Powered By Blogger

Translate

15 Σεπτεμβρίου 2026

«Ψάχνοντας τους λόγους που στενοχωρήθηκα για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ενώ δεν ακούω Μαζωνάκη»

4 Μαρτίου 1972  - 9 Σεπτεμβρίου 2026


Ξεκινάω από το τέλος και το συμπέρασμα που έβγαλα και λέω ότι, απλώς, ταυτίστηκα με τον Γιώργο Μαζωνάκη, τόσο απλά, γι΄ αυτό στενοχωρήθηκα. Με τι; Μα με τον πόνο του, με το κενό μέσα του, με τη μοναξιά του ανάμεσα στο πλήθος, με την ελπίδα του, με την εναπόθεσή του στο θείο μπας και εκεί μπορέσει και γαληνέψει.

Να πω επίσης ότι, δεν με αφορά καθόλου ο Μαζωνάκης ως είδωλο και εξαντρίκ, με τα δύο μαύρα νύχια, τις σατέν ρόμπες, τα πορτοκαλί μαλλιά, και τις λοιπές αντικομφορμιστικές συμπεριφορές της πίστας. Εκείνο που με αφορά είναι ο Μαζωνάκης ως ψυχή που πόναγε μέσα σε όλο αυτό το σκατό της νύχτας και της ημέρας που ζούσε.

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη. Εντός του πρωτίστως υπάρχει η πνευματική του υπόσταση. Όταν αυτή παραγκωνίζεται, εξοστρακίζεται, δεν υπολογίζεται, τότε η Μαντόνα θα πάει στα Μετέωρα να βρει λίγη από τη γαλήνη που ψάχνει, ο Μαζωνάκης θα πάει στο Άγιο Όρος για τους ίδιους ακριβώς λόγους, η Σάρον Στόουν θα ασπαστεί τον Βουδισμό, ο Τομ Χανκς την Ορθοδοξία κτλ.

Όπως ο Μαζωνάκης, η Μαντόνα, ο Μικ Τζάγκερ, ο Στράτος Διονυσίου, η Ελένη Βιτάλη (τυχαία τα ονόματα) και πόσοι άλλοι στο δύσκολο και σκληρό επάγγελμα της νύχτας αναζητούν μια στάλα, βρε αδελφέ, να ξαποστάσει η ψυχούλα τους, έτσι κάνουμε κι εμείς οι άλλοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με το σκληρό ζόρι της καθημερινότητας. Χρέη, τράπεζες απλήρωτες, διαφθορά στο δημόσιο, κοροϊδία από τις κυβερνήσεις, ειδήσεις που μιλάνε συνέχεια για βιαστές μικρών παιδιών και κακοποιήσεις γυναικών, τσακωμοί στο σπίτι, γκρίνια, άγχος για το αύριο, ταχυκαρδίες, φάρμακα. Πολλά φάρμακα.

Και λες, βρε παιδί μου δεν υπάρχει κάτι να με κάνει να πάρω μια ανάσα; Να πάω μια εκδρομή, μια βόλτα, να ξεσκάσω, να περάσω μια γ@μημένη μέρα με ηρεμία και χαρά;

Και εδώ έρχομαι και ταυτίζομαι με τον Μαζωνάκη και τον κάθε Μαζωνάκη που παίρνει ένα ταξί και πάει σε κάποιο κολωνακιώτικο ιατρείο απατεώνων, (μόνο που ο Μαζωνάκης δεν ήξερε ότι πάει σε απατεώνες) μπας και νοιώσει λίγο καλύτερα η ψυχούλα του. Και όχι μόνο δεν νοιώθει λίγο καλύτερα η ψυχούλα του αλλά η πόρνη η πολιτεία τον έχει και παντελώς απροστάτευτο απέναντι στους απατεώνες. «Γιαγιά, ρίξε κάτω από το μπαλκόνι τα χρυσαφικά σου γιατί έχει βλάβη η ΔΕΗ και θα καούνε! Θα τα χάσεις!» Και η γιαγιά (που σημειωτέον, έχει δικαίωμα ψήφου, και ψηφίζει και μας παίρνει στον λαιμό της), μαζεύει τη βέρα της και τη βέρα του πεθαμένου άντρα της, τις τυλίγει σε μια χαρτοπετσέτα και τις πετάει κάτω από το μπαλκόνι ακριβώς στα χέρια των απατεώνων.

Στα χέρια, λοιπόν, κάποιων απατεώνων πέθανε ο Μαζωνάκης. Γι’ αυτό έκλαψα. Εγώ που ακούω ροκ και από τα τραγούδια του Μαζωνάκη ζήτημα είναι να ξέρω μόνο ένα, έκλαψα. Πόνεσε η ψυχή μου που έφυγε με τον τρόπο που έφυγε ένα νέος άνθρωπος που δεν ήθελε πολλά, κάποιος να του δώσει αυτό που του απεγνωσμένα ζητούσε: λίγη γαλήνη. Πολλά ήθελε; Πολλά θέλουμε όλοι εμείς; Που, από ότι διαβάζω:

«Οι αναλύσεις των αστικών λυμάτων της Αττικής τα οποία καταλήγουν στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων στην Ψυττάλεια διενεργούνται από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και αποτελούν έναν από τους πιο έγκυρους ‘καθρέφτες’ της δημόσιας υγείας και των συνηθειών των κατοίκων της πρωτεύουσας.

Τα κυριότερα ευρήματα αυτών των αναλύσεων επικεντρώνονται στις εξής μεγάλες κατηγορίες:

1. Παράνομες Εξαρτησιογόνες Ουσίες (Ναρκωτικά), όπως Κοκαΐνη, Κάνναβη & MDMA (Έκσταση), Κεταμίνη.

2. Ψυχοφάρμακα και Νευροληπτικά, Αντικαταθλιπτικά και Αγχολυτικά».

Δια ταύτα:

γι’ αυτό πόνεσα με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Κατάλαβα πολύ καλά το ζόρι του και το ψάξιμο που έκανε σε εκκλησίες και απατεώνες του Κολωνακίου προκειμένου να βρει μια ήσυχη γωνιά να σταθεί, να πάρει μια ανάσα ευτυχίας.

«Που λείπεις, μου ’πεσε βαρύ…» Έτσι είναι Γιώργο Μαζωνάκη. Καλό δρόμο να έχεις και από καρδιάς εύχομαι να είναι πολύ ήσυχα και πολύ γαλήνια εκεί που σε έστειλαν οι κομπογιαννίτες της Καρνεάδου.


 

9 Αυγούστου 2026

Η Τζόνι Μίτσελ στην Αρένα Βερόνας, Μάης του 1983

 

Joni Mitchell does a rare performance at the Newport Folk Festival, 26 July  2022


Προχθές μου τηλεφώνησε η φίλη μου η Αριέλα, από την Ιταλία. «Φεύγω», μου λέει. «Θα πάω να μείνω για λίγο στον γιο μου, στη Νορβηγία. Θα λείψω για κάνα μήνα. Τι να σου φέρω από εκεί;»

Η Αριέλα ήταν από τη Βερόνα. Εκεί γεννήθηκε και εκεί έμενε. Τον Μάιο του 1983, ήρθε στη Βερόνα η Τζόνι Μίτσελ. Έδωσε συναυλία στην Αρένα της Βερόνας. Η Αριέλα ήταν έφηβη. Πήγε από το μεσημέρι στην Αρένα και περίμενε να ανοίξει η πύλη για να προλάβει να είναι κοντά στη σκηνή. Τη λάτρευε τη Μίτσελ, από παιδί. Σε εκείνη τη συναυλία γνώρισε τον άντρα της. Κάποια στιγμή, προς το τέλος της συναυλίας, παρέκαμψαν και οι δύο μαζί με άλλους την ασφάλεια και βρέθηκαν ακριβώς μπροστά στη σκηνή. Η Τζόνι Μίτσελ ήταν τρία μέτρα από τα μάτια της Αριέλα. «Δεν τα έκλεινα», μου έλεγε, όταν μου περιέγραφε ξανά και ξανά εκείνη την εμπειρία της, «για να μη χάσω τη Μίτσελ στιγμή από τα μάτια μου. Θεά! Μυθική ομορφιά, σαν κομμάτι της Αρένας ήταν, σαν ένα μέρος της ομορφιάς και της αρχαίας γοητείας της Αρένας! Πόση ζωντάνια, να ‘βλεπες! Στο τέλος είπε το Woodstock. Γυρνάω τυχαία δίπλα μου και βλέπω τον Αλεσάντρο να με κοιτάει. Χαμογελάσαμε. Έπιασε ο ένας το χέρι του άλλου και φύγαμε μαζί».

Η Αριέλα άφησε το χέρι του Αλεσάντρο μετά από 26 χρόνια, όταν εκείνος πέθανε από καρκίνο. Ο γιος τους, μετά το Λύκειο, πήγε στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκεν της Νορβηγίας και σπούδασε στο Γεωφυσικό Ινστιτούτο. Έπιασε δουλειά και έμεινε εκεί. Η Αριέλα τον επισκέπτεται τακτικά. Πάντα πριν φύγει θα μου τηλεφωνήσει και θα με ρωτήσει τι θέλω να μου φέρει από εκεί και πάντα θα τη ρωτήσω τι παίρνει μαζί της στις αποσκευές. Και οι δύο ξέρουμε τις απαντήσεις, αλλά μας αρέσει να επαναλαμβανόμαστε: «Φέρε εκείνα τα αφράτα μπισκότα με αμύγδαλα», της λέω. «Και πότε θα στα δώσω;» με ρωτάει. «Όταν βρεθούμε στη Βερόνα ή στην Αθήνα», της απαντώ. «Δεν θα πάρω πολλά πράγματα μαζί μου», μου λέει εκείνη, «τις πιζάμες μου, τα κολάν μου, δυο πουλόβερ και τη φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ…»  

Έχει μια παλιά φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ η Αριέλα, από τη συναυλία της Μίτσελ το 1983 στην Αρένα της Βερόνα. «Ήταν ιερή στιγμή εκείνη», μου έχει πει η Αριέλα. «Εκεί γνώρισα τον Αλεσάντρο, εκεί κοίταξα στα μάτια την Τζόνι Μίτσελ, από απόσταση αναπνοής. Και μην πιστεύεις αυτά που λένε για δόξες και ευτυχίες, και λοιπά ρομαντικά. Η Τζόνι Μίτσελ με κοίταξε τυχαία κάποια στιγμή και με κοίταξε βαθιά, σαν αδελφή μου που θέλει να ακουμπήσει στον ώμο μου και να βάλει τα κλάμα. Άκου που σου λέω. Την έχρισα αγαπημένη».

Έχουμε χαθεί με την Αριέλα εδώ και χρόνια. Έμαθα ότι έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη Νορβηγία. Προχθές είδα στο internet αυτή τη φωτογραφία της Τζόνι Μίτσελ και συγκινήθηκα. Είναι  από τον Ιούλιο του 2022, όταν η Μίτσελ βρέθηκε στο Newport Folk Festival, που γίνεται στο Ρόουντ Άιλαντ, στην Αμερική. Την κοίταξα αρκετά. Διάβασα ότι τα τελευταία χρόνια έχει περάσει δύσκολα, μ’ ένα εγκεφαλικό που την ανάγκασε να μάθει να μιλάει και να περπατάει από την αρχή. Πόση γοητεία έχει όμως ακόμα η έκφραση του προσώπου της! Είπα να γράψω δυο λόγια στη μνήμη της παρέας, έστω και τηλεφωνικής, που είχα με την Αριέλα.

Υ.Γ. Και βέβαια να εξηγήσω ότι, όλες οι πληροφορίες για την Τζόνι Μίτσελ είναι αληθινές, εκτός την Αριέλα και τα λοιπά που είναι μυθοπλαστικά στοιχεία, καθώς είδα τη συγκεκριμένη φωτογραφία της Μίτσελ και, όπως μου συμβαίνει πάντα με κάποιες φωτογραφίες που τις βλέπω και στέκομαι πολύ πάνω τους, θέλησα να γράψω δυο λόγια πριν τις προσπεράσω.


24 Ιουλίου 2026

Λιοσίων - Μηλίνα, Ένα Τσιγάρο Δρόμος (διήγημα)

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 86ο
Καλοκαίρι 2026, θέμα: Πήλιο


Άκου τι γίνεται με τη ζωή μου: Ανοίγω το παράθυρο στο σπίτι που μένω, στη Λιοσίων, και αντικρίζω συνεργεία αυτοκινήτων, μάντρες με μεταχειρισμένα ταξί, κουρεία με την επιγραφή στο τζάμι ‘πέντε ευρώ το κούρεμα’, αιγυπτιακά παντοπωλεία και πεζοδρόμια που δεν τα έπλυνε ποτέ κανείς. Ποτέ. Ούτε η βροχή. Όταν βρέχει, τη Λιοσίων δεν την ξεπλένει καμία μπόρα. Έχει πολύ σκληρό πετσί η Λιοσίων. Η μπόρα, μπόρα και η βρώμα, βρώμα. Ακατανίκητη βρώμα. Καυσαέριο και πατημένα λάδια αυτοκινήτου σε μια άσφαλτο που μοιάζει με γυαλί. Στην άσφαλτο της Λιοσίων γλιστράς, πέφτεις και δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ. Η γυαλιστερή άσφαλτος της Λιοσίων σε σκοτώνει. Το ‘χω δει αυτό, από το παράθυρο. Γριά που έπεσε και έμεινε εκεί. Σαν λάδι από μοτοσικλέτα που από πάνω του πέρασαν τρόλει και βυτιοφόρα, και το έκαναν ένα με την πίσσα. Ουσιαστικά, το εξαφάνισαν. Το εξαΰλωσαν. Έτσι εξαϋλώθηκε η γριά μπροστά στα μάτια μου ένα μεσημέρι στη Λιοσίων. Λεκές στην άσφαλτο, το γερασμένο σώμα της.

Στη Λιοσίων όλα αυτά. Και οι μάντρες με τα ταξί και τα συνεργεία αυτοκινήτων και το μπορντέλο που δουλεύω. Το σπίτι μου. Το παράθυρο που αναφέρω πιο πάνω. Studio, γράφει το σπίτι απ’ έξω. Η επιγραφή, έτσι ακριβώς: στα ξένα. Βέβαια, ο κόσμος ξέρει πολύ καλά τι είναι ένα Studio στη Λιοσίων. Ξέρει πως είναι ένα κλασικό μπορντέλο. Από αυτά τα παλιά ‘σπίτια’, τα ορίτζιναλ. Με το κρεβάτι του, τα σατέν σεντόνια του, τα κόκκινα πορτατίφ, με το πατσουλί του, με το εικόνισμα της Παναγίας στην κουζίνα δίπλα στο αναμμένο καντήλι. Διότι, άμα δεν πιστεύεις στην Παναγία, τι πουτάνα είσαι. Κι εγώ πιστεύω. Και ανάβω και το καντήλι. Και το σταυρό μου κάνω. Με το ίδιο χέρι, το δεξί, που ξεκουμπώνω τα παντελόνια των πελατών. Και σκύβω μετά το κεφάλι μπροστά τους και γονατίζω, όπως κάνω στο εικόνισμα. Η διαφορά είναι ότι, όταν γονατίζω στην Παναγία βάζω μαξιλαράκι στο πάτωμα για να αντέχω να της μιλάω περισσότερο. Τους πελάτες τους ξεπετάω. Δεν θέλουν και πολύ αυτοί. Από τα δέκα εννέα αυτό. Μπορεί και νωρίτερα. Και τώρα είμαι σαράντα πέντε. Ή περίπου. Μπορεί και πάρα πάνω.

Και άκου τώρα να σου περιγράψω μια άλλη θέα, από ένα άλλο παράθυρο, για να δεις η πουτάνα η ζωή τι παιχνίδια παίζει: Σαββατοκύριακα συνήθως φεύγω από τη Λιοσίων. Όχι πάντα, αλλά κάθε τόσο θέλω να φεύγω. Παίρνω τους δρόμους και απομακρύνομαι. Έχω έναν πολύ συγκεκριμένο προορισμό που πηγαίνω. Όταν φτάνω εκεί, είναι πάντα χάραμα. Δηλαδή, φροντίζω να είναι χάραμα. Επιλογή μου, αυτό. Λατρεύω τα χαράματα τα εκτός Αθηνών, πρωτίστως τα εκτός Λιοσίων. Ξεκινάω αργά τη νύχτα από το μπορντέλο και χαράματα αξιώνομαι να έχω φτάσει στον προορισμό μου και να ανοίγω το παράθυρο στο δωμάτιο που βρίσκομαι. Μπαίνει φως. Το πρώτο, αυτό της ανατολής. Το φως που προηγείται του ήλιου. Το απαλό πορτοκαλί του ουρανού που κάνει τη νύχτα να παύει να υφίσταται και τότε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο κοιτάω με δέος ισχυρό, σαν ψυχικό σοκ, τον Παγασητικό. Έτσι όπως το ακούς. Μαγική θάλασσα μπροστά μου, ήρεμη, γαλήνια, πιο όμορφη και από την Παναγία στο εικόνισμα του μπουρδέλου. Κοιτάω, κοιτάω, και συνειδητοποιώ αργά και ανακουφιστικά ότι, δόξα τω Θεώ, έχω έρθει  στη θερινή κατοικία των θεών. Το Πήλιο. Αγριοκαστανιές, οξιές, πλατάνια, βελανιδιές, μηλιές. Όχι Λιοσίων. Όχι συνεργεία αυτοκινήτων. Όχι άσφαλτος που γλιστράει. Μόνο ο Παγασητικός Κόλπος γεμάτος πρωινό φως πάνω στα νησάκια του. Η εικόνα αυτή με κάνει να πιστεύω ακράδαντα στην ύπαρξη του Θεού.  Η ανατολή πάνω στα νερά του Παγασητικού είναι η βαθιά μου πίστη ότι, δεν μπορεί, υπάρχει Θεός. Είναι αυτό το φως που βλέπω. Είναι οι βελανιδιές που ανάμεσά τους έτρεχα μικρή. Θεός είναι οι αγριοκερασιές του Πηλίου σε αφθονία, τα δάση, η πλατεία του χωριού μου με τη βρύση. Η μυρωδιά του καφέ που ψήνει αυτή την ώρα, την ώρα της ανατολής, η γιαγιά Δροσερή. Δροσερή είναι το όνομά της. Αν η Παναγία στο μπορντέλο της Λιοσίων είχε άλλο όνομα, θα την έλεγαν Δροσερή.

Η μάνα μου με γεννάει και μαζί με τον πατέρα μου φεύγουν για τη Γερμανία. Μετανάστες. Ότι θα δουλέψουν κάποια χρόνια εκεί, θα βγάλουν φράγκα, θα πάρουν τα φράγκα τους και θα επιστρέψουν στο Πήλιο. Στη Μηλίνα, το χωριό που γεννήθηκα, που με άφησαν στη γιαγιά Δροσερή να με προσέχει, τη Μηλίνα, το χωριό που επιστρέφω κάθε τόσο για να πάρω καθαρές ανάσες από τη Λιοσίων. Οι γονείς μου δεν επέστρεψαν ποτέ από την Γερμανία. Χώρισαν έμαθα, εκεί. Η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε, ο νέος άντρας της δεν ήθελε επαφές με το παρελθόν της, ούτε καν με μένα – έμαθα. Το σεβάστηκε αυτό η μάνα μου. Σεβάστηκε την επιθυμία του άντρα της. Όχι εμένα. Ούτε τη γιαγιά Δροσερή, τη μάνα της. Όχι. Το καινούργιο στεφάνι της σεβάστηκε. Ο πατέρας μου έφαγε κάτι χρήματα που είχε με μια Πολωνή, επίσης μετανάστρια, και έφυγε για τη Σουηδία, να δουλέψει σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο. Μέχρι εκεί ξέρουμε, η γιαγιά και εγώ.

Μεγάλωσα στη Μηλίνα. Έπαιξα στη Μηλίνα. Κολύμπησα στην Τζάστενη και στη Βαθιά Σπηλιά. Είδα όλα τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα της Μηλίνας από την αυλή της Δροσερής. Πήγα σχολείο. Ήμουν καλή μαθήτρια. Αλλά δεν είχαμε λεφτά. Δεν υπήρχε κανείς να μας βοηθήσει. Οι γονείς μου, είχαν ήδη χαθεί. Η γιαγιά Δροσερή δούλευε όπου έβρισκε. Μάζευε ελιές, έραβε κάνα φουστάνι όταν της το ζητούσαν – έπιαναν τα χέρια της, ήταν προκομμένη• πήγαινε στην ταβέρνα, έπλενε πιάτα, σφουγγάριζε, καθάριζε πατάτες, φασολάκια, αλλά δεν ‘φτάναν τα λεφτά. Με ζήτησε η συγγενής μιας συγχωριανής να με πάει στην Αθήνα, να δουλεύω στη βιοτεχνία παπουτσιών που είχε με τον άντρα της στο Αιγάλεω, και να με έχει στο σπίτι της. Και να μου δίνει και χρήματα. Πήγα. Ήμουν δέκα τεσσάρων χρονώ κοριτσάκι. Άφησα το σχολείο, τη Μηλίνα, τον Παγασητικό, τη Βαθιά Σπηλιά, τα δάση, την Δροσερή μου. Άφησα το γέλιο μου. Τη ξεγνοιασιά μου. Αργότερα, άφησα και τη βιοτεχνία παπουτσιών. Το θέμα είναι ότι, για πότε βρέθηκα από το Αιγάλεω στην οδό Λιοσίων με δικό μου μπορντέλο, ούτε που το κατάλαβα. Για πότε άλλαξε η θέα στο παράθυρό μου και από τα νησάκια του Παγασητικού και το κόκκινο φως του ήλιου έβλεπα άσφαλτο γεμάτη λακκούβες και λάδια αυτοκινήτων, δεν ξέρω. Ίσως, έχω κάποιο κενό μνήμης. Ίσως πάλι έχω επιλεκτική μνήμη. Θυμάμαι μόνο ό,τι θέλω. Σκόρπιες λέξεις, θυμάμαι. Τίποτ’ άλλο. Όπως, «Δροσερή» – ζει ακόμα, ένα χαμογελαστό ενενηντάχρονο θείο πλάσμα που μοσχοβολάει πορτοκάλι που κόβει με τα ρυτιδιασμένα χεράκια της. Άλλες λέξεις που θυμάμαι είναι «ηλιοβασίλεμα Μηλίνας», «Μαραθιάς», «Λεφόκαστρο», «Παραλία Ραζή», «Γιαγιά».

Αν κάτι ζητώ από την Παναγία που έχω στην κουζίνα, δίπλα στο αναμμένο καντήλι, είναι να με αξιώνει κάπου – κάπου να φεύγω από τη Λιοσίων, να ανάβω ένα τσιγάρο και μέχρι να το καπνίσω να έχω φτάσει στο πατρικό μου σπίτι. Στη Μηλίνα μου. Να πέφτω στην αγκαλιά της Δροσερής και μετά να πέφτω για ύπνο κατάκοπη. Σε λήθαργο να πέφτω. Να ξυπνάω όποτε θέλω και καθώς θα ανοίγω το παράθυρο και θα αντικρίζω τον Παγασητικό, να μοσχοβολάει από την κουζίνα ο καφές που θα ψήνει στη χόβολη η Δροσερή μου, με τα άγια ροζιασμένα χεράκια της.

Όσο υπάρχει ο Παγασητικός να κοιτάω τα Σαββατοκύριακα τη ζωγραφιστή σαν ψέμα ομορφιά του και να βουτάω το σώμα του να το ξεπλένω στα νερά του μαζί με την ψυχή μου, λέω ναι. Υπάρχει Θεός.

 

 

 

Ευχαριστώ τον αγαπημένο ποιητή Ντίνο Σιώτη για την εξαιρετική συνεργασία που έχουμε. Ευχαριστώ όλους τους συνεργάτες του περιοδικού (δε)κατα.

 

Βικτώρια Μακρή 



10 Μαΐου 2026

Το Συρταρομπέσικο

 

Julius Garibaldi Melchers - Madonna of the Fields



- Όταν ήμουνα μωρό οι μεγαλύτερες αδελφές μου, τι μεγαλύτερες δηλαδή, οκτώ, δέκα χρονώ κοριτσάκια ήσαν, με βάζανε μέσα σ’ ένα μεγάλο συρτάρι και το ανοιγοκλείνανε για να κουνιέμαι και να αποκοιμιέμαι. Αποκοιμιόμουν μεσ’ στο συρτάρι. Ήταν από αυτά τα τεράστια, τα βαθιά συρτάρια, που είχαν οι παλιές ντουλάπες. Για στρωματάκι βάζαν κάτι υφαντές κουβερτούλες. Η μάνα μου έφευγε για τα χωράφια από τα χαράματα και με άφηνε στις αδελφές μου. Όταν με έπαιρνε ο ύπνος με αφήνανε στο συρτάρι και τρέχανε να παίξουν με τις γιδούλες, έξω. Η μάνα μας τους είχε δώσει και ονόματα: η Ασπρούλα, η Μορφονιά, η Κανέλω. Είχε δώσει και σε μένα όνομα, πριν ακόμα βαφτιστώ: το συρταρομπέσικο – επειδή δεν υπήρχε κρεβάτι για μένα στο σπίτι και κοιμόμουν το συρτάρι.

- Ο παππούς μου; Ο πατέρας σου;

- Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Έφυγε για μετανάστης στην Αργεντινή όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό, συρταρομπέσικο. Πέθανε στο εργοστάσιο που δούλευε. Δεν μάθαμε από τι. Οι συνάδελφοί του, έτσι όπως τον έβαλαν στο φέρετρο με τα ρούχα της δουλειάς - κουστούμι δεν υπήρχε -, σήκωσαν προσεχτικά το φέρετρο όρθιο και ξεσκέπαστο, το ακούμπησαν στον τοίχο και τραβήξανε φωτογραφία. Την έστειλαν στη μάνα μου για να τον δει τελευταία φορά, αφού δεν είχαν λεφτά να τον στείλουν στην Ελλάδα. Τον έθαψαν στην Αργεντινή. Αργότερα, όταν ήμουν οκτώ χρονώ, έχασα και την μανούλα μου…

(Αναστέναζε).

 

(Διήγηση της μητέρας μου για τους παππούδες μου - τους γονείς της. Περιοχή με το συρτάρι και τις γιδούλες, χωριό είκοσι κατοίκων έξω από το Λεβίδι Αρκαδίας, κάτω από το Μαίναλο. Δέκα τρία χρόνια που έχασα τη μάνα μου και είναι πάντα ολοζώντανη μαζί με τις διηγήσεις της. Κάπου έχω και τη φωτογραφία του παππού μου - όρθιο το φέρετρο κι αυτός νεκρός με τα ρούχα της δουλειάς, σαν να κοιμάται και να βλέπει όνειρο πως είναι στο Λεβίδι). 


Κυριακή 10/5/2026 

Ημέρα της μητέρας


22 Δεκεμβρίου 2025

Ιστορίες καραντίνας - σύντομο διήγημα



 

Πεθύμησα την καραντίνα. Τον επιβεβλημένο περιορισμό του χώρου που θα κινούμαι. Κουζίνα, καθιστικό, κρεβατοκάμαρα, ντους, σημείωμα βιαστικό ότι θέλω να πάω στο σούπερ μάρκετ, στο φαρμακείο, απάντηση «οκ, πήγαινε». Απάντηση, από ποιον; Αναπάντητο ερώτημα. Πεθύμησα τον εγκλεισμό στο σπίτι μου, στην οικεία μου, στο προσωπικό μου καταφύγιο, στην ησυχία μου, χωρίς φασαρία στο δρόμο από κορναρίσματα και φρεναρίσματα, χωρίς οχλαγωγία. Όχλος. Τι είναι ο όχλος. Πώς τιθασεύεται ο όχλος με μια καραντίνα; Τιθασεύεται; Και τι θα πει ότι, κάποιοι ορίζουν πως όλοι θα ζούμε ξαφνικά περιορισμένοι, ότι θα εγκαταλείψουμε τους δρόμους και θα κλειστούμε στο σπίτι μας; Ποιο σπίτι μας; Αυτό, με τα ντουβάρια; Ή το άλλο, το εσωτερικό; Τον μέσα οίκο μας; Και τι είναι, άραγε, ο μέσα οίκος μας; Μπαίνει σε καραντίνα; Είναι υπαρκτός; Είναι από ύλη; Από τι είναι καμωμένος; Έχει ντουβάρια όπως ο υλικός οίκος; Υπόκειται στη φθορά του χρόνου; Στην υγρασία; Παλιώνει με τον καιρό;

Θυμάμαι, τότε, επί καραντίνας, μου έλειπαν δύο λεμόνια για το αυγολέμονο. Βαριόμουν να πάρω άδεια για να βγω μέχρι το μανάβικο για δύο λεμόνια. Χτυπάω την πόρτα του Άρη στο απέναντι διαμέρισμα, στον ίδιο όροφο. Κατοικώ σε πολυκατοικία. Με τον Άρη συγκατοικούσαμε περίπου δέκα χρόνια. Ρωτάει ποιος είναι, του λέω και μου ανοίγει με το σώβρακο. Από πάνω φοράει λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Το σώβρακο έχει τον Ποπάυ.

«Άρη, έχεις δυο λεμόνια;»

«Έχω, έλα μέσα».

Μπαίνω. Μένει μόνος. Το σαλόνι βρωμάει τσιγάρο και καφέ.

«Βλέπω τον υπολογιστή ανοιχτό. Δουλεύεις; Σε διέκοψα;»

«Δουλεύω, αλλά δεν με διέκοψες. Όλη μέρα θα δουλεύω. Σε καμιά ώρα έχουμε τηλεδιάσκεψη. Γι’ αυτό έβαλα γραβάτα».

Πάει στην κουζίνα. Επιστρέφει κρατώντας δύο λεμόνια.

«Πάντως, την καραντίνα τη γουστάρω», μου λέει. «Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή  με γραβάτα και σώβρακο. Όταν συνδέομαι με εικόνα με την εταιρεία για meeting, από τη μέση και πάνω είμαι ο υπάλληλος που ξέρουνε. Από τη μέση και κάτω είμαι ο υπάλληλος που ξύνει τ’ αρχίδια του. Εσύ, πώς είσαι;»

Τον κοιτάω. Ξαφνικά, μετά από δέκα χρόνια, βλέπω πως ο Άρης είναι όμορφος. Ίσως επειδή πρώτη φορά τον έβλεπα με σώβρακο. Επιπλέον, θα πρέπει να είχε κάνει πρόσφατα μπάνιο γιατί μοσχομύριζε αρωματικό σαπούνι. Γαμημένη καραντίνα. Άνοιξε το παράθυρο ο εαυτός μου και βγήκε έξω. Στην αλάνα. Χωρίς να του δώσω  την άδεια. Χωρίς να με ρωτήσει. Βγήκε από μέσα μου το θηλυκό που δεν εγκλωβίζεται σε καραντίνες. Το ερωτικό θηλυκό. Αυτό που ακόμα και μέσα σ’ ένα σπίτι αισθάνεται ελεύθερο. Που, δεν πιάνεται πουθενά. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα είδε πάνω μου ο Άρης. Πάντως, είδα τα λεμόνια να πέφτουν από τα χέρια του, να κυλάνε στο πάτωμα και το μισόγυμνο αρωματισμένο σώμα του να με πλησιάζει. Με κοιτάει από πολύ κοντά. Ένοιωθα την ανάσα του. Μου χάιδεψε το πρόσωπο. Μου είπε:

«Είπα στην κοπέλα μου να πάρει άδεια να έρθει σπίτι μου να πηδηχτούμε και μου απάντησε πως δεν έχει χειρότερο από το να παίρνει άδεια για ένα πήδημα…»

«Εγώ, μπορώ να πηδηχτώ μαζί σου χωρίς άδεια», του λέω.

Του κατεβάζω το σώβρακο. Μου βγάζει τα ρούχα. Πηδιόμαστε στο παρκέ, με τα λεμόνια να μοσχοβολάνε κάπου πάνω από το κεφάλι μου. Τελειώνει γρήγορα.

«Συγγνώμη, έχω άγχος», μου λέει. «Καλή η τηλεργασία αλλά μας μειώσανε τα ποσοστά κέρδους. Έχω το δάνειο στην τράπεζα για το αυτοκίνητο. Δεν περνάω καλά. Είναι και η Καίτη, που θέλει να παντρευτούμε. Θα ξανάρθει στο σπίτι μου, είπε, μόνο αν είναι να της κάνω πρόταση γάμου. Για πήδημα δεν έρχεται».

Με κοιτάει.

«Θα έρχομαι εγώ», του λέω. «Όλο και κάνα λεμόνι θα μου λείπει μεσ’ στην καραντίνα και όλο θα βαριέμαι να πάρω άδεια, να βγαίνω στους δρόμους, για δυο λεμόνια. Γάμο, δεν θέλω».

Φεύγω.

 

Πεθύμησα την καραντίνα. Όλη εκείνη την ιδιαίτερη και ιδιόμορφη εποχή. Την εποχή της Καίτης που για να βγει από το σπίτι της ήθελε πρόταση γάμου. Την εποχή του Άρη που γαμούσε τις γειτόνισσες επειδή δεν του καθόταν η Καίτη. Πεθύμησα να χτυπάω την πόρτα του όμορφου γείτονά μου, αυτός να μου ανοίγει με το σώβρακο γιατί υπήρχε οικειότητα ανάμεσά μας, γνωριζόμασταν χρόνια, να με πηδάει στο πάτωμα, να τελειώνει γρήγορα από το άγχος των οικονομικών, και για μένα όλα αυτά να είναι σκηνές από την καθημερινότητά μου όπως τα γιουβαρλάκια που πλάθω, το μαρτίνι που πίνω ενδιάμεσα με χέρια γεμάτα κιμάδες, όπως η βραχνή φωνή της Τζόνι Μίτσελ που βάζω από το πρωί και ακούω.

Τέτοια καραντίνα πεθύμησα. Χωρίς να παίρνω άδεια για ένα πήδημα. Χωρίς να παίρνω άδεια για δυο λεμόνια που θα ζητήσω από τον γείτονα. Εγώ, και το σπίτι μου, Το μέσα μου. Το ανεγκλώβιστο. Που το χαρακτηρίζω ανεγκλώβιστο χωρίς να κοιτάω αν υπάρχει αυτή η λέξη στο λεξικό. Το ελεύθερο σπίτι μου. Ο εσωτερικός μου οίκος, αυτός που οσφραίνεται με ευχαρίστηση δυο φρέσκα λεμόνια και καυλώνει με το σώβρακο με τον Ποπάυ του γείτονα.

Δεν μάσησα στην καραντίνα. Μαγείρεψα. Διασκέδασα. Έγραψα. Φίλησα τον καθαρό λαιμό του γείτονα. Βγήκαν στην επιφάνεια οι παλιοί μου τρόποι, αυτούς που είχα ξεχάσει ή καταπιέσει μέσα μου, οι αυθόρμητοι, οι αγενείς πολλές φορές, οι προκλητικοί, οι δικοί μου τρόποι, αυτοί με τους οποίους επικοινωνώ με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Που έχουν το δικό μου δαχτυλικό αποτύπωμα, τη δική μου ίριδα ματιού. Λατρεύω κάπου – κάπου να έρχεται η στιγμή που κάποιες καταστάσεις θα με στριμώχνουν, όπως μια καραντίνα, και τότε να κάνει ένα μπραφ ο εαυτός μου και να ανασαίνει με τον τρόπο του. Το λατρεύω αυτό!

Δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρω άδεια για να βγω από μέσα μου και να ξεσαλώσω με την ησυχία μου. Η καραντίνα που ζήσαμε τότε, έγινε το σκηνικό μέσα στο οποίο έπαιξα τον ρόλο του εαυτού μου και η ψυχή μου το καταχάρηκε. Και πολύ ευχαρίστως μπορώ να περιμένω και μια επόμενη καραντίνα. Μάλιστα, θα είμαι πιο έτοιμη στην επόμενη. Γιατί θα το έχω ξαναζήσει. Θα είμαι πιο έμπειρη. Θα έχω κάνει την πρόβα μου.

Υπέροχες καραντίνες, στρωμένες με ροδοπέταλα… Μια χαρά είναι, γιατί όχι.  Αν το μέλλον αυτού του κόσμου μοιάζει με τα παρελθοντικά μας χάλια, με καμένα δάση και νεκρά ελάφια, με ερημοποίηση της ζωής και πνιγμένα παιδιά στη Μεσόγειο, τότε καλώς να έρθει στο μέλλον μια ακόμα καραντίνα αορίστου διάρκειας, με μαντρωμένους απαξάπαντες, μπας και σωθούν τουλάχιστον τα ελάφια στην Πάρνηθα.

Και κάτι ακόμα. Η Καίτη και ο Άρης δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο Άρης ξενοίκιασε το διαμέρισμα. Κάπου βρήκε φθηνότερα, είπε. Εδώ και μερικούς μήνες έχει μετακομίσει στο διαμέρισμα αυτό ένα ζευγάρι από τη Συρία. Έχουν ένα αγοράκι οκτώ ετών. Αυτό, επέζησε. Το μικρότερο πνίγηκε, όταν αναποδογύρισε η βάρκα του δουλέμπορα που τους έφερνε στην Ελλάδα.

 Καραντίνα. Υπέροχη. Γαλήνια. Τιμωρία για τους μωρούς. Κατάσταση Ζεν για τους «λοξούς» αυτού του κόσμου. 


                                  ------------------------------------------------


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο χειμωνιάτικο τεύχος του Δεκεμβρίου 2025, Νο 84. Το θέμα ήταν «Οι παλιοί τρόποι». Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή Ντίνο Σιώτη, δημιουργό του περιοδικού, για την τιμή που μου κάνει να συμπεριλαμβάνει διηγήματά μου στα (δε)κατα. 





19 Οκτωβρίου 2025

Σαν υπηρέτριες χωρίς ρεπό και αργίες - Διήγημα



Maria Callas 1959


Σε κάποια από τις πολυκατοικίες της Αθήνας που έχω μετακομίσει κατά καιρούς, είχα συγκάτοικο τη Νανά. Περιοχή, Ζωγράφου, κοντά στην πλατεία Γαρδένια. Πενήντα χρόνων τότε η Νανά. Μια κούκλα με εμφάνιση αριστοκράτισσας, που μοσχοβόλαγε πάντα ακριβά αρώματα. Έμενε στο υπόγειο, σε μια γκαρσονιέρα που έβλεπε στον ακάλυπτο. Το δωμάτιό της έμοιαζε με καμαρίνι ντίβας. Είχε επενδύσει τους τοίχους με καθρέφτες, είχε γαλλικά αμπαζούρ στις γωνίες με καπέλο από μεταξωτό ύφασμα, το τραπέζι ροτόντα στη γωνία ήταν στρωμένο με βελούδινο μπορντό τραπεζομάντηλο και παντού βιβλία κλασικής λογοτεχνίας, κυρίως αγγλικής, που λάτρευε. Άκουγε μουσική μόνο από δίσκους βινυλίου και της άρεσε ένα γαλλικό μοναστηριακό λικέρ που το έβρισκε σε μια κάβα της Κηφισιάς. Οι ρόμπες της ήσαν όλες μεταξωτές και τα νύχια στα πόδια και τα χέρια πάντα περιποιημένα και βαμμένα κατακόκκινα. Περπατούσε ξυπόλητη στο χαλί, χειμώνα καλοκαίρι. Μαγείρευε ελαφριά γεύματα για να μην επιβαρύνει τον αέρα του σπιτιού της με βαριές οσμές κουζίνας που δύσκολα φεύγουν από ένα υπόγειο. Συνήθως, έφτιαχνε σαλάτες με ρόκα και ρόδι, και τη συνόδευε με φιλέτο σολομού• άλλες φορές έφτιαχνε σπαγγέτι με αρωματικό λευκό βούτυρο και παρμεζάνα.

Για πολλά χρόνια υπήρξε αγαπημένη κάποιου πλούσιου γόνου αριστοκρατικής οικογένειας του Κολωνακίου, όπως μου είχε διηγηθεί. Εκείνος, τη λάτρευε. Η οικογένειά του, όχι. Ήξεραν για τη σχέση τους αλλά δεν ενέκριναν να παντρευτούν. Απείλησαν τον γόνο ότι θα τον αποκληρώσουν εάν παντρευόταν τη Νανά και εκείνος υποχώρησε. Του έδωσαν χρήματα να τη «σπιτώσει», όπως τον συμβούλεψαν και να «βγάζει τα μάτια του μαζί της όσο θέλει». Αλλά η Νανά, κόρη εργάτριας από το Κερατσίνι, με πατέρα που πουλούσε λαχεία στους δρόμους, στο κολωνακιώτικο αρχοντικό του γόνου δεν θα έμπαινε. Αυτό, οι γονείς του το είχαν ξεκαθαρίσει. Έτσι, αγοράστηκε από την οικογένεια η γκαρσονιέρα στο υπόγειο, επιπλώθηκε σύμφωνα με το γούστο της Νανάς και ο πλούσιος γόνος είχε ερωμένη τη Νανά πάνω από είκοσι χρόνια. Εντωμεταξύ, αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια που του προξένεψαν οι δικοί του, έκανε δυο παιδιά, έχασε νωρίς τους πλούσιους γονείς του και ανέλαβε το εργοστάσιο που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Αδέλφια δεν είχε.

Η Νανά, μου έλεγε τις ώρες που με καλούσε στο υπόγειο να πιούμε τσάι, δεν την ενοχλούσε καθόλου η ζωή που της προσέφερε ο αγαπημένος της. Όταν πέθαναν οι γονείς του, της έδωσε χρήματα και αγόρασε ένα διαμέρισμα στους γονείς της στο Κερατσίνι, για να φύγουν από το νοίκι. Και κάθε μήνα της έδινε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που επαρκούσε και για την ίδια και για τους γονείς της. Δεν την ενδιέφερε να τον παντρευτεί. «Μου αρκούσε πάντα το υπόγειό μου, με τη μουσική μου, τα βιβλία μου, και να ξέρω ότι εκείνος θα ‘ρθει μια – δυο φορές τη βδομάδα. Τον αγαπούσα», μου έλεγε. «Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση της γυναίκας του, γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε παράξενοι. Μας ελκύει το απαγορευμένο. Αν με είχε παντρευτεί ίσως και να είχε κάπου μια γκαρσονιέρα, να είχε σπιτώσει κάποια ερωμένη και να πήγαινε κάθε βδομάδα να την βλέπει φορτωμένος με δώρα. Θέλω να είμαι στη θέση της ερωμένης που παίρνει δώρα», ήταν η θεωρία της. Και την ακολουθούσε ευλαβικά.

Όταν είχαν γνωριστεί η Νανά ήταν είκοσι πέντε χρόνων και αυτός λίγο μεγαλύτερος. Εγώ τη γνώρισα πολλά χρόνια αργότερα, όταν μετακόμισα στην πολυκατοικία που έμενε. Ήταν πολύ γοητευτική. Αν δεν την ήξερες θα μπορούσες να υποθέσεις ότι ίσως να ήταν χορεύτρια κάποτε. Κορμοστασιά στητή, λεπτή, ίσια μαλλιά μακριά που δεν τα έβαφε και που της άρεσε να τα μαζεύει σ’ έναν πρόχειρο κότσο με μια πιάστρα από ελεφαντόδοντο. Πολύ συχνά πήγαινε σε ορφανοτροφεία. Αγόραζε σοκολάτες, γλυκά, παιχνίδια, ρουχαλάκια και καθόταν με τις ώρες με τα παιδιά και έπαιζε μαζί τους. Άλλες φορές επισκεπτόταν γηροκομεία φορτωμένη με δέματα γεμάτα ζακέτες, ζεστές ρόμπες και άγλυκα γλυκά για τους διαβητικούς.

«Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι», μου έλεγε, «είναι οι μεγάλες αγάπες της ζωής μου. Νομίζω δε ότι θα έπρεπε να είναι οι μεγάλες αγάπες όλου του κόσμου. Τα παιδιά είναι τα άτομα στα οποία κληρονομούμε τη ζωή, πρέπει να μεριμνούμε ώστε η ζωή που τους αφήνουμε να είναι πολύ καλύτερη από τη ζωή που παρέδωσαν σε εμάς οι γονείς μας. Οι γέροντες από την άλλη, είναι η σοφία που κάποιες φορές χρησιμοποιείται σωστά και κάποιες άλλες όχι. Σε κάθε περίπτωση, οι γέροντες είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου και που ο άνθρωπος αυτή την εξέλιξη δεν αντέχει να τη βλέπει γιατί δεν του αρέσει η φθορά της ύλης. Είναι ο αναπόφευκτος δρόμος όλων μας. Πόσο μακρινός ή πόσο σύντομος, κανείς δεν ξέρει… Παρατημένοι στα γηροκομεία, ξεχασμένοι σε σπίτια ολομόναχοι, φτωχοί χωρίς φάρμακα, αξύριστοι, βρώμικοι, με σύνταξη μικρή ή άποροι, άτομα που σίγουρα δεν ανήκουν στη λεγόμενη ‟παραγωγική τάξη” γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις δεν τους δίνουν σημασία, επειδή δεν έχουν οικονομικό όφελος από αυτούς. Οι γέροντες είναι ο σεβασμός που πρέπει να δείχνουμε στην ανθρώπινη οντότητα».

Στον μεγάλο τοίχο με τους καθρέφτες κρεμόταν ένα τεράστιο κάδρο με χρυσή κορνίζα με τη φωτογραφία της Μαρίας Κάλλας. Την απεικόνιζε μπροστά σε έναν καθρέφτη να κρατά ένα κραγιόν με εκείνα τα υπέροχα λεπτά μακριά δάχτυλά της. Μακιγιαρισμένα τα μάτια της με τον δικό της τρόπο που καθιερώθηκε ως ‟το μακιγιάζ της Κάλλας”, τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, λευκά σκουλαρίκια στα αφτιά της και με βλέμμα που καθιερώθηκε και αυτό ως ‟αυτό το βαθιά συγκλονιστικό θλιμμένο βλέμμα της Κάλλας”.

«Γιατί, αυτή η τεράστια φωτογραφία της Κάλλας;» την είχα ρωτήσει.

«Γιατί είχε τη ζωή που δεν έχω», μου είχε απαντήσει.

«Δηλαδή;»

«Είχε την πιο ωραία φωνή του κόσμου, είχε δόξα, πλούτη, σπίτι στο Παρίσι, στη Βενετία και στο Μιλάνο, ομορφιά, άντρες. Μαζί με όλα αυτά είναι γνωστό πως είχε και έναν βαθύ εσωτερικό πόνο. Άλλες φορές λέω πως ο πόνος αυτός ίσως ήταν απόρροια της ταύτισης με τις τραγικές ηρωίδες της όπερας που υποδυόταν, άλλες φορές ότι ο πόνος αυτός υπήρξε καθαρά δικός της, ολόδικός της. Ήταν ένας πόνος που ονομαζόταν ‟πόνος Μαρία Κάλλας”. Έφερε την υπογραφή της. Η Κάλλας, παρόλη τη ζωή της ντίβας που ζούσε, συγχρόνως παρήγαγε και έναν πόνο που είχε καθαρά δικά του υλικά, συστατικά που η Κάλλας δεν τα έβρισκε πουθενά αλλού, σε κανένα μπακάλικο του κόσμου, γι’ αυτό και όπου πήγαινε τα υλικά αυτά τα κουβαλούσε μαζί της, στη βαλίτσα της. Ήταν το αλεύρι της και το νερό της. Από όλα αυτά που είχε η Κάλλας, εγώ έχω μόνο τον πόνο. Ξαφνικά, δηλαδή, ανακάλυψα ένα κοινό σημείο που έχω με την Κάλλας. Και, δυστυχώς, είναι ο πόνος. Μακάρι να είχα τη φωνή. Τον πόνο δεν τον ζηλεύω. Τον έχω κι εγώ».   

Τότε που γνώρισα τη Νανά ο αγαπημένος της είχε πεθάνει μερικούς μήνες νωρίτερα, αναπάντεχα. Ένα οξύ καρδιακό έμφραγμα στο γραφείο του και από το οποίο επέζησε λίγες ώρες. Της είχε αφήσει κληρονομιά με δικηγορική πράξη ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που αρκούσε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Από το υπόγειο όμως η Νανά δεν ήθελε να φύγει. Εκεί ήταν όλες οι αναμνήσεις της, μου έλεγε. Οι γονείς της είχαν πουλήσει το σπίτι στο Κερατσίνι που είχε αγοραστεί και αυτό από τον καλό της και είχαν μετακομίσει στο χωριό, κοντά σε συγγενείς τους. Είχε μείνει ολομόναχη• αυτή, και τα παιδιά του ορφανοτροφείου που επισκεπτόταν, καθώς και οι γέροντες του γεροκομείου. Τις επισκέψεις αυτές σε αυτά τα ιδρύματα δεν τις είχε σταματήσει ποτέ.

«Αν θα έχουν περισσέψει χρήματα όταν πεθάνω, από αυτά που μου άφησε ο αγαπημένος μου», μου έλεγε, «έχω κάνει διαθήκη να πάνε σε δυο παιδάκια που τα γνώρισα στο ορφανοτροφείο, για τις σπουδές τους ή ό,τι άλλο θελήσουνε εκείνα να κάνουν. Είχα σκεφτεί να υιοθετήσω, ξέρεις. Θα ήθελα να υιοθετήσω δύο παιδάκια, δυο αδελφάκια που επισκεπτόμουν σ’ ένα ίδρυμα. Ο αγαπημένος μου θα μου έδινε όσα χρήματα του ζητούσα, αλλά είχα ρωτήσει δικηγόρο και μου είχε πει ότι θα συναντούσα μεγάλες δυσκολίες από τις κοινωνικές υπηρεσίες, γιατί δύσκολα θα ενέκριναν μια γυναίκα φτωχή, που ζει από το εισόδημα που της δίνει ένας άντρας, να αναλάβει να μεγαλώσει παιδιά με επίσημη πράξη υιοθεσίας. Του είχα ζητήσει να κάνουμε δικό μας παιδί και να το γνωρίζω μονάχα κι αυτός, αλλά ήταν η δεύτερη φορά που δείλιασε μετά την απειλή των γονιών του ότι θα τον αποκλήρωναν εάν με παντρευόταν. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γενναίοι. Υπάρχουν και άλλοι που δεν είναι. Τον αγαπημένο μου τον αγαπούσα πολύ, αλλά γενναίος δεν υπήρξε ποτέ.  

»Πολλές φορές που ερχόταν εδώ, έβαζε τα κλάματα. ‟Με τη γυναίκα μου έχουμε αποξενωθεί”, μου έλεγε. ‟Έχει εραστή και το ξέρω. Και δεν κλαίω που η γυναίκα μου έχει εραστή, αλλά που αυτό μού είναι εντελώς αδιάφορο. Έχουμε γίνει πέτρες, και οι δύο. Δεν μπαίνει τίποτα μέσα, ούτε ζέστη ούτε κρύο”, έλεγε».

Ο τρόπος που γνώρισα τη Νανά στην πολυκατοικία ήταν ο εξής: άπλωνα ρούχα στο πίσω μπαλκόνι που έβλεπε στον ακάλυπτο και μου πέφτει κάτω μια μπλούζα. Πήγα να την πάρω και η Νανά είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα να αεριστεί το σπίτι. Η κουρτίνα ήταν μισοτραβηγμένη. Ασυναίσθητα, κοίταξα μέσα. Από όσο μπόρεσα να δω, η ματιά μου έπεσε στους καθρέφτες στους τοίχους και συγχρόνως άκουσα ένα απαλό πιάνο. Στάθηκα. Σχεδόν αμέσως καθρεφτίστηκε στους καθρέφτες μια γυναικεία σιλουέτα. Έκανα να φύγω. Η μισοτραβηγμένη κουρτίνα άνοιξε καλύτερα και στην μπαλκονόπορτα βγήκε η Νανά. Ήταν ξυπόλητη, χαμογελαστή, μ’ ένα φλιτζάνι στο χέρι και φορούσε μια σατέν μακριά ρόμπα. Τα νύχια της βαμμένα. Ένοιωσα αμήχανα.

«Ήρθα να πάρω ένα ρούχο που μου έπεσε από πάνω καθώς άπλωνα», της είπα.

«Πίνω γαλλικό καφέ», μου είπε ευγενικά. «Να σας προσφέρω ένα φλιτζάνι;»

Μπήκα στο δωμάτιο. Κοίταξα γύρω. Σαν να βρέθηκα ξαφνικά σε δωμάτιο Γαλλίδας καλλιτέχνιδας. Είδα το πικ απ. Η μουσική ερχόταν από το βινύλιο που έπαιζε εκείνη τη στιγμή.

«Σοπέν», μου είπε η χαμογελαστή Νανά, που εντωμεταξύ είχε βάλει καφέ σ’ ένα φλιτζάνι και μου το προσέφερε. «Αν και πρωί, είναι το Νυχτερινό του Σοπέν. Χαλαρώνει όλη την ημέρα μου. Είναι διαλογισμός ο Σοπέν. Η μουσική του έχει ένα φως που ρέει μέσα μου και με ευθυγραμμίζει στη ροή του. Με λένε Νανά. Εσάς;»

Έτσι γνώρισα τη Νανά. Με τη μεγάλη φωτογραφία της Κάλλας στον τοίχο, με τον Σοπέν της, τα βιβλία της, τα μετάξια της, τις κολόνιες της από σανταλόξυλο και πάνω από όλα με το αληθινό ενδιαφέρον της για τα ορφανά παιδιά και τους γέροντες στα γηροκομεία. Μου διηγήθηκε τη ζωή της, τον έρωτά της για τον πλούσιο, την αγάπη της για τους γονείς της. Εκείνο το διάστημα μόλις είχε χάσει τον αγαπημένο της. Είχε όμορφα μάτια, μεγάλα, καθαρά. Δακρυσμένα πάντα όταν μου μίλαγε για τον καλό της και τους γονείς της.  

«Δεν θέλησες να φύγεις από το υπόγειο;», τη ρωτούσα.

«Να πάω πού;» μου απαντούσε, επίσης με ερώτηση.

«Κάπου αλλού. Δεν ξέρω… Έχεις χρήματα, θα μπορούσες να πας σε σπίτι με μπαλκόνι».

«Κι εδώ μπαλκόνι έχω», μου απαντούσε. «Με τον αγαπημένο μου σε αυτό το υπόγειο έζησα κάποιες από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Δεν χρειάζεται να μετακομίζεις όταν είσαι ερωτευμένος. Είναι αέρας ο έρωτας, σε ανανεώνει. Πού να πήγαινα, καλή μου; Δόξα τω Θεώ, αγάπησα, αγαπήθηκα, πόνεσα. Αυτό είναι το τρίπτυχό μου. Και το ταξίδι μου».

Συχνά με καλούσε να φάμε μαζί. Την καλούσα κι εγώ στο σπίτι μου αλλά προτιμούσε το υπόγειό της, έλεγε. «Εσύ, έχεις οικογένεια. Ανάμεσα σε πολλά άτομα θα νοιώθω μουσαφίρισσα. Δεν είμαι για τέτοια, καλή μου. Προτιμώ να είμαι οικοδεσπότισσα. Το υπόγειό μου είναι ανοιχτό. Είσαι καλοδεχούμενη όποτε θέλεις».

Έφτιαχνε ιταλικά χόρτα που άρεσαν και στις δυο μας. Αφού τα έβραζε αλ ντέντε και τα σούρωνε, τα σοτάριζε ελαφρά σε λίγο ελαιόλαδο αρωματισμένο με μία σκελίδα σκόρδο και τα σερβίριζε ρίχνοντας πάνω τους ξύσμα λεμονιού. Τα συνόδευε με ψητό κοτόπουλο στη σχάρα. Έπειτα αντί για καφέ, μου προσέφερε το αγαπημένο της γαλλικό λικέρ που φτιάχνουν μοναχοί σε μοναστήρια και που πηγαίνει σε κάβα της Κηφισιάς για να το βρει.

«Εσύ, αγαπάς;» με ρωτούσε πίνοντας λικέρ.

«Όλο και κάποιον αγαπάμε όλοι…» της απαντούσα.

«Δεν σε ακούω ενθουσιασμένη», μου έλεγε.

Χαμογελούσα.

«Έχει φύγει ο ενθουσιασμός, Νανά. Είμαι μια νοικοκυρά που όταν τηγανίζω πατάτες τα ρούχα μου μετά δεν τα βγάζω όπως έκανα κάποτε• κάθομαι στον καναπέ με την ρόμπα που φορούσα στην κουζίνα και που μυρίζει τηγανητό. Αλλά, ναι, έχω αγάπη μέσα μου για τον καλό μου. Έρωτα δεν έχω…»

«Δεν κάνετε έρωτα;»

«Κάνουμε. Όχι συχνά, αλλά κάνουμε. Το θέμα είναι ότι, όταν κάνω έρωτα δεν έχω φροντίσει να λούσω τα μαλλιά μου, μυρίζουν κουζινίλα και τα δικά του μαλλιά μυρίζουν καυσαέριο από τους δρόμους. Έχουμε παράξενες μυρωδιές πάνω μας, αντιερωτικές. Όταν τον είχα γνωρίσει, μύριζε μια ακριβή κολόνια κι εγώ λοσιόν σώματος με μυρωδιά πούδρας. Και δεν κοιμόμασταν αμέσως μετά τον έρωτα. Τώρα, ούτε στο μπάνιο να πλυθούμε δεν πάμε. Καθώς με παίρνει ο ύπνος τα μαλλιά μου μυρίζουν κουζινίλα και το σώμα μου απλυσιά από έρωτα…»

Σώπασε λίγο η Νανά. Αναστέναξε. Μετά μου είπε:

«Γι’ αυτό την αγαπώ την Κάλλας, πέρα από καλλιτέχνιδα. Θεωρώ πως πρέπει να ήταν ντίβα ακόμα και στην καθημερινότητά της. Την φαντασιώνομαι μέσα στο χαλαρωτικό ζεστό νερό της μπανιέρας της, να κλείνει τα μάτια και να σκέφτεται τον αγαπημένο της που δεν τον έχει μαζί της. Να βγαίνει άκεφα από την μπανιέρα, να πατάει πάνω στην ακριβή μοκέτα με τα γυμνά της πόδια, να σκουπίζεται και να τυλίγεται με τη μεταξωτή ρόμπα της. Και να πηγαίνει στο παράθυρο. Έξω το Παρίσι να της μοιάζει πανέμορφο αλλά η ζωή της κενή… Να νυχτώνει και να είναι ακόμα εκεί, στο παράθυρο, περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο. Τα χαράματα να την παίρνει ο ύπνος κουρασμένη στη βελούδινη πολυθρόνα, με τα πόδια μαζεμένα στην αναπαυτική μαξιλάρα και η υπηρέτρια να της ρίχνει ένα ριχτάρι πάνω της και να χαμηλώνει το αμπαζούρ. Ναι, δεν μπορώ να φανταστώ την Κάλλας να μυρίζει τηγανητές πατάτες όταν κάνει έρωτα… Είναι άραγε γιατί είχε την πολυτέλεια να ερωτεύεται μέσα σε παριζιάνικα διαμερίσματα και όχι σε δυάρια με φωταγωγό, όπως εμείς; Ή μήπως είναι γιατί εμείς, στα δυάρια με φωταγωγούς που ζούμε, συμπεριφερόμαστε σαν υπηρέτριες χωρίς ρεπό και αργίες;»

Αργότερα έφυγα με την οικογένειά μου από την πολυκατοικία εκείνη και μετακόμισα μακριά από τη Νανά. Στις αρχές, κάνα χρόνο, μιλάγαμε τακτικά στο τηλέφωνο και την είχα επισκεφθεί κάνα δυο φορές. Έπειτα τα τηλεφωνήματα έγιναν όλο και πιο αραιά, προβλήματα, απόσταση, όλα αυτά που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τις παρέες του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα βρέθηκα ένα μεσημέρι για δουλειές σε εκείνη τη γειτονιά και είπα να πάω να τη δω χωρίς να της τηλεφωνήσω, να της κάνω έκπληξη. Ήταν θεόκλειστο το υπόγειο και το χαρτάκι στο κουδούνι με το όνομά της έλειπε. Χτύπησα στο διαμέρισμα μιας κυρίας στο ισόγειο, που είχαμε καλές σχέσεις, να ρωτήσω. Η Νανά είχε πεθάνει δύο μήνες πριν, μου είπε. Τη βρήκαν μια μέρα πεσμένη στην αυλή του ακάλυπτου. Ήταν παγωμένη. Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και την κουρτίνα την ανέμιζε ο αέρας. Κάλεσαν ασθενοφόρο. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Είχε πεθάνει αρκετές ώρες νωρίτερα.

«Λίγες ημέρες μετά το θάνατό της», είπε η κυρία, «ήρθε ένας δικηγόρος  να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες που είχε η Νανά με τα κοινόχρηστα. Μας είπε ότι η Νανά πέθανε από οξύ έμφραγμα χωρίς να έχει ιστορικό με την καρδιά της. Μάθαμε επίσης ότι άφησε χρήματα σε δυο παιδιά στο ορφανοτροφείο που πήγαινε. Τα πράματα του σπιτιού της, κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλες, βιβλία και άλλα, είχε πει στον δικηγόρο να δοθούν σε μια οικογένεια που η Νανά την επισκεπτόταν τα Χριστούγεννα και τους έδινε δώρα, όπως και έγινε. Η γκαρσονιέρα κληροδοτήθηκε βάσει νόμου στους δικούς της. Θα την πουλήσουν, μάθαμε. Μόνο εκείνο το μεγάλο κάδρο έχει μείνει, με τη Μαρία Κάλλας. Μου είπε ο δικηγόρος αν θέλω να το κρατήσω εγώ ή να το δώσω σε όποιον το ζητήσει. Ρώτησα τους ένοικους στην πολυκατοικία, δεν το ήθελε κανείς. ‟Να ήταν καμιά εικόνα με την Παναγία ή κάνα τοπίο, να το βάζαμε στο σαλόνι μας. Την Κάλλας, τι να την κάνουμε;” είπαν οι περισσότεροι. Έτσι, θ μείνει εδώ μέχρι να νοικιαστεί η γκαρσονιέρα και ας το πετάξουν οι νέοι ιδιοκτήτες, άμα θέλουν».

Είπα στην κυρία ότι, θα ‘θελα να το πάρω εγώ το κάδρο, αν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Έδειξε πρόθυμη. Πήρε το κλειδί της γκαρσονιέρας από τη διαχειρίστρια που της το είχαν αφήσει οι γονείς της Νανάς και μπήκαμε στο σπίτι. Ο χώρος στο μικρό διαμέρισμα είχε ακόμα μια ανεπαίσθητη οσμή από τη μυρωδιά της Νανάς, από εκείνα τα ακριβά σαπούνια, τα αρωματικά κεριά και την κολόνια της από σανταλόξυλο. Το κάδρο με τη Μαρία Κάλλας ήταν πάντα στη θέση του. Επιβλητικό, σιωπηλό, σχεδόν με ζωντανό εκείνο το υπέροχο μακρύ χέρι της Κάλλας καθώς κρατούσε το κραγιόν. Το ξεκρέμασα και  ευχαρίστησα την κυρία. Έφυγα. Το κάδρο ήταν μεγάλο και η κορνίζα του βαριά, χρειάστηκε να πάρω ταξί για να το μεταφέρω στο σπίτι. Το είδε ο άντρας μου κι έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας.

«Αυτής της τρελής με τα σανδάλια και τα κόκκινα νύχια, είναι;» μου είπε. Δεν του απάντησα. «Τι το κουβάλησες εδώ; Να ‘ταν τουλάχιστον κάνα τοπίο να το βάζαμε στο σαλόνι ή η Παναγία να τη βάζαμε στην κρεβατοκάμαρα. Την Κάλλας, τι να την κάνουμε;»

Έβαλα το κάδρο στη γωνία του σαλονιού, πάνω από το τραπεζάκι με τον υπολογιστή μου. Όταν μένω μόνη στο σπίτι, κάθομαι εκεί, ανοίγω τον υπολογιστή και βάζω και ακούω τα νυχτερινά του Μπαχ. Από τις πλέον αγαπημένες και γαλήνιες ώρες της ημέρας μου. Κι ας μυρίζει η ρόμπα μου τηγανητές πατάτες. Ποιος το προσέχει…




Περιοδικό (δε)κατα
τεύχος 83 - Φθινόπωρο 2025

Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2025 στο τεύχος  Νο 83  του περιοδικού  

«δε|κατα». Το θέμα ήταν ελεύθερο.


Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκδότη του περιοδικού ποιητή και                                                 συγγραφέα Ντίνο  Σιώτη, για τη δημοσίευση.   



11 Οκτωβρίου 2025

Κάπου στους δρόμους της Φλωρεντίας 

Firenze

Κάπου στους δρόμους της Φλωρεντίας. Αυτός και το ακορντεόν του. Κανείς άλλος. Ένα πλαστικό καφάσι να κάθεται, ένα μισοκαμμένο τσιγάρο στο χέρι και τα πέδιλα• καφέ, φθαρμένο πλαστικό. Σκούρες κάλτσες. Και, πάνω σε όλα αυτά, αποτυπωμένη η ξεκάθαρη και ολοκάθαρη κούραση. Εκείνο το αριστερό πόδι. Που, ανασηκώνεται το μισό από το έδαφος για να ξεμουδιάσει. Να ξαποστάσει κάπως. Τον κοιτάς και σκέφτεσαι πώς τον λένε, πού μένει, αν είναι Ιταλός ή ήρθε από αλλού. Πώς βρέθηκε στη Φλωρεντία. Γιατί βγήκε στους δρόμους με το ακορντεόν. Έχει παιδιά; Έχει αγαπημένη; Κι όταν βρέχει πού πάει; Τι παπούτσια φοράει; Τελευταία σκέψη πριν απομακρυνθείς από αυτόν τον δρόμο με τον κουρασμένο ακορντεονίστα, ότι θα ‘θελες να πας δίπλα του, να καθίσεις χάμω, στο πεζοδρόμιο, εκείνος να αρχίσει να παίζει την Κομπαρσίτα, κι όταν τελειώσει να του πεις, «έλα, πάμε σε μια τραττορία εδώ κοντά, να πιούμε ένα κρασί. Ούτε με φίλο δεν έχω τόση δίψα να πιω ένα ποτήρι κρασί, όσο μαζί σου..»