στις Κυκλάδες φέτος το καλοκαίρι, να νοικιάσουμε ένα σπίτι σ’ ένα βράχο, να κοιτάμε το πέλαγο και να κοιμόμαστε νωρίς τα βράδια, και μου είπε πως αν ήξερε πως μετά τον γάμο θα ήμουν τόσο βαρετή θα ξόδευε τα χρήματα που στοίχισε το δαχτυλίδι αρραβώνων σε πούρα Αβάνας και θα εξακολουθούσε να με συναντάει μόνο τις Κυριακές, πριν την αθλητική Κυριακή…» 

Η Μαραθιά στη Φωκίδα, δίπλα στη Ναύπακτο, ελληνικό καλοκαίρι είναι. Οι πέτρες στη θάλασσα που τις κατεβάζει το ποτάμι, το καθαρό νερό της θάλασσας, το ξωκλήσι της Παναγιάς κάτω από τον ίσκιο των πλατανιών δίπλα στα κύματα, το βρωμόπαιδο με το βλέμμα του πάνω στη γύμνια μου όταν έκανα ηλιοθεραπεία, ελληνικό καλοκαίρι είναι. Εκείνο το βλέμμα του… Μια κατηγορία από μόνο του. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι το βλέμμα του… 

Τα παγωτά Nirvana. Η σπιτική λεμονάδα σε συνταγή του Γιώργου. Το μαξιλάρι κατά τις τρεις το πρωί που είναι μούσκεμα από τον ιδρώτα στα μαλλιά. Η ανάγκη για μια γουλιά παγωμένο νερό. Κουζίνα με κλειστά μάτια και τουαλέτα μετά. Ελληνικό καλοκαίρι. 

Τα βασιλικά. Το κοράλλι. Ο πορτοκαλί ιβίσκος. Η λεβάντα. Το δενδρολίβανο. Το πελαργόνι. Το πότισμα όταν πέφτει ο ήλιος. Ελληνικό καλοκαίρι. 

Το ΒΟΞ στα Εξάρχεια, ελληνικό καλοκαίρι από τα καλά, από τα πολύ καλά, με Γούντι Άλεν και μπύρα από το μεταλλικό κουτί και πιτόγυρο από τον Κάβουρα. Βόλτες μετά, με το φεγγάρι να φωτίζει τα νεοκλασικά στον περιφερειακό του Λυκαβηττού και η Δεξαμενή τα χαράματα με το πήδημα στα όρθια πίσω από τους θάμνους. Η ανάσα του. Ο ήχος του φερμουάρ στο παντελόνι του που ανεβαίνει. Που φεύγει μετά μ’ ένα «γεια, τα λέμε». Το σκληρό πρόστυχο στόμα του που δε μιλούσε ποτέ για αγάπη. 

Ελληνικό καλοκαίρι είναι το αγωνιώδες μέτρημα που κάνεις στο ημερολόγιο να τελειώσει επιτέλους το καλοκαίρι, να φύγει η ανυπόφορη ζέστη, να αδειάσει το μετρό από τους τουρίστες που πηγαίνοντας για το αεροδρόμιο κοιμούνται με τα πόδια πάνω στις βαλίτσες, και εσύ κουρασμένη πας στο σπίτι, δεν ταξιδεύεις και έχεις πολύ καιρό να γεμίσεις μια βαλίτσα και να μπεις σ’ ένα αεροπλάνο. Καλοκαίρι είναι να τελειώνει ο Αύγουστος και η δροσιά του Σεπτέμβρη να σε ανακουφίζει, να βάζεις Janis Joplin να ακούς χωρίς να ιδρώνεις παρά μόνο να ανατριχιάζεις με τη θεία φωνή και μετά να θες και Τζόνι Μίτσελ και λευκό μαρτίνι με μπόλικο πάγο και μετά να θες και Ρόρι Γκάλαχερ κι άλλο μαρτίνι και χαράματα να θες να ακούσεις Μπέλλου ή αλλιώς Σωτηρία τη λατρεμένη, να την ακούς να λέει λίγο πριν φανεί η ανατολή πίσω από τον Υμηττό: «απ’ τις βαθιές μου τις πληγές το αίμα αργοσταλάζει και τώρα που ζητώ στοργή κανείς δεν με κοιτάζει – περιπλανώμενη ζωή, περιπλανώμενο κορμί». 

