Powered By Blogger

Translate

10 Μαΐου 2026

Το Συρταρομπέσικο

 

Julius Garibaldi Melchers - Madonna of the Fields



- Όταν ήμουνα μωρό οι μεγαλύτερες αδελφές μου, τι μεγαλύτερες δηλαδή, οκτώ, δέκα χρονώ κοριτσάκια ήσαν, με βάζανε μέσα σ’ ένα μεγάλο συρτάρι και το ανοιγοκλείνανε για να κουνιέμαι και να αποκοιμιέμαι. Αποκοιμιόμουν μεσ’ στο συρτάρι. Ήταν από αυτά τα τεράστια, τα βαθιά συρτάρια, που είχαν οι παλιές ντουλάπες. Για στρωματάκι βάζαν κάτι υφαντές κουβερτούλες. Η μάνα μου έφευγε για τα χωράφια από τα χαράματα και με άφηνε στις αδελφές μου. Όταν με έπαιρνε ο ύπνος με αφήνανε στο συρτάρι και τρέχανε να παίξουν με τις γιδούλες, έξω. Η μάνα μας τους είχε δώσει και ονόματα: η Ασπρούλα, η Μορφονιά, η Κανέλω. Είχε δώσει και σε μένα όνομα, πριν ακόμα βαφτιστώ: το συρταρομπέσικο – επειδή δεν υπήρχε κρεβάτι για μένα στο σπίτι και κοιμόμουν το συρτάρι.

- Ο παππούς μου; Ο πατέρας σου;

- Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Έφυγε για μετανάστης στην Αργεντινή όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό, συρταρομπέσικο. Πέθανε στο εργοστάσιο που δούλευε. Δεν μάθαμε από τι. Οι συνάδελφοί του, έτσι όπως τον έβαλαν στο φέρετρο με τα ρούχα της δουλειάς - κουστούμι δεν υπήρχε -, σήκωσαν προσεχτικά το φέρετρο όρθιο και ξεσκέπαστο, το ακούμπησαν στον τοίχο και τραβήξανε φωτογραφία. Την έστειλαν στη μάνα μου για να τον δει τελευταία φορά, αφού δεν είχαν λεφτά να τον στείλουν στην Ελλάδα. Τον έθαψαν στην Αργεντινή. Αργότερα, όταν ήμουν οκτώ χρονώ, έχασα και την μανούλα μου…

(Αναστέναζε).

 

(Διήγηση της μητέρας μου για τους παππούδες μου - τους γονείς της. Περιοχή με το συρτάρι και τις γιδούλες, χωριό είκοσι κατοίκων έξω από το Λεβίδι Αρκαδίας, κάτω από το Μαίναλο. Δέκα τρία χρόνια που έχασα τη μάνα μου και είναι πάντα ολοζώντανη μαζί με τις διηγήσεις της. Κάπου έχω και τη φωτογραφία του παππού μου - όρθιο το φέρετρο κι αυτός νεκρός με τα ρούχα της δουλειάς, σαν να κοιμάται και να βλέπει όνειρο πως είναι στο Λεβίδι). 


Κυριακή 10/5/2026 

Ημέρα της μητέρας