![]() |
| Ο Maurice Baquet στο Παρίσι με ομπρέλα και τσέλο foto Robert Doisneau, Paris 1957 |
Το πρωί μού τηλεφώνησε η Ραχήλ. «Έλεγα να ‘ρθω, να μου φτιάξεις καφέ», μου είπε, «αλλά κάθε μέρα νοιώθω ότι γερνάω όλο και πιο πολύ. Σήμερα έχω έναν πόνο στην πλάτη που χθες δεν τον είχα. Είναι που χθες ήμουν μία ημέρα νεότερη…»
Η Ραχήλ ζούσε είκοσι χρόνια στο Παρίσι με τον άντρα της και τον σκύλο της. Τους έχασε και τους δύο σε τροχαίο• επέζησε μόνο αυτή μ’ ένα ελαφρύ κούτσαμα στο δεξί πόδι. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του άντρα της πούλησε τον φούρνο που είχαν ανοίξει οι δυο τους κοντά στην πλατεία Πιγκάλ, μάζεψε τα πράματά της, πήρε όσα χρήματα είχαν μείνει στην τράπεζα και επέστρεψε στην Αθήνα για πάντα. Στο Παρίσι είχαν πάει με τον άντρα της ως οικονομικοί μετανάστες. Είχαν προκόψει. Ο φούρνος που άνοιξαν, είχε πετύχει. Ήταν διάσημος στην περιοχή. Ζυμωτό ψωμί, χωριάτικες τυρόπιτες, γαλλικός καφές, αρωματικό τσάι, κουλούρια πορτοκαλιού που μοσχοβολούσαν με το που άνοιγες την πόρτα. Παιδιά, δεν έκαναν. Η μόνη σκιά στο φωτεινό τους βλέμμα.
Μετά το τροχαίο και τους θανάτους επέστρεψε στη γειτονιά που γνώρισε και ερωτεύτηκε τον άντρα της, στον περιφερειακό του Υμηττού, στην Αγία Παρασκευή, κοντά σ’ ένα παλιό στρατόπεδο. Εκεί κοντά την είχα γνωρίσει κι εγώ, πριν ακόμα φύγει για το Παρίσι. Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη την ημέρα και τρέξαμε και οι δύο να προφυλαχτούμε σ’ ένα γκαράζ με στέγη από ελενίτ. Γυρίσαμε η μία προς το μέρος της άλλης, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε, γνωριστήκαμε. Κόπασε η βροχή, πήγαμε για καφέ στην πλατεία. Σαν να την ήξερα χρόνια. Κι όταν έφυγε για το Παρίσι ήταν σαν να έφευγε μια καλή, παλιά μου φίλη. Γράμματα όλα αυτά τα χρόνια, τηλεφωνήματα, mails, κουβέντα, γέλια, στενοχώριες, χαρές. Το σπίτι που επέστρεψε ήταν το πατρικό του άντρα της, μια παλιά μονοκατοικία που κάποια μέρα θα το έδινε για αντιπαροχή, πέντε λεπτά από το σπίτι που μένω. Μου τηλεφωνάει συχνά.
«Με τον πόνο στην πλάτη δεν μπορώ να έρθω», μου λέει σήμερα το πρωί, «αλλά θέλω να σου πω το όνειρο που είδα». Πίνει καφέ, ακούω τη γουλιά της. Καπνίζει. Ακούω την ανάσα της.
«Τον Μορίς Μπακέ, τον ξέρεις;» με ρωτάει. Δεν περιμένει απάντηση, συνεχίζει. «Ήταν Γάλλος ηθοποιός, έπαιζε βιολοντσέλο. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε. Έβρεχε, λέει, στο Παρίσι, ο άντρας μου και ο σκύλος μας είχαν πεθάνει, είχα βγει στους δρόμους να περπατήσω και μ’ έπιασε βροχή. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι, μου έλειπαν οι νεκροί μου. Κάθισα όρθια στο πεζοδρόμιο με σκυμμένο κεφάλι. Γινόμουν μούσκεμα αλλά δεν έφευγα.
»Αισθάνομαι να με πλησιάζει κάποιος δίπλα μου. Βάζει μια μεγάλη ομπρέλα πάνω από το κεφάλι μου. Γυρνάω, τον κοιτάω. Ήταν ο Μορίς Μπακέ, ο ηθοποιός και τσελίστας. Άκου, τώρα, τι σου είναι τα όνειρα! Φορούσε, λέει, μια λευκή καπαρντίνα και κρατούσε ένα μεγάλο τσέλο. Μου χαμογελούσε. Έμοιαζε λίγο με τον άντρα μου. Είχε ένα γλυκό, παιδικό, αθώο βλέμμα και σκούρα καλοχτενισμένα μαλλιά, παρόλο τον παλιόκαιρο. Προσπαθούσε να κρατάει έτσι την ομπρέλα ώστε και εγώ να μην βρέχομαι και το τσέλο του.
»Πού πάτε; με ρώτησε. Πουθενά, του απάντησα. Τι κάνετε εδώ, χωρίς ομπρέλα στη βροχή, έξω από το σπίτι σας; Πενθώ τον άντρα μου, του απάντησα. Σοβάρεψε. Κοίταξε γύρω του. Το απέναντι πεζοδρόμιο ήταν σκεπαστό και είχε καμάρες, ήταν στοά. Ελάτε μαζί μου, μου είπε. Περάσαμε απέναντι. Πήγαμε κάτω από τις καμάρες. Σταθήκαμε κοντά στον τοίχο. Ο Μορίς Μπακέ έκλεισε την ομπρέλα και την ακούμπησε στο πλάι. Έβγαλε τη ράβδο στήριξης από τη θήκη που είχε μαζί του, την έβαλε χάμω, στο πεζοδρόμιο, και στερέωσε πάνω της το τσέλο. Έπειτα έβγαλε το δοξάρι. Άρχισε να παίζει όρθιος, δίπλα μου. Για σένα, μου είπε, και χαμογέλασε. Για να γαληνέψει ο πόνος σου…
»Το γνώριζα εκείνο το κομμάτι. Ήταν μια σονάτα για τσέλο του Μπραμς. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν και μας κοιτούσαν. Τους άρεσε η εικόνα, όπως έβλεπα στα μάτια τους. Σε λίγα λεπτά είχε σχηματιστεί ένας κύκλος γύρω μας από περαστικούς με βρεγμένα μαλλιά και παπούτσια και χρωματιστές όμορφες ομπρέλες. Ξέρεις, μέσα σε εκείνη τη μουντάδα του Παρισιού με τα λασπόνερα στους δρόμους και τα πεζοδρόμια, εμείς η παρέα με το φωτεινό βλέμμα μαζεμένοι γύρω από τις μελωδίες ενός τσέλου ήμασταν σαν πίνακας ιμπρεσιονιστή ζωγράφου που βγήκε στους δρόμους να δώσει χρώμα και φως στα σημεία που δεν φωτίζονταν. Νοιώθεις καλύτερα; γυρνάει κάποια στιγμή ο Μορίς Μπακέ και με ρωτάει. Ναι, του λέω και το πίστευα απόλυτα.
»Δεν ξέρω πόση ώρα καθίσαμε κάτω από τη στοά με το τσέλο και τις μελωδίες, αλλά κάποια στιγμή άρχισε να σκοτεινιάζει. Κρυώνω, του είπα. Κι εγώ, μου είπε. Έβαλε το τσέλο στη θήκη, τακτοποίησε τη ράβδο στήριξης και το δοξάρι και με κοίταξε. Ξέρω ένα μοτέλ στη Μονμάρτη, μου είπε. Στο ημίφως του δειλινού διέκρινα ένα ρόδινο χρώμα στο πρόσωπό του. Τον ακολούθησα. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι. Μου άρεσε η συντροφιά του. Μείναμε στο μοτέλ τρεις μέρες. Εσώκλειστοι. Ευτυχισμένοι. Ελεύθεροι. Με μουσική από το τσέλο. Με κις λορέν, κρουασάν, φρούτα, και κρασί Προβηγκίας. Και πολλή αγάπη. Τίποτ’ άλλο. Τρεις μέρες πάνω στο κρεβάτι με τσαλακωμένα σεντόνια και γεμάτα ψίχουλα από μπαγκέτες.
»Ξημερώματα της τρίτης μέρας χωρίσαμε. Χωρίς υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε, χωρίς συναισθηματικά βάρη. Ανάλαφροι. Χορτασμένοι. Είσαι εντάξει; με ρώτησε. Είμαι ευτυχισμένη, του απάντησα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα. Ο διάδρομος του μοτέλ είχε φως. Είχε πολύ φως. Προχώρησα μέσα στο φως μέχρι που χάθηκα. Το φως δυνάμωνε. Ξημέρωνε. Ξύπνησα. Ήταν όνειρο, αγαπημένη μου φίλη…»
Είπαμε κι άλλα με τη Ραχήλ, την άκουγα να ανάβει συνέχεια τσιγάρα, είπαμε να πάμε θέατρο κάποια από αυτές τις μέρες, έπαιζαν Τσέχωφ. Κλείσαμε.
(Κείμενο
εμπνευσμένο από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που είδα με τον Γάλλο ηθοποιό και τσελίστα
Maurice Baquet στο Παρίσι το 1957, με ομπρέλα και το τσέλο του. Η
φωτογραφία είναι του φίλου του, φωτογράφου Robert Doisneau. Όλα τα υπόλοιπα
είναι μυθοπλασία).
Δημοσιεύθηκε στο φθινοπωρινό τεύχος Νο 87 του περιοδικού (δε)κατα, του ποιητή Ντίνου Σιώτη. Τον ευχαριστώ πάντα από καρδιάς για την τιμή που μου κάνει να συμπεριλαμβάνει διηγήματά μου στο περιοδικό.