Τίποτ’ άλλο δεν είναι καλοκαίρι παρά η ανάμνηση ενός παγωτού χωνάκι που γλείφαμε μαζί και ενώναμε τις γλώσσες μας στη λιωμένη σοκολάτα και ξανά το ίδιο το επόμενο Σάββατο το βράδυ και πάλι το ίδιο το επόμενο Σάββατο, μέχρι να ‘ρθει το φθινόπωρο, μέχρι τις πρώτες ψύχρες, μέχρι τον χωρισμό. Τον επόμενο χωρισμό. Καλοκαίρι είναι ο στίχος της Μαριανίνας που χάθηκε πρόσφατα και νωρίς, αφού ευτυχώς πρόλαβε και έγραψε τον πιο μεστό της στίχο: «όλη η ζωή μου ήταν ένας χωρισμός». Καλοκαιρινός χωρισμός, συμπληρώνω εγώ. Και το κλείνω εδώ.

                                                                   

Δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2022 στο τεύχος  Νο 70

      του περιοδικού  «δε|κατα» με θέμα: «Ελληνικό Καλοκαίρι».     

   Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού  ποιητή και συγγραφέα,

                                                 Ντίνο Σιώτη,  για τη δημοσίευση.                                                                                              



                                                           




13 Ιουλίου 2022

Η φυλή της λευκής παντόφλας




Διάβαζα προ καιρού ένα άρθρο στο internet ότι οι νέες οικογένειες σήμερα, ηλικίες 30 και κάτι, έχουν υιοθετήσει τη λευκή μαλακή παντόφλα των ξενοδοχείων για να τη φορούν όσοι έρχονται στο σπίτι τους. Δηλαδή, όταν δέχονται φίλους, στο χωλ υπάρχουν πάντα αρκετά ζευγάρια με λευκές παντόφλες, αυτές τις λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, και υποχρεώνουν (ευγενικά, πάντα) τους φίλους να βγάλουν τα παπούτσια τους και να τις φορέσουν. Με τον τρόπο αυτό οι νεαροί οικοδεσπότες αποφεύγουν, λέει, τη βρωμιά των παπουτσιών στο χαλί ή στο παρκέ ή στο πάτωμα εν γένει. Κυρίως όμως, λένε, ότι με αυτόν τον τρόπο προστατεύουν την υγιεινή του παιδιού τους εάν αυτό είναι μικρό και ακόμα μπουσουλάει ή είναι μεγαλύτερο και απλά κυκλοφορεί στο σπίτι με τα καλτσάκια του.

Στο άρθρο μίλησαν δυο ζευγάρια που είπαν πόσο άνετα νοιώθουν και αυτοί και οι φίλοι τους όταν τα σαββατόβραδα μαζεύονται σε κάποιο σπίτι και ενώ ο καθένας φοράει τα δικά του ρούχα στα πόδια τους έχουν όλοι τα λευκά μαλακά παντοφλάκια των ξενοδοχείων για τους ξένους.

Κάπου εκεί το άρθρο τέλειωνε και δεν μπορώ να θυμηθώ αν ο τίτλος «η φυλή της λευκής παντόφλας» ήταν του άρθρου ή δικός μου.

Και βέβαια, καθόμουν μετά και σκεφτόμουν τα δικά μου. Δηλαδή, τι μουσική, για παράδειγμα, ακούν αυτά τα άτομα; Ροκ; Μπα! Χαρούλα με Θάνο Μικρούτσικο; Μπα! Τζορτζ Μπένσον σε τίποτα soul jazz σολαρίσματα; Μπα! Γιώργο Μαργαρίτη; Μπα! Ρόζα Εσκενάζι; Μπα! Παύλο Σιδηρόπουλο; Μανώλη Αγγελόπουλο; Μπα και ξανά μπα! Δεν μου «έδενε» η εικόνα της λευκής μαλακής παντόφλας και της δωδεκάποντης γόβας στο χωλ με όλους τους πιο πάνω καλλιτέχνες. Με τίποτα, όμως.

Μετά πήγαινα στα φαγητά. Και δηλαδή, σκεφτόμουν, τι τρώει άραγε η φυλή της λευκής παντόφλας στις μαζώξεις της; Σπιτική σπανακόπιτα που έφτιαξε κάποια κοπέλα από τη μάζωξη και την έφερε μέσα σε ταπεράκια; Μπα! Παστίτσιο με χωριάτικη χοντρή μπεσαμέλ τρία δάχτυλα και κιμά που υπήρχε στην κατάψυξη ένα μήνα; Μπα! Κεφτεδάκια με δυόσμο; Τυρόπιτα με φύλλο σε συνταγή της θείας Σούλας; Μπα και ξανά μπα. Δεν έβρισκα με τίποτα τι τρώει αυτή η φυλή με τα λευκά μαλακά παντοφλάκια ξενοδοχείου.

Άσε, δε, το κρασί! Δεν τους έκανα με τίποτα εικόνα να φοράνε λευκά μαλακά παντοφλάκια ξενοδοχείου και συγχρόνως να πίνουν για παράδειγμα το φημισμένο πανάκριβο σκούρο κρασί Ornellaia από την Τοσκάνη. Τους είχα ικανούς όλους αυτούς να πίνουν τσάι του βουνού ακόμα και με το φαγητό τους, ντοματοχυμό, νερό με λεμόνι, και τότε κάπως σχημάτιζα και μια αμυδρή εικόνα για το πιάτο τους, ότι μάλλον τρώνε αυτό το ανατολίτικο τυρί «τόφου» από γάλα σόγιας και ότι στο γεύμα τους υπάρχει απαραίτητα αβοκάντο, ρύζι μπασμάτι και αραβικές πιτούλες αντί για ψωμί.

Έπειτα το προχώρησα λίγο πάρα πέρα και προσπάθησα να τους κάνω εικόνα να κάνουν έρωτα: μάλλον, μου έκαναν άτομα που πηδιούνται στα μουγκά, για πέντε το πολύ λεπτά, και μετά η κοπέλα ισιώνει το σεντόνι για άλλα πέντε λεπτά και λέει στον σύντροφό της που είναι στο μπάνιο: «αγάπη, μη βάλεις πολλή κρέμα νυκτός, δεν έχουμε άλλο βαζάκι». (Αγάπη, σκέτο. Χωρίς το κτητικό «μου». Όχι «αγάπη μου». «Αγάπη», σκέτο. Οι κτητικότητες δεν μου ταίριαζαν με τα άτομα που φοράνε λευκά παντοφλάκια ξενοδοχείου. Τους νοιώθω κάπως ξένους ακόμα και μεταξύ τους. Ότι δεν έχουν κυλιστεί στα πατώματα για έναν έρωτα. Ότι δεν έχουν κλάψει. Δεν έχουν λερώσει το χαλί με ξερατό από μεθύσι στεναχώριας).

Ως εδώ άντεξα να κάνω εικόνα ανθρώπους στην καθημερινότητά τους που δεν τους ξέρω, και που μου είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να μπω στη λογική τους.

Συνήλθα, κάνοντας εικόνα τις δικές μου παρέες και συνήθειες. Θυμήθηκα έντονα μία από αυτές: Σάββατο βράδυ, πριν χρόνια, βρέχει καταρρακτωδώς, έχουμε κανονίσει να μαζευτούμε οι φιλενάδες στης Μαρίας στο Χαλάνδρι. Φτάνουμε με βρεγμένα μαλλιά και ρούχα και καθόμαστε στο σαλόνι. Η Μαρία φέρνει πετσέτες του μπάνιου και μας στεγνώνει τα μαλλιά. Μας σερβίρει κόκκινο κρασί να ζεσταθούμε και πάει στο πικ απ. Βάζει το «κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι». Λατρεία αυτό το κομμάτι. Η Θέτις λικνίζεται μόνη της με κλειστά μάτια, μετά ξαπλώνει στον καναπέ με τις μπότες της. Τις βρεγμένες. «Μωρό μου, να τις βγάζω;» ρωτάει τη Μαρία. «Όχι μωρό μου», απαντάει εκείνη, «χέστηκα για τον καναπέ, εσύ να είσαι καλά…». Μετά παραγγέλνουμε ψητό κοτόπουλο σούβλας από ψησταριά του Χαλανδρίου. Το κατασπαράζουμε. Η Μαρία τρελαίνεται για τις πέτσες τις αλειμμένες με το χοντρό πιπέρι. Τις τρώει και στο τέλος δεν πάει να πλύνει τα χέρια της. Τα σφουγγίζει με μια χαρτοπετσέτα και ανάβει με λαδωμένα δάχτυλα τσιγάρο. Το σαλόνι της μυρίζει αποφάγια από κοτόπουλο και βαριά τσιγάρα. Μετά τελειώνει ο δίσκος με τη Χαρούλα και η Μαρία βάζει Μπέλλου με λαδωμένα δάχτυλα. «Ψέματα ήτανε ό,τι κι αν έλεγα, ψέματα ήτανε, δεν σ' αγαπούσα, είμαι παλιόπαιδο και σε βασάνισα, γιατί, λοιπόν, να κλαις για μένα, να πονάς». Κι έρχεται το πρωί και μπαίνει ένα χειμωνιάτικο φως από τις γρίλιες. Βρέχει ακόμα μ’ ένα σιγανό τσουρ τσουρ. Τα παπούτσια μας είναι ακόμα νωπά. Το ίδιο και το καλσόν που φοράμε. Το σαλόνι εξακολουθεί να βρωμάει αποφάγια από κοτόπουλο σούβλας και βρεγμένη δερματίνη από τις μπότες. Μια καύτρα από το τσιγάρο της Θέτιδας πέφτει στο ανατολίτικο ριχτάρι του καναπέ της Μαρίας και ανοίγει τρύπα. Γυρνάει η Θέτις και κοιτάει τη Μαρία ένοχα. «Δεν πειράζει, μωρό μου», της λέει εκείνη, «εσύ να είσαι καλά».

Έχει μπει για τα καλά η Κυριακή. Καλούμε ταξιά και φεύγουμε. Φιλιά, αγκαλιές.

Πολλά χρόνια μετά από αυτές τις μαζώξεις η Μαρία δεν ζει, η Θέτις ποιος ξέρει πού βρίσκεται, η Χαρούλα και η Μπέλλου εξακολουθούν να είναι θεάρες και η μυρωδιά από τη βρεγμένη δερματίνη μπότας είναι ακόμα συνυφασμένη μέσα μου με τα βροχερά βράδια που τα ζέσταινε ένα ποτήρι κρασί, ένα μπούτι κοτόπουλου σούβλας και η αγάπη μιας φιλίας. Ευκαιριακής ή όχι φιλίας δεν με αφορά. Με αφορά η ζεστασιά της στιγμής εκείνης. Ακόμα και με τη βρεγμένη μπότα στο πόδι. Που δεν βγήκε ποτέ για να αντικατασταθεί με μαλακά λευκά παντοφλάκια ξενοδοχείου, παρόλο που τα πόδια μας κρυώνανε, παρόλο που λερώναμε την αυθεντική Μπουχάρα από το Πακιστάν της Μαρίας. Ε, και; Εμείς να είμαστε καλά.