Powered By Blogger

Translate

18 Οκτωβρίου 2021

Loredana - Διήγημα

Maria Grazia Cucinotta, Italiana αttrice da Messina di Sicilia 



                                                                              Λορεντάνα 

                                                              (ημι) αυτοβιογραφικό διήγημα


Όταν ήμουν στο Μιλάνο για σπουδές κατοικούσα σε μια λαϊκή συνοικία, περίπου σαράντα λεπτά από το κέντρο. Κόρσικο, τη λένε. Οικονομικοί μετανάστες από τον ιταλικό Νότο, εργάτες στη βαριά βιομηχανία της Λομβαρδίας, φοιτητές, έμποροι ναρκωτικών• η ταυτότητα των κατοίκων της.

Η πολυκατοικία εργατικής αρχιτεκτονικής, πολυώροφη και άχρωμη, και συχνά βρώμικη, με αποτσίγαρα στην είσοδο που παρέμεναν εκεί μια βδομάδα. Είχα νοικιάσει ένα διαμέρισμα στο ισόγειο και συγκατοικούσα με δυο Ιταλίδες. Στο διπλανό διαμέρισμα έμενε μια μητέρα από τη Σικελία με τους δύο γιους της. Είχαν έρθει στο Μιλάνο για να βρουν δουλειά τ’ αγόρια. Πατέρας δεν υπήρχε. Και οι τρεις μού θύμιζαν την ταινία «Ο Ρόκκο και τα αδέλφια του», του Λουκίνο Βισκόντι. Η μάνα ήταν σχεδόν ίδια η Κατίνα Παξινού. Έντονες σακούλες κάτω από τα μάτια γεμάτες υγρό, βλέμμα που έβγαζε σπίθες, μαλλιά τραβηγμένα πίσω άβαφα, χείλη σκασμένα από το κρύο. Έδειχνε βράχος. Πατέρας και μάνα μαζί• ότι είχε αναλάβει να πάρει στις ράχες την οικογένεια να τη στηρίξει και το έφερνε σε πέρας με επιτυχία.

Αλλά και τα αγόρια είχαν κάτι από τους ήρωες του Βισκόντι. Σκληρά παιδιά• στη Σικελία έπαιζαν μπάλα σε χωμάτινες αλάνες περιτριγυρισμένες από μακρόστενες άχαρες πολυκατοικίες, οι περισσότεροι κάτοικοι των οποίων είχαν δουλειά μόνο εάν είχαν καλές σχέσεις με την μαφία – περιγραφές από τη μάνα όλα αυτά, όταν αργότερα γνωριστήκαμε. Τα πρόσωπά τους είχαν μια μόνιμη μελαγχολία και κατήφεια, μου έλεγαν καλημέρα χωρίς χαμόγελο και χωρίς να με κοιτάνε, τα ρούχα τους μύριζαν από μακριά τσιγάρο και τα μαλλιά τους ήσαν μαύρα και στιλπνά. Ήταν ο Φιλίππο και ο Σαλβατόρε. Τη μητέρα την έλεγαν Λορεντάνα.

«Σιτσιλιάνα κι εσύ;» μου είχε πει την πρώτη φορά που ειδωθήκαμε στην είσοδο.

«Ελληνίδα», της είχα απαντήσει.

Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Φορούσε μια χοντρή ρόμπα χειμωνιάτικη κι από πάνω μια μακριά ζακέτα και κάτι μαύρα χοντρά παπούτσια. Είχε βγει να πετάξει τα σκουπίδια και επέστρεφε. Εγώ, έφευγα. Ήταν πρωί, πήγαινα στη σχολή.

«Λοιπόν Ελληνίδα», μου είπε μετά, «έχω έτοιμο καφέ. Άμα δεν βιάζεσαι να φύγεις, πάμε στην κουζίνα μου. Εμείς στον Νότο έτσι κάνουμε. Μιλάμε μεταξύ μας και γνωριζόμαστε. Οι Μιλανέζες εδώ με το στανιό μου λένε καλημέρα. Εσύ μου χαμογέλασες και μου άρεσε. Έλα. Ο καφές είναι ζεστός».

Έτσι γνώρισα την Λορεντάνα, τη Σιτσιλιάνα. Δεν βιαζόμουν εκείνη την ημέρα και αποδέχτηκα την πρόσκλησή της. Ήπια αχνιστό εσπρέσο κι έφαγα δυο φέτες ψωμί που το είχε ζυμώσει η ίδια και τυρί πεκορίνο σιτσιλιάνο - ένα τυρί από τη Σικελία από τα πιο παλιά αλλαντικά της Ευρώπης, που η Λορεντάνα το έβρισκε σε μια αλυσίδα σούπερ μάρκετ με προϊόντα ιταλικής γαστρονομίας, στην περιοχή Πόρτα Γκαριμπάλντι. Τα λέγαμε για καμιά ώρα.

«Η μόνη οικογένεια που έχω», μου διηγήθηκε, «είναι οι δύο γιοι μου. Τους γονείς μου τους έχασα όταν ήμουν μικρή. Με πάντρεψε πολύ νέα μια θεία που με είχε αναλάβει μετά τον θάνατο των γονιών μου, αλλά χήρεψα γρήγορα. Ο άντρας μου πέθανε από καρκίνο, τα παιδιά πήγαιναν στο δημοτικό• σφουγγάριζα γραφεία για να μπορώ να τα συντηρώ. Μια αδελφή είχα μόνο. Ήταν πόρνη, δούλευε για έναν μαφιόζο. Μου έδινε και μένα χρήματα. Κάποια στιγμή τής έκανε πρόταση γάμου ένας υπάλληλος τράπεζας, γείτονάς της, ήξερε πως είναι πόρνη αλλά την ερωτεύτηκε και ήθελε να την παντρευτεί και να τη σταματήσει από την πορνεία. Χαρά που κάναμε και οι δύο! ‘Θα αλλάξει η ζωή μου’, μου έλεγε η αδελφούλα μου. ‘Θα σταματήσω την πορνεία και θα είμαι κυρία. Ο υπάλληλος είπε ότι θα βοηθάει και σένα’. Να σε ρωτήσω Ελληνίδα, ξέρεις καμιά πόρνη που να είχε καλό τέλος στη ζωή της; Γιατί εγώ, πάντως, δεν ξέρω• γι’ αυτό σε ρωτάω.

»Μια μέρα ήρθε ξαφνικά στο σπίτι μου η μάνα του υπάλληλου και μου λέει: ‘Πες στην πουτάνα την αδελφή σου να αφήσει ήσυχο τον γιο μου. Σε πουτάνες δεν τον δίνω’. Κι έφυγε. Το είπα στην αδελφή μου, εκείνη στον υπάλληλο, την αγαπούσε όμως εκείνος και δεν έδωσε σημασία στα λόγια της μητέρας του. Κανόνισαν να παντρευτούν. Δέκα μέρες πριν τον γάμο η αδελφή μου πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι μου καθώς ερχόταν να με επισκεφθεί. Ένας αλήτης το έκανε, τον είδαν όλοι στη γειτονιά, τον ξέρανε χρόνια. Αλλά δεν μίλησε κανείς στην αστυνομία, από φόβο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κανείς δεν μιλάει, ποτέ. Ένας φουκαράς ήταν, που έκανε θελήματα στη μαφία. Και γω τον ήξερα. Τον πλήρωσε η μάνα του υπάλληλου για να σκοτώσει την αδελφούλα μου. Έστειλε και σε μένα μήνυμα η μάνα: ‘Δεν είδες, δεν ξέρεις τίποτα, δεν υποψιάζεσαι κανέναν. Πρόσεξε. Έχεις παιδιά’.

»Ο γιος της συνέχισε να εργάζεται στην τράπεζα και συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν τόλμησε να τα βάλει με τη μάνα του. Ούτε συλλυπητήρια δεν ήρθε να μου πει. Ποιος έρωτας, ποια αδελφή μου, ποιος γάμος… Αργότερα, παντρεύτηκε μια συνάδελφό του. Εγώ, μετά από λίγο, πήρα τα παιδιά κι ήρθα στο Μιλάνο. Αυτά, δεν είχαν όρεξη για γράμματα. Μετά το γυμνάσιο μού ξεκαθάρισαν ότι ήθελαν να παρατήσουν το σχολείο. Για σπουδές, ούτε κουβέντα. Κι έτσι, αποφασίσαμε να φύγουμε από τη Σικελία και να έρθουμε στον Βορρά. Ήθελαν και οι δύο να ψάξουν καμιά καλή δουλειά στα εργοστάσια εδώ, στη Λομβαρδία. Όχι ότι βρήκαν. Χαμάληδες είναι, στην αγορά κρεάτων. Κουβαλάνε σφαγμένα ζώα από τους εμπόρους και τα πηγαίνουν στα καταστήματα. Ο μεγάλος, τώρα τελευταία, νομίζω πως κάπου έχει μπλέξει και δεν μου λέει. Φοράει μια χοντρή χρυσή καδένα στο λαιμό. Άμα κουβαλάς κρέατα στην πλάτη δεν έχεις λεφτά για χρυσές καδένες. Από την άλλη, αν ήθελε παρτίδες με μαφιόζους δεν ήταν ανάγκη να ξεσηκωθούμε από το σπίτι μας, καθόμασταν και στη Σικελία. