Powered By Blogger

Translate

5 Νοεμβρίου 2026

Ο Maurice Baquet στο Παρίσι με ομπρέλα και τσέλο

 

Ο Maurice Baquet στο Παρίσι με ομπρέλα και τσέλο
foto Robert Doisneau, Paris 1957


Το πρωί μού τηλεφώνησε η Ραχήλ. «Έλεγα να ‘ρθω, να μου φτιάξεις καφέ», μου είπε, «αλλά κάθε μέρα νοιώθω ότι γερνάω όλο και πιο πολύ. Σήμερα έχω έναν πόνο στην πλάτη που χθες δεν τον είχα. Είναι που χθες ήμουν μία ημέρα νεότερη…»

Η Ραχήλ ζούσε είκοσι χρόνια στο Παρίσι με τον άντρα της και τον σκύλο της. Τους έχασε και τους δύο σε τροχαίο• επέζησε μόνο αυτή μ’ ένα ελαφρύ κούτσαμα στο δεξί  πόδι. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του άντρα της πούλησε τον φούρνο που είχαν ανοίξει οι δυο τους κοντά στην πλατεία Πιγκάλ,  μάζεψε τα πράματά της, πήρε όσα χρήματα είχαν μείνει στην τράπεζα και επέστρεψε στην Αθήνα για πάντα. Στο Παρίσι είχαν πάει με τον άντρα της ως οικονομικοί μετανάστες. Είχαν προκόψει. Ο φούρνος που άνοιξαν, είχε πετύχει. Ήταν διάσημος στην περιοχή. Ζυμωτό ψωμί, χωριάτικες τυρόπιτες, γαλλικός καφές, αρωματικό τσάι, κουλούρια πορτοκαλιού που μοσχοβολούσαν με το που άνοιγες την πόρτα. Παιδιά, δεν έκαναν. Η μόνη σκιά στο φωτεινό τους βλέμμα.

Μετά το τροχαίο και τους θανάτους επέστρεψε στη γειτονιά που γνώρισε και ερωτεύτηκε τον άντρα της, στον περιφερειακό του Υμηττού, στην Αγία Παρασκευή, κοντά σ’ ένα παλιό στρατόπεδο. Εκεί κοντά την είχα γνωρίσει κι εγώ, πριν ακόμα φύγει για  το Παρίσι. Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη την ημέρα και τρέξαμε και οι δύο να προφυλαχτούμε σ’ ένα γκαράζ με στέγη από ελενίτ. Γυρίσαμε η μία προς το μέρος της άλλης, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε, γνωριστήκαμε. Κόπασε η βροχή, πήγαμε για καφέ στην πλατεία. Σαν να την ήξερα χρόνια. Κι όταν έφυγε για το Παρίσι ήταν σαν να έφευγε μια καλή, παλιά μου φίλη. Γράμματα όλα αυτά τα χρόνια, τηλεφωνήματα, mails, κουβέντα, γέλια, στενοχώριες, χαρές. Το σπίτι που επέστρεψε ήταν το πατρικό του άντρα της, μια παλιά μονοκατοικία που κάποια μέρα θα το έδινε για αντιπαροχή, πέντε λεπτά από το σπίτι που μένω. Μου τηλεφωνάει συχνά.

«Με τον πόνο στην πλάτη δεν μπορώ να έρθω», μου λέει σήμερα το πρωί, «αλλά θέλω να σου πω το όνειρο που είδα». Πίνει καφέ, ακούω τη γουλιά της. Καπνίζει. Ακούω την ανάσα της.

«Τον Μορίς Μπακέ, τον ξέρεις;» με ρωτάει. Δεν περιμένει απάντηση, συνεχίζει. «Ήταν Γάλλος ηθοποιός, έπαιζε βιολοντσέλο. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε. Έβρεχε, λέει, στο Παρίσι, ο άντρας μου και ο σκύλος μας είχαν πεθάνει, είχα βγει στους δρόμους να περπατήσω και μ’ έπιασε βροχή. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι, μου έλειπαν οι νεκροί μου. Κάθισα όρθια στο πεζοδρόμιο με σκυμμένο κεφάλι. Γινόμουν μούσκεμα αλλά δεν έφευγα.

»Αισθάνομαι να με πλησιάζει κάποιος δίπλα μου. Βάζει μια μεγάλη ομπρέλα πάνω από το κεφάλι μου. Γυρνάω, τον κοιτάω. Ήταν ο Μορίς Μπακέ, ο ηθοποιός και τσελίστας. Άκου, τώρα, τι σου είναι τα όνειρα! Φορούσε, λέει, μια λευκή καπαρντίνα και κρατούσε ένα μεγάλο τσέλο. Μου χαμογελούσε. Έμοιαζε λίγο με τον άντρα μου. Είχε ένα γλυκό, παιδικό, αθώο βλέμμα και σκούρα καλοχτενισμένα μαλλιά, παρόλο τον παλιόκαιρο. Προσπαθούσε να κρατάει έτσι την ομπρέλα ώστε και εγώ να μην βρέχομαι και το τσέλο του.

»Πού πάτε; με ρώτησε. Πουθενά, του απάντησα. Τι κάνετε εδώ, χωρίς ομπρέλα στη βροχή, έξω από το σπίτι σας; Πενθώ τον άντρα μου, του απάντησα. Σοβάρεψε. Κοίταξε γύρω του. Το απέναντι πεζοδρόμιο ήταν σκεπαστό και είχε καμάρες, ήταν στοά. Ελάτε μαζί μου, μου είπε. Περάσαμε απέναντι. Πήγαμε κάτω από τις καμάρες. Σταθήκαμε κοντά στον τοίχο. Ο Μορίς Μπακέ έκλεισε την ομπρέλα και την ακούμπησε στο πλάι. Έβγαλε τη ράβδο στήριξης από τη θήκη που είχε μαζί του, την έβαλε χάμω, στο πεζοδρόμιο, και στερέωσε πάνω της το τσέλο. Έπειτα έβγαλε το δοξάρι. Άρχισε να παίζει όρθιος, δίπλα μου. Για σένα, μου είπε, και χαμογέλασε. Για να γαληνέψει ο πόνος σου…

»Το γνώριζα εκείνο το κομμάτι. Ήταν μια σονάτα για τσέλο του Μπραμς. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν και μας κοιτούσαν. Τους άρεσε η εικόνα, όπως έβλεπα στα μάτια τους. Σε λίγα λεπτά είχε σχηματιστεί ένας κύκλος γύρω μας από περαστικούς με βρεγμένα μαλλιά και παπούτσια και χρωματιστές όμορφες ομπρέλες. Ξέρεις, μέσα σε εκείνη τη μουντάδα του Παρισιού με τα λασπόνερα στους δρόμους και τα πεζοδρόμια, εμείς η παρέα με το φωτεινό βλέμμα μαζεμένοι γύρω από τις μελωδίες ενός τσέλου ήμασταν σαν πίνακας ιμπρεσιονιστή ζωγράφου που βγήκε στους δρόμους να δώσει χρώμα και φως στα σημεία που δεν φωτίζονταν. Νοιώθεις καλύτερα; γυρνάει κάποια στιγμή ο Μορίς Μπακέ και με ρωτάει. Ναι, του λέω και το πίστευα απόλυτα.

»Δεν ξέρω πόση ώρα καθίσαμε κάτω από τη στοά με το τσέλο και τις μελωδίες, αλλά κάποια στιγμή άρχισε να σκοτεινιάζει. Κρυώνω, του είπα. Κι εγώ, μου είπε. Έβαλε το τσέλο στη θήκη, τακτοποίησε τη ράβδο στήριξης και το δοξάρι και με κοίταξε. Ξέρω ένα μοτέλ στη Μονμάρτη, μου είπε. Στο ημίφως του δειλινού διέκρινα ένα ρόδινο χρώμα στο πρόσωπό του. Τον ακολούθησα. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι. Μου άρεσε η συντροφιά του. Μείναμε στο μοτέλ τρεις μέρες. Εσώκλειστοι. Ευτυχισμένοι. Ελεύθεροι. Με μουσική από το τσέλο. Με κις λορέν, κρουασάν, φρούτα, και κρασί Προβηγκίας. Και πολλή αγάπη. Τίποτ’ άλλο. Τρεις μέρες πάνω στο κρεβάτι με τσαλακωμένα σεντόνια και γεμάτα ψίχουλα από μπαγκέτες.

»Ξημερώματα της τρίτης μέρας χωρίσαμε. Χωρίς υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε, χωρίς συναισθηματικά βάρη. Ανάλαφροι. Χορτασμένοι. Είσαι εντάξει; με ρώτησε. Είμαι ευτυχισμένη, του απάντησα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα. Ο διάδρομος του μοτέλ είχε φως. Είχε πολύ φως. Προχώρησα μέσα στο φως μέχρι που χάθηκα. Το φως δυνάμωνε. Ξημέρωνε. Ξύπνησα. Ήταν όνειρο, αγαπημένη μου φίλη…»

Είπαμε κι άλλα με τη Ραχήλ, την άκουγα να ανάβει συνέχεια τσιγάρα, είπαμε να πάμε θέατρο κάποια από αυτές τις μέρες, έπαιζαν Τσέχωφ. Κλείσαμε.



(Κείμενο εμπνευσμένο από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που είδα με τον Γάλλο ηθοποιό και τσελίστα Maurice Baquet στο Παρίσι το 1957, με ομπρέλα και το τσέλο του. Η φωτογραφία είναι του φίλου του, φωτογράφου Robert Doisneau. Όλα τα υπόλοιπα είναι μυθοπλασία).



Δημοσιεύθηκε στο φθινοπωρινό τεύχος Νο 87 του περιοδικού (δε)κατα, του ποιητή Ντίνου Σιώτη. Τον ευχαριστώ πάντα από καρδιάς για την τιμή που μου κάνει να συμπεριλαμβάνει διηγήματά μου στο περιοδικό. 

 

                                                                   

26 Οκτωβρίου 2026

Η Γυναίκα από το Τορίνο





Μου τυχαίνει κάποιες φορές να βλέπω μια φωτογραφία με κάποιο άγνωστο άτομο, άντρα, γυναίκα, δεν έχει σημασία, και να θέλω να γράψω δυο λόγια για αυτόν τον άγνωστο, την άγνωστη. Υπάρχουν φωτογραφίες που με εμπνέουν να καταγράψω αυθόρμητα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μου δημιούργησαν βλέποντάς τις. Μία από αυτές είναι και η συγκεκριμένη φωτογραφία που την είδα στο internet, με τη μόνη πληροφορία ότι τραβήχτηκε κάπου στο Τορίνο της Ιταλίας. Το κείμενο που έγραψα το ονόμασα: «Η γυναίκα από το Τορίνο». 

                                                            gdf

Πιο πολύ στο ντύσιμό της με εξιτάρισαν τα κόκκινα σκουλαρίκια της. Και μόνο που τη φαντάζομαι να κοιτάει στον καθρέφτη την εικόνα της και να ψάχνει στα μπιζού της, να βρίσκει τα κόκκινα σκουλαρίκια και να τα φοράει, τη χρίζω φίλη μου. Λατρεύω αυτές τις άγνωστες φίλες μου, που ούτε το όνομά τους δεν ξέρω, που τις βλέπω σε μια τυχαία φωτογραφία στο internet και στέκομαι στην εικόνα τους για ώρα. Και τις παρατηρώ. Επειδή έχουν κάτι που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τις κάνει να ξεχωρίζουν. Για παράδειγμα, φοράνε κατακόκκινα σκουλαρίκια που ταιριάζουν με τα κατακόκκινα μοκασίνια και το κραγιόν, κάποια άλλη σ’ ένα βαγόνι του μετρό που είχα δει φωτογραφία της, φορούσε μια ολόσωμη εμπριμέ φανταχτερή φόρμα με «καμπάνα» παντελόνι, σαν και αυτές τις φόρμες που φόραγε η Λάσκαρη στις ταινίες του Φίνου όταν ο ρόλος της ήταν να χορέψει ζεϊμπέκικο για να αποπλανήσει το ομορφόπαιδό της γειτονιάς, ή μια άλλη, στο internet πάλι, ήταν πάνω στο ποδήλατό της στους δρόμους της Μπολόνιας μαζί με το σκυλάκι της που το είχε στο καλαθάκι και του είχε φορέσει σατέν καπελάκι. Σατέν. Στο σκυλάκι.

Τι έχουν αυτές οι άγνωστες κυρίες που τις βλέπω σε φωτογραφίες και θα τις ήθελα για φίλες μου; Αποφάσισα ότι έχουν την αίσθηση του καλλωπισμού του εφήμερου, γι’ αυτό μου αρέσουν, αυτή τη μποέμικη φιλοσοφία ότι, αυτό που ζούμε είναι προσωρινό, άρα φόρα κάτι όμορφο, κάτι ωραίο, κάτι έξω από την αισθητική του συντηρητισμού, γιατί ο χρόνος της έννοιας «τώρα» είναι σύντομος. Για την ακρίβεια, είναι πολύ σύντομος. Περνάει αστραπιαία. Το «τώρα» γίνεται παρελθόν πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις. Μια ώρα μετά, το κραγιόν που φόρεσες το πρωί στο σπίτι θα έχει ξεθωριάσει, τα κόκκινα μοκασίνια θα έχουν έστω και λίγο παλιώσει, το άρωμα στον λαιμό σου θα έχει πάρει από τη μυρωδιά του ιδρώτα σου. Και τι μένει; Η αίσθηση ότι αυτό το σώμα που με εμπεριέχει, η υλική του υπόσταση, είναι ένα κάδρο που εντός του απεικονίζει κάτι πιο βαθύ και πιο όμορφο, κάτι καθόλου πρόσκαιρο. Ψυχή, ονομάζεται; Πνευματικό πεδίο;

Οι γυναίκες που περιποιούνται το εφήμερο είναι φίλες μου. Είναι σοφές. Είναι όμορφες. Είναι η φωτογραφία που «τραβάει» στιγμιαία το βλέμμα όταν τις βλέπεις, και πέντε λεπτά αργότερα αφότου έφυγαν από το οπτικό σου πεδίο παραμένουν ακόμα στα μάτια σου. Τις έχεις ολοζώντανες σκιαγραφήσει εντός σου. Είναι καταγεγραμμένες στη μνήμη σου. Έχουν φωτογραφηθεί από τον εγκέφαλό σου. Θυμάσαι την παρουσία τους στη ζωή σου. Λες, εκείνη η κυρία που είδα στο μετρό με την εμπριμέ φόρμα σαν της Λάσκαρη. Έχουν κρατηθεί, δηλαδή, με κάποιον τρόπο στη ζωή σου. Δεν εξαφανίστηκαν. Δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σε πλησίασαν και σου άφησαν το στίγμα τους. Το στιγμιότυπό τους. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ενώ τους γνώρισες για ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα - δεν έχει σημασία -  όταν έφυγαν από κοντά σου έφυγαν κι από τη σκέψη σου. Σαν φωτογραφίες που σκίστηκαν κι έγιναν κομμάτια.

Αυτή η άγνωστη κυρία της φωτογραφία, που το μόνο που ξέρω γι’ αυτήν είναι ότι βρίσκεται σε κάποιο δρόμο στο Τορίνο της Ιταλίας, μου είναι οικεία. Εξαιρετικά οικεία. Ξέρω γιατί διάλεξε να φορέσει κόκκινα παπούτσια και κόκκινο λουλούδι στο πέτο. Ξέρω γιατί δεν βάφει τα μαλλιά της. Ξέρω γιατί είναι μόνη στο δρόμο. Επίσης, γιατί είναι, - ίσως, λέω -, και μόνη στη ζωή. Ξέρω, σχεδόν, τα πάντα γι’ αυτήν. Μόνο το όνομά της δεν ξέρω. Αλλά τη λένε Maria Rosa. Αυτό της βρήκα. Της πάει πολύ αυτό το όνομα. Signora Maria Rosa. Ναι. Της ταιριάζει. Μένει στο Τορίνο. Μία ώρα και δέκα πέντε λεπτά από τα σύνορα της Γαλλίας. Κάποτε πήγαινε συχνά εκεί. Είχε μια ακριβή Alfa Romeo Giulia και οδηγούσε μόνη της. Τώρα ταξιδεύει με το τρένο. Φεύγει από τον σταθμό Torino Porta Susa με το πολυτελές τρένο Frecciarossa, το Κόκκινο Βέλος, και περίπου σε πέντε ώρες είναι στο Παρίσι.

Μπορώ να φανταστώ και το σπίτι της. Έχει πίνακες βενετσιάνων καλλιτεχνών και ακούει Milva. Κοιμάται σε σατέν σεντόνια και κάποτε είχε ερωτευτεί πολύ. Μία φορά μόνο είχε ερωτευτεί τόσο πολύ. Τον θυμάται ακόμα αυτόν. Θα τον θυμάται πάντα. Είναι ο έρωτάς της. Πιο πολύ τον φέρνει μπροστά της τη στιγμή που κοιτάζεται στον καθρέφτη και βάζει κόκκινο κραγιόν στα χείλη της. Αυτό το κραγιόν άρεσε σε εκείνον. Δεν θα το αλλάξει ποτέ. Ανήκει στην κατηγορία εκείνη των γυναικών που έχουν ασπαστεί τη φιλοσοφία ότι, εμείς οι γυναίκες δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να φοράμε κόκκινο κραγιόν παρά μόνο εάν αρέσει στον άντρα που αγαπάμε. Έστω κι αν αυτός έχει φύγει από τη ζωή μας. Διότι έχει φύγει, απλώς, από τη ζωή μας. Όχι από μέσα μας.

Addio signora Maria Rosa

          26/10/2026 Βικτώρια Μακρή 


 

15 Σεπτεμβρίου 2026

«Ψάχνοντας τους λόγους που στενοχωρήθηκα για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ενώ δεν ακούω Μαζωνάκη»

4 Μαρτίου 1972  - 9 Σεπτεμβρίου 2026


Ξεκινάω από το τέλος και το συμπέρασμα που έβγαλα και λέω ότι, απλώς, ταυτίστηκα με τον Γιώργο Μαζωνάκη, τόσο απλά, γι΄ αυτό στενοχωρήθηκα. Με τι; Μα με τον πόνο του, με το κενό μέσα του, με τη μοναξιά του ανάμεσα στο πλήθος, με την ελπίδα του, με την εναπόθεσή του στο θείο μπας και εκεί μπορέσει και γαληνέψει.

Να πω επίσης ότι, δεν με αφορά καθόλου ο Μαζωνάκης ως είδωλο και εξαντρίκ, με τα δύο μαύρα νύχια, τις σατέν ρόμπες, τα πορτοκαλί μαλλιά, και τις λοιπές αντικομφορμιστικές συμπεριφορές της πίστας. Εκείνο που με αφορά είναι ο Μαζωνάκης ως ψυχή που πόναγε μέσα σε όλο αυτό το σκατό της νύχτας και της ημέρας που ζούσε.

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη. Εντός του πρωτίστως υπάρχει η πνευματική του υπόσταση. Όταν αυτή παραγκωνίζεται, εξοστρακίζεται, δεν υπολογίζεται, τότε η Μαντόνα θα πάει στα Μετέωρα να βρει λίγη από τη γαλήνη που ψάχνει, ο Μαζωνάκης θα πάει στο Άγιο Όρος για τους ίδιους ακριβώς λόγους, η Σάρον Στόουν θα ασπαστεί τον Βουδισμό, ο Τομ Χανκς την Ορθοδοξία κτλ.

Όπως ο Μαζωνάκης, η Μαντόνα, ο Μικ Τζάγκερ, ο Στράτος Διονυσίου, η Ελένη Βιτάλη (τυχαία τα ονόματα) και πόσοι άλλοι στο δύσκολο και σκληρό επάγγελμα της νύχτας αναζητούν μια στάλα, βρε αδελφέ, να ξαποστάσει η ψυχούλα τους, έτσι κάνουμε κι εμείς οι άλλοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με το σκληρό ζόρι της καθημερινότητας. Χρέη, τράπεζες απλήρωτες, διαφθορά στο δημόσιο, κοροϊδία από τις κυβερνήσεις, ειδήσεις που μιλάνε συνέχεια για βιαστές μικρών παιδιών και κακοποιήσεις γυναικών, τσακωμοί στο σπίτι, γκρίνια, άγχος για το αύριο, ταχυκαρδίες, φάρμακα. Πολλά φάρμακα.

Και λες, βρε παιδί μου δεν υπάρχει κάτι να με κάνει να πάρω μια ανάσα; Να πάω μια εκδρομή, μια βόλτα, να ξεσκάσω, να περάσω μια γ@μημένη μέρα με ηρεμία και χαρά;

Και εδώ έρχομαι και ταυτίζομαι με τον Μαζωνάκη και τον κάθε Μαζωνάκη που παίρνει ένα ταξί και πάει σε κάποιο κολωνακιώτικο ιατρείο απατεώνων, (μόνο που ο Μαζωνάκης δεν ήξερε ότι πάει σε απατεώνες) μπας και νοιώσει λίγο καλύτερα η ψυχούλα του. Και όχι μόνο δεν νοιώθει λίγο καλύτερα η ψυχούλα του αλλά η πόρνη η πολιτεία τον έχει και παντελώς απροστάτευτο απέναντι στους απατεώνες. «Γιαγιά, ρίξε κάτω από το μπαλκόνι τα χρυσαφικά σου γιατί έχει βλάβη η ΔΕΗ και θα καούνε! Θα τα χάσεις!» Και η γιαγιά (που σημειωτέον, έχει δικαίωμα ψήφου, και ψηφίζει και μας παίρνει στον λαιμό της), μαζεύει τη βέρα της και τη βέρα του πεθαμένου άντρα της, τις τυλίγει σε μια χαρτοπετσέτα και τις πετάει κάτω από το μπαλκόνι ακριβώς στα χέρια των απατεώνων.

Στα χέρια, λοιπόν, κάποιων απατεώνων πέθανε ο Μαζωνάκης. Γι’ αυτό έκλαψα. Εγώ που ακούω ροκ και από τα τραγούδια του Μαζωνάκη ζήτημα είναι να ξέρω μόνο ένα, έκλαψα. Πόνεσε η ψυχή μου που έφυγε με τον τρόπο που έφυγε ένα νέος άνθρωπος που δεν ήθελε πολλά, κάποιος να του δώσει αυτό που του απεγνωσμένα ζητούσε: λίγη γαλήνη. Πολλά ήθελε; Πολλά θέλουμε όλοι εμείς; Που, από ότι διαβάζω:

«Οι αναλύσεις των αστικών λυμάτων της Αττικής τα οποία καταλήγουν στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων στην Ψυττάλεια διενεργούνται από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και αποτελούν έναν από τους πιο έγκυρους ‘καθρέφτες’ της δημόσιας υγείας και των συνηθειών των κατοίκων της πρωτεύουσας.

Τα κυριότερα ευρήματα αυτών των αναλύσεων επικεντρώνονται στις εξής μεγάλες κατηγορίες:

1. Παράνομες Εξαρτησιογόνες Ουσίες (Ναρκωτικά), όπως Κοκαΐνη, Κάνναβη & MDMA (Έκσταση), Κεταμίνη.

2. Ψυχοφάρμακα και Νευροληπτικά, Αντικαταθλιπτικά και Αγχολυτικά».

Δια ταύτα:

γι’ αυτό πόνεσα με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Κατάλαβα πολύ καλά το ζόρι του και το ψάξιμο που έκανε σε εκκλησίες και απατεώνες του Κολωνακίου προκειμένου να βρει μια ήσυχη γωνιά να σταθεί, να πάρει μια ανάσα ευτυχίας.

«Που λείπεις, μου ’πεσε βαρύ…» Έτσι είναι Γιώργο Μαζωνάκη. Καλό δρόμο να έχεις και από καρδιάς εύχομαι να είναι πολύ ήσυχα και πολύ γαλήνια εκεί που σε έστειλαν οι κομπογιαννίτες της Καρνεάδου.


 

9 Αυγούστου 2026

Η Τζόνι Μίτσελ στην Αρένα Βερόνας, Μάης του 1983

 

Joni Mitchell does a rare performance at the Newport Folk Festival, 26 July  2022


Προχθές μου τηλεφώνησε η φίλη μου η Αριέλα, από την Ιταλία. «Φεύγω», μου λέει. «Θα πάω να μείνω για λίγο στον γιο μου, στη Νορβηγία. Θα λείψω για κάνα μήνα. Τι να σου φέρω από εκεί;»

Η Αριέλα ήταν από τη Βερόνα. Εκεί γεννήθηκε και εκεί έμενε. Τον Μάιο του 1983, ήρθε στη Βερόνα η Τζόνι Μίτσελ. Έδωσε συναυλία στην Αρένα της Βερόνας. Η Αριέλα ήταν έφηβη. Πήγε από το μεσημέρι στην Αρένα και περίμενε να ανοίξει η πύλη για να προλάβει να είναι κοντά στη σκηνή. Τη λάτρευε τη Μίτσελ, από παιδί. Σε εκείνη τη συναυλία γνώρισε τον άντρα της. Κάποια στιγμή, προς το τέλος της συναυλίας, παρέκαμψαν και οι δύο μαζί με άλλους την ασφάλεια και βρέθηκαν ακριβώς μπροστά στη σκηνή. Η Τζόνι Μίτσελ ήταν τρία μέτρα από τα μάτια της Αριέλα. «Δεν τα έκλεινα», μου έλεγε, όταν μου περιέγραφε ξανά και ξανά εκείνη την εμπειρία της, «για να μη χάσω τη Μίτσελ στιγμή από τα μάτια μου. Θεά! Μυθική ομορφιά, σαν κομμάτι της Αρένας ήταν, σαν ένα μέρος της ομορφιάς και της αρχαίας γοητείας της Αρένας! Πόση ζωντάνια, να ‘βλεπες! Στο τέλος είπε το Woodstock. Γυρνάω τυχαία δίπλα μου και βλέπω τον Αλεσάντρο να με κοιτάει. Χαμογελάσαμε. Έπιασε ο ένας το χέρι του άλλου και φύγαμε μαζί».

Η Αριέλα άφησε το χέρι του Αλεσάντρο μετά από 26 χρόνια, όταν εκείνος πέθανε από καρκίνο. Ο γιος τους, μετά το Λύκειο, πήγε στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκεν της Νορβηγίας και σπούδασε στο Γεωφυσικό Ινστιτούτο. Έπιασε δουλειά και έμεινε εκεί. Η Αριέλα τον επισκέπτεται τακτικά. Πάντα πριν φύγει θα μου τηλεφωνήσει και θα με ρωτήσει τι θέλω να μου φέρει από εκεί και πάντα θα τη ρωτήσω τι παίρνει μαζί της στις αποσκευές. Και οι δύο ξέρουμε τις απαντήσεις, αλλά μας αρέσει να επαναλαμβανόμαστε: «Φέρε εκείνα τα αφράτα μπισκότα με αμύγδαλα», της λέω. «Και πότε θα στα δώσω;» με ρωτάει. «Όταν βρεθούμε στη Βερόνα ή στην Αθήνα», της απαντώ. «Δεν θα πάρω πολλά πράγματα μαζί μου», μου λέει εκείνη, «τις πιζάμες μου, τα κολάν μου, δυο πουλόβερ και τη φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ…»  

Έχει μια παλιά φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ η Αριέλα, από τη συναυλία της Μίτσελ το 1983 στην Αρένα της Βερόνα. «Ήταν ιερή στιγμή εκείνη», μου έχει πει η Αριέλα. «Εκεί γνώρισα τον Αλεσάντρο, εκεί κοίταξα στα μάτια την Τζόνι Μίτσελ, από απόσταση αναπνοής. Και μην πιστεύεις αυτά που λένε για δόξες και ευτυχίες, και λοιπά ρομαντικά. Η Τζόνι Μίτσελ με κοίταξε τυχαία κάποια στιγμή και με κοίταξε βαθιά, σαν αδελφή μου που θέλει να ακουμπήσει στον ώμο μου και να βάλει τα κλάμα. Άκου που σου λέω. Την έχρισα αγαπημένη».

Έχουμε χαθεί με την Αριέλα εδώ και χρόνια. Έμαθα ότι έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη Νορβηγία. Προχθές είδα στο internet αυτή τη φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ και συγκινήθηκα. Είναι  από τον Ιούλιο του 2022, όταν η Μίτσελ βρέθηκε στο Newport Folk Festival, που γίνεται στο Ρόουντ Άιλαντ, στην Αμερική. Την κοίταξα αρκετά. Διάβασα ότι τα τελευταία χρόνια έχει περάσει δύσκολα, μ’ ένα εγκεφαλικό που την ανάγκασε να μάθει να μιλάει και να περπατάει από την αρχή. Πόση γοητεία έχει όμως ακόμα η έκφραση του προσώπου της! Είπα να γράψω δυο λόγια στη μνήμη της παρέας, έστω και τηλεφωνικής, που είχα με την Αριέλα.

Υ.Γ. Και βέβαια να εξηγήσω ότι, όλες οι πληροφορίες για την Τζόνι Μίτσελ είναι αληθινές, εκτός την Αριέλα και τα λοιπά που είναι μυθοπλαστικά στοιχεία, καθώς είδα τη συγκεκριμένη φωτογραφία της Μίτσελ και, όπως μου συμβαίνει πάντα με κάποιες φωτογραφίες που τις βλέπω και στέκομαι πολύ πάνω τους, θέλησα να γράψω δυο λόγια πριν τις προσπεράσω.


24 Ιουλίου 2026

Λιοσίων - Μηλίνα, Ένα Τσιγάρο Δρόμος (διήγημα)

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 86ο
Καλοκαίρι 2026, θέμα: Πήλιο


Άκου τι γίνεται με τη ζωή μου: Ανοίγω το παράθυρο στο σπίτι που μένω, στη Λιοσίων, και αντικρίζω συνεργεία αυτοκινήτων, μάντρες με μεταχειρισμένα ταξί, κουρεία με την επιγραφή στο τζάμι ‘πέντε ευρώ το κούρεμα’, αιγυπτιακά παντοπωλεία και πεζοδρόμια που δεν τα έπλυνε ποτέ κανείς. Ποτέ. Ούτε η βροχή. Όταν βρέχει, τη Λιοσίων δεν την ξεπλένει καμία μπόρα. Έχει πολύ σκληρό πετσί η Λιοσίων. Η μπόρα, μπόρα και η βρώμα, βρώμα. Ακατανίκητη βρώμα. Καυσαέριο και πατημένα λάδια αυτοκινήτου σε μια άσφαλτο που μοιάζει με γυαλί. Στην άσφαλτο της Λιοσίων γλιστράς, πέφτεις και δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ. Η γυαλιστερή άσφαλτος της Λιοσίων σε σκοτώνει. Το ‘χω δει αυτό, από το παράθυρο. Γριά που έπεσε και έμεινε εκεί. Σαν λάδι από μοτοσικλέτα που από πάνω του πέρασαν τρόλει και βυτιοφόρα, και το έκαναν ένα με την πίσσα. Ουσιαστικά, το εξαφάνισαν. Το εξαΰλωσαν. Έτσι εξαϋλώθηκε η γριά μπροστά στα μάτια μου ένα μεσημέρι στη Λιοσίων. Λεκές στην άσφαλτο, το γερασμένο σώμα της.

Στη Λιοσίων όλα αυτά. Και οι μάντρες με τα ταξί και τα συνεργεία αυτοκινήτων και το μπορντέλο που δουλεύω. Το σπίτι μου. Το παράθυρο που αναφέρω πιο πάνω. Studio, γράφει το σπίτι απ’ έξω. Η επιγραφή, έτσι ακριβώς: στα ξένα. Βέβαια, ο κόσμος ξέρει πολύ καλά τι είναι ένα Studio στη Λιοσίων. Ξέρει πως είναι ένα κλασικό μπορντέλο. Από αυτά τα παλιά ‘σπίτια’, τα ορίτζιναλ. Με το κρεβάτι του, τα σατέν σεντόνια του, τα κόκκινα πορτατίφ, με το πατσουλί του, με το εικόνισμα της Παναγίας στην κουζίνα δίπλα στο αναμμένο καντήλι. Διότι, άμα δεν πιστεύεις στην Παναγία, τι πουτάνα είσαι. Κι εγώ πιστεύω. Και ανάβω και το καντήλι. Και το σταυρό μου κάνω. Με το ίδιο χέρι, το δεξί, που ξεκουμπώνω τα παντελόνια των πελατών. Και σκύβω μετά το κεφάλι μπροστά τους και γονατίζω, όπως κάνω στο εικόνισμα. Η διαφορά είναι ότι, όταν γονατίζω στην Παναγία βάζω μαξιλαράκι στο πάτωμα για να αντέχω να της μιλάω περισσότερο. Τους πελάτες τους ξεπετάω. Δεν θέλουν και πολύ αυτοί. Από τα δέκα εννέα αυτό. Μπορεί και νωρίτερα. Και τώρα είμαι σαράντα πέντε. Ή περίπου. Μπορεί και πάρα πάνω.

Και άκου τώρα να σου περιγράψω μια άλλη θέα, από ένα άλλο παράθυρο, για να δεις η πουτάνα η ζωή τι παιχνίδια παίζει: Σαββατοκύριακα συνήθως φεύγω από τη Λιοσίων. Όχι πάντα, αλλά κάθε τόσο θέλω να φεύγω. Παίρνω τους δρόμους και απομακρύνομαι. Έχω έναν πολύ συγκεκριμένο προορισμό που πηγαίνω. Όταν φτάνω εκεί, είναι πάντα χάραμα. Δηλαδή, φροντίζω να είναι χάραμα. Επιλογή μου, αυτό. Λατρεύω τα χαράματα τα εκτός Αθηνών, πρωτίστως τα εκτός Λιοσίων. Ξεκινάω αργά τη νύχτα από το μπορντέλο και χαράματα αξιώνομαι να έχω φτάσει στον προορισμό μου και να ανοίγω το παράθυρο στο δωμάτιο που βρίσκομαι. Μπαίνει φως. Το πρώτο, αυτό της ανατολής. Το φως που προηγείται του ήλιου. Το απαλό πορτοκαλί του ουρανού που κάνει τη νύχτα να παύει να υφίσταται και τότε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο κοιτάω με δέος ισχυρό, σαν ψυχικό σοκ, τον Παγασητικό. Έτσι όπως το ακούς. Μαγική θάλασσα μπροστά μου, ήρεμη, γαλήνια, πιο όμορφη και από την Παναγία στο εικόνισμα του μπουρδέλου. Κοιτάω, κοιτάω, και συνειδητοποιώ αργά και ανακουφιστικά ότι, δόξα τω Θεώ, έχω έρθει  στη θερινή κατοικία των θεών. Το Πήλιο. Αγριοκαστανιές, οξιές, πλατάνια, βελανιδιές, μηλιές. Όχι Λιοσίων. Όχι συνεργεία αυτοκινήτων. Όχι άσφαλτος που γλιστράει. Μόνο ο Παγασητικός Κόλπος γεμάτος πρωινό φως πάνω στα νησάκια του. Η εικόνα αυτή με κάνει να πιστεύω ακράδαντα στην ύπαρξη του Θεού.  Η ανατολή πάνω στα νερά του Παγασητικού είναι η βαθιά μου πίστη ότι, δεν μπορεί, υπάρχει Θεός. Είναι αυτό το φως που βλέπω. Είναι οι βελανιδιές που ανάμεσά τους έτρεχα μικρή. Θεός είναι οι αγριοκερασιές του Πηλίου σε αφθονία, τα δάση, η πλατεία του χωριού μου με τη βρύση. Η μυρωδιά του καφέ που ψήνει αυτή την ώρα, την ώρα της ανατολής, η γιαγιά Δροσερή. Δροσερή είναι το όνομά της. Αν η Παναγία στο μπορντέλο της Λιοσίων είχε άλλο όνομα, θα την έλεγαν Δροσερή.

Η μάνα μου με γεννάει και μαζί με τον πατέρα μου φεύγουν για τη Γερμανία. Μετανάστες. Ότι θα δουλέψουν κάποια χρόνια εκεί, θα βγάλουν φράγκα, θα πάρουν τα φράγκα τους και θα επιστρέψουν στο Πήλιο. Στη Μηλίνα, το χωριό που γεννήθηκα, που με άφησαν στη γιαγιά Δροσερή να με προσέχει, τη Μηλίνα, το χωριό που επιστρέφω κάθε τόσο για να πάρω καθαρές ανάσες από τη Λιοσίων. Οι γονείς μου δεν επέστρεψαν ποτέ από την Γερμανία. Χώρισαν έμαθα, εκεί. Η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε, ο νέος άντρας της δεν ήθελε επαφές με το παρελθόν της, ούτε καν με μένα – έμαθα. Το σεβάστηκε αυτό η μάνα μου. Σεβάστηκε την επιθυμία του άντρα της. Όχι εμένα. Ούτε τη γιαγιά Δροσερή, τη μάνα της. Όχι. Το καινούργιο στεφάνι της σεβάστηκε. Ο πατέρας μου έφαγε κάτι χρήματα που είχε με μια Πολωνή, επίσης μετανάστρια, και έφυγε για τη Σουηδία, να δουλέψει σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο. Μέχρι εκεί ξέρουμε, η γιαγιά και εγώ.

Μεγάλωσα στη Μηλίνα. Έπαιξα στη Μηλίνα. Κολύμπησα στην Τζάστενη και στη Βαθιά Σπηλιά. Είδα όλα τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα της Μηλίνας από την αυλή της Δροσερής. Πήγα σχολείο. Ήμουν καλή μαθήτρια. Αλλά δεν είχαμε λεφτά. Δεν υπήρχε κανείς να μας βοηθήσει. Οι γονείς μου, είχαν ήδη χαθεί. Η γιαγιά Δροσερή δούλευε όπου έβρισκε. Μάζευε ελιές, έραβε κάνα φουστάνι όταν της το ζητούσαν – έπιαναν τα χέρια της, ήταν προκομμένη• πήγαινε στην ταβέρνα, έπλενε πιάτα, σφουγγάριζε, καθάριζε πατάτες, φασολάκια, αλλά δεν ‘φτάναν τα λεφτά. Με ζήτησε η συγγενής μιας συγχωριανής να με πάει στην Αθήνα, να δουλεύω στη βιοτεχνία παπουτσιών που είχε με τον άντρα της στο Αιγάλεω, και να με έχει στο σπίτι της. Και να μου δίνει και χρήματα. Πήγα. Ήμουν δέκα τεσσάρων χρονώ κοριτσάκι. Άφησα το σχολείο, τη Μηλίνα, τον Παγασητικό, τη Βαθιά Σπηλιά, τα δάση, την Δροσερή μου. Άφησα το γέλιο μου. Τη ξεγνοιασιά μου. Αργότερα, άφησα και τη βιοτεχνία παπουτσιών. Το θέμα είναι ότι, για πότε βρέθηκα από το Αιγάλεω στην οδό Λιοσίων με δικό μου μπορντέλο, ούτε που το κατάλαβα. Για πότε άλλαξε η θέα στο παράθυρό μου και από τα νησάκια του Παγασητικού και το κόκκινο φως του ήλιου έβλεπα άσφαλτο γεμάτη λακκούβες και λάδια αυτοκινήτων, δεν ξέρω. Ίσως, έχω κάποιο κενό μνήμης. Ίσως πάλι έχω επιλεκτική μνήμη. Θυμάμαι μόνο ό,τι θέλω. Σκόρπιες λέξεις, θυμάμαι. Τίποτ’ άλλο. Όπως, «Δροσερή» – ζει ακόμα, ένα χαμογελαστό ενενηντάχρονο θείο πλάσμα που μοσχοβολάει πορτοκάλι που κόβει με τα ρυτιδιασμένα χεράκια της. Άλλες λέξεις που θυμάμαι είναι «ηλιοβασίλεμα Μηλίνας», «Μαραθιάς», «Λεφόκαστρο», «Παραλία Ραζή», «Γιαγιά».

Αν κάτι ζητώ από την Παναγία που έχω στην κουζίνα, δίπλα στο αναμμένο καντήλι, είναι να με αξιώνει κάπου – κάπου να φεύγω από τη Λιοσίων, να ανάβω ένα τσιγάρο και μέχρι να το καπνίσω να έχω φτάσει στο πατρικό μου σπίτι. Στη Μηλίνα μου. Να πέφτω στην αγκαλιά της Δροσερής και μετά να πέφτω για ύπνο κατάκοπη. Σε λήθαργο να πέφτω. Να ξυπνάω όποτε θέλω και καθώς θα ανοίγω το παράθυρο και θα αντικρίζω τον Παγασητικό, να μοσχοβολάει από την κουζίνα ο καφές που θα ψήνει στη χόβολη η Δροσερή μου, με τα άγια ροζιασμένα χεράκια της.

Όσο υπάρχει ο Παγασητικός να κοιτάω τα Σαββατοκύριακα τη ζωγραφιστή σαν ψέμα ομορφιά του και να βουτάω το σώμα του να το ξεπλένω στα νερά του μαζί με την ψυχή μου, λέω ναι. Υπάρχει Θεός.

 

 

 

Ευχαριστώ τον αγαπημένο ποιητή Ντίνο Σιώτη για την εξαιρετική συνεργασία που έχουμε. Ευχαριστώ όλους τους συνεργάτες του περιοδικού (δε)κατα.

 

Βικτώρια Μακρή 



10 Μαΐου 2026

Το Συρταρομπέσικο

 

Julius Garibaldi Melchers - Madonna of the Fields



- Όταν ήμουνα μωρό οι μεγαλύτερες αδελφές μου, τι μεγαλύτερες δηλαδή, οκτώ, δέκα χρονώ κοριτσάκια ήσαν, με βάζανε μέσα σ’ ένα μεγάλο συρτάρι και το ανοιγοκλείνανε για να κουνιέμαι και να αποκοιμιέμαι. Αποκοιμιόμουν μεσ’ στο συρτάρι. Ήταν από αυτά τα τεράστια, τα βαθιά συρτάρια, που είχαν οι παλιές ντουλάπες. Για στρωματάκι βάζαν κάτι υφαντές κουβερτούλες. Η μάνα μου έφευγε για τα χωράφια από τα χαράματα και με άφηνε στις αδελφές μου. Όταν με έπαιρνε ο ύπνος με αφήνανε στο συρτάρι και τρέχανε να παίξουν με τις γιδούλες, έξω. Η μάνα μας τους είχε δώσει και ονόματα: η Ασπρούλα, η Μορφονιά, η Κανέλω. Είχε δώσει και σε μένα όνομα, πριν ακόμα βαφτιστώ: το συρταρομπέσικο – επειδή δεν υπήρχε κρεβάτι για μένα στο σπίτι και κοιμόμουν το συρτάρι.

- Ο παππούς μου; Ο πατέρας σου;

- Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Έφυγε για μετανάστης στην Αργεντινή όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό, συρταρομπέσικο. Πέθανε στο εργοστάσιο που δούλευε. Δεν μάθαμε από τι. Οι συνάδελφοί του, έτσι όπως τον έβαλαν στο φέρετρο με τα ρούχα της δουλειάς - κουστούμι δεν υπήρχε -, σήκωσαν προσεχτικά το φέρετρο όρθιο και ξεσκέπαστο, το ακούμπησαν στον τοίχο και τραβήξανε φωτογραφία. Την έστειλαν στη μάνα μου για να τον δει τελευταία φορά, αφού δεν είχαν λεφτά να τον στείλουν στην Ελλάδα. Τον έθαψαν στην Αργεντινή. Αργότερα, όταν ήμουν οκτώ χρονώ, έχασα και την μανούλα μου…

(Αναστέναζε).

 

(Διήγηση της μητέρας μου για τους παππούδες μου - τους γονείς της. Περιοχή με το συρτάρι και τις γιδούλες, χωριό είκοσι κατοίκων έξω από το Λεβίδι Αρκαδίας, κάτω από το Μαίναλο. Δέκα τρία χρόνια που έχασα τη μάνα μου και είναι πάντα ολοζώντανη μαζί με τις διηγήσεις της. Κάπου έχω και τη φωτογραφία του παππού μου - όρθιο το φέρετρο κι αυτός νεκρός με τα ρούχα της δουλειάς, σαν να κοιμάται και να βλέπει όνειρο πως είναι στο Λεβίδι). 


Κυριακή 10/5/2026 

Ημέρα της μητέρας


22 Δεκεμβρίου 2025

Ιστορίες καραντίνας - σύντομο διήγημα



 

Πεθύμησα την καραντίνα. Τον επιβεβλημένο περιορισμό του χώρου που θα κινούμαι. Κουζίνα, καθιστικό, κρεβατοκάμαρα, ντους, σημείωμα βιαστικό ότι θέλω να πάω στο σούπερ μάρκετ, στο φαρμακείο, απάντηση «οκ, πήγαινε». Απάντηση, από ποιον; Αναπάντητο ερώτημα. Πεθύμησα τον εγκλεισμό στο σπίτι μου, στην οικεία μου, στο προσωπικό μου καταφύγιο, στην ησυχία μου, χωρίς φασαρία στο δρόμο από κορναρίσματα και φρεναρίσματα, χωρίς οχλαγωγία. Όχλος. Τι είναι ο όχλος. Πώς τιθασεύεται ο όχλος με μια καραντίνα; Τιθασεύεται; Και τι θα πει ότι, κάποιοι ορίζουν πως όλοι θα ζούμε ξαφνικά περιορισμένοι, ότι θα εγκαταλείψουμε τους δρόμους και θα κλειστούμε στο σπίτι μας; Ποιο σπίτι μας; Αυτό, με τα ντουβάρια; Ή το άλλο, το εσωτερικό; Τον μέσα οίκο μας; Και τι είναι, άραγε, ο μέσα οίκος μας; Μπαίνει σε καραντίνα; Είναι υπαρκτός; Είναι από ύλη; Από τι είναι καμωμένος; Έχει ντουβάρια όπως ο υλικός οίκος; Υπόκειται στη φθορά του χρόνου; Στην υγρασία; Παλιώνει με τον καιρό;

Θυμάμαι, τότε, επί καραντίνας, μου έλειπαν δύο λεμόνια για το αυγολέμονο. Βαριόμουν να πάρω άδεια για να βγω μέχρι το μανάβικο για δύο λεμόνια. Χτυπάω την πόρτα του Άρη στο απέναντι διαμέρισμα, στον ίδιο όροφο. Κατοικώ σε πολυκατοικία. Με τον Άρη συγκατοικούσαμε περίπου δέκα χρόνια. Ρωτάει ποιος είναι, του λέω και μου ανοίγει με το σώβρακο. Από πάνω φοράει λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Το σώβρακο έχει τον Ποπάυ.

«Άρη, έχεις δυο λεμόνια;»

«Έχω, έλα μέσα».

Μπαίνω. Μένει μόνος. Το σαλόνι βρωμάει τσιγάρο και καφέ.

«Βλέπω τον υπολογιστή ανοιχτό. Δουλεύεις; Σε διέκοψα;»

«Δουλεύω, αλλά δεν με διέκοψες. Όλη μέρα θα δουλεύω. Σε καμιά ώρα έχουμε τηλεδιάσκεψη. Γι’ αυτό έβαλα γραβάτα».

Πάει στην κουζίνα. Επιστρέφει κρατώντας δύο λεμόνια.

«Πάντως, την καραντίνα τη γουστάρω», μου λέει. «Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή  με γραβάτα και σώβρακο. Όταν συνδέομαι με εικόνα με την εταιρεία για meeting, από τη μέση και πάνω είμαι ο υπάλληλος που ξέρουνε. Από τη μέση και κάτω είμαι ο υπάλληλος που ξύνει τ’ αρχίδια του. Εσύ, πώς είσαι;»

Τον κοιτάω. Ξαφνικά, μετά από δέκα χρόνια, βλέπω πως ο Άρης είναι όμορφος. Ίσως επειδή πρώτη φορά τον έβλεπα με σώβρακο. Επιπλέον, θα πρέπει να είχε κάνει πρόσφατα μπάνιο γιατί μοσχομύριζε αρωματικό σαπούνι. Γαμημένη καραντίνα. Άνοιξε το παράθυρο ο εαυτός μου και βγήκε έξω. Στην αλάνα. Χωρίς να του δώσω  την άδεια. Χωρίς να με ρωτήσει. Βγήκε από μέσα μου το θηλυκό που δεν εγκλωβίζεται σε καραντίνες. Το ερωτικό θηλυκό. Αυτό που ακόμα και μέσα σ’ ένα σπίτι αισθάνεται ελεύθερο. Που, δεν πιάνεται πουθενά. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα είδε πάνω μου ο Άρης. Πάντως, είδα τα λεμόνια να πέφτουν από τα χέρια του, να κυλάνε στο πάτωμα και το μισόγυμνο αρωματισμένο σώμα του να με πλησιάζει. Με κοιτάει από πολύ κοντά. Ένοιωθα την ανάσα του. Μου χάιδεψε το πρόσωπο. Μου είπε:

«Είπα στην κοπέλα μου να πάρει άδεια να έρθει σπίτι μου να πηδηχτούμε και μου απάντησε πως δεν έχει χειρότερο από το να παίρνει άδεια για ένα πήδημα…»

«Εγώ, μπορώ να πηδηχτώ μαζί σου χωρίς άδεια», του λέω.

Του κατεβάζω το σώβρακο. Μου βγάζει τα ρούχα. Πηδιόμαστε στο παρκέ, με τα λεμόνια να μοσχοβολάνε κάπου πάνω από το κεφάλι μου. Τελειώνει γρήγορα.

«Συγγνώμη, έχω άγχος», μου λέει. «Καλή η τηλεργασία αλλά μας μειώσανε τα ποσοστά κέρδους. Έχω το δάνειο στην τράπεζα για το αυτοκίνητο. Δεν περνάω καλά. Είναι και η Καίτη, που θέλει να παντρευτούμε. Θα ξανάρθει στο σπίτι μου, είπε, μόνο αν είναι να της κάνω πρόταση γάμου. Για πήδημα δεν έρχεται».

Με κοιτάει.

«Θα έρχομαι εγώ», του λέω. «Όλο και κάνα λεμόνι θα μου λείπει μεσ’ στην καραντίνα και όλο θα βαριέμαι να πάρω άδεια, να βγαίνω στους δρόμους, για δυο λεμόνια. Γάμο, δεν θέλω».

Φεύγω.

 

Πεθύμησα την καραντίνα. Όλη εκείνη την ιδιαίτερη και ιδιόμορφη εποχή. Την εποχή της Καίτης που για να βγει από το σπίτι της ήθελε πρόταση γάμου. Την εποχή του Άρη που γαμούσε τις γειτόνισσες επειδή δεν του καθόταν η Καίτη. Πεθύμησα να χτυπάω την πόρτα του όμορφου γείτονά μου, αυτός να μου ανοίγει με το σώβρακο γιατί υπήρχε οικειότητα ανάμεσά μας, γνωριζόμασταν χρόνια, να με πηδάει στο πάτωμα, να τελειώνει γρήγορα από το άγχος των οικονομικών, και για μένα όλα αυτά να είναι σκηνές από την καθημερινότητά μου όπως τα γιουβαρλάκια που πλάθω, το μαρτίνι που πίνω ενδιάμεσα με χέρια γεμάτα κιμάδες, όπως η βραχνή φωνή της Τζόνι Μίτσελ που βάζω από το πρωί και ακούω.

Τέτοια καραντίνα πεθύμησα. Χωρίς να παίρνω άδεια για ένα πήδημα. Χωρίς να παίρνω άδεια για δυο λεμόνια που θα ζητήσω από τον γείτονα. Εγώ, και το σπίτι μου, Το μέσα μου. Το ανεγκλώβιστο. Που το χαρακτηρίζω ανεγκλώβιστο χωρίς να κοιτάω αν υπάρχει αυτή η λέξη στο λεξικό. Το ελεύθερο σπίτι μου. Ο εσωτερικός μου οίκος, αυτός που οσφραίνεται με ευχαρίστηση δυο φρέσκα λεμόνια και καυλώνει με το σώβρακο με τον Ποπάυ του γείτονα.

Δεν μάσησα στην καραντίνα. Μαγείρεψα. Διασκέδασα. Έγραψα. Φίλησα τον καθαρό λαιμό του γείτονα. Βγήκαν στην επιφάνεια οι παλιοί μου τρόποι, αυτούς που είχα ξεχάσει ή καταπιέσει μέσα μου, οι αυθόρμητοι, οι αγενείς πολλές φορές, οι προκλητικοί, οι δικοί μου τρόποι, αυτοί με τους οποίους επικοινωνώ με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Που έχουν το δικό μου δαχτυλικό αποτύπωμα, τη δική μου ίριδα ματιού. Λατρεύω κάπου – κάπου να έρχεται η στιγμή που κάποιες καταστάσεις θα με στριμώχνουν, όπως μια καραντίνα, και τότε να κάνει ένα μπραφ ο εαυτός μου και να ανασαίνει με τον τρόπο του. Το λατρεύω αυτό!

Δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρω άδεια για να βγω από μέσα μου και να ξεσαλώσω με την ησυχία μου. Η καραντίνα που ζήσαμε τότε, έγινε το σκηνικό μέσα στο οποίο έπαιξα τον ρόλο του εαυτού μου και η ψυχή μου το καταχάρηκε. Και πολύ ευχαρίστως μπορώ να περιμένω και μια επόμενη καραντίνα. Μάλιστα, θα είμαι πιο έτοιμη στην επόμενη. Γιατί θα το έχω ξαναζήσει. Θα είμαι πιο έμπειρη. Θα έχω κάνει την πρόβα μου.

Υπέροχες καραντίνες, στρωμένες με ροδοπέταλα… Μια χαρά είναι, γιατί όχι.  Αν το μέλλον αυτού του κόσμου μοιάζει με τα παρελθοντικά μας χάλια, με καμένα δάση και νεκρά ελάφια, με ερημοποίηση της ζωής και πνιγμένα παιδιά στη Μεσόγειο, τότε καλώς να έρθει στο μέλλον μια ακόμα καραντίνα αορίστου διάρκειας, με μαντρωμένους απαξάπαντες, μπας και σωθούν τουλάχιστον τα ελάφια στην Πάρνηθα.

Και κάτι ακόμα. Η Καίτη και ο Άρης δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο Άρης ξενοίκιασε το διαμέρισμα. Κάπου βρήκε φθηνότερα, είπε. Εδώ και μερικούς μήνες έχει μετακομίσει στο διαμέρισμα αυτό ένα ζευγάρι από τη Συρία. Έχουν ένα αγοράκι οκτώ ετών. Αυτό, επέζησε. Το μικρότερο πνίγηκε, όταν αναποδογύρισε η βάρκα του δουλέμπορα που τους έφερνε στην Ελλάδα.

 Καραντίνα. Υπέροχη. Γαλήνια. Τιμωρία για τους μωρούς. Κατάσταση Ζεν για τους «λοξούς» αυτού του κόσμου. 


                                  ------------------------------------------------


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο χειμωνιάτικο τεύχος του Δεκεμβρίου 2025, Νο 84. Το θέμα ήταν «Οι παλιοί τρόποι». Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή Ντίνο Σιώτη, δημιουργό του περιοδικού, για την τιμή που μου κάνει να συμπεριλαμβάνει διηγήματά μου στα (δε)κατα.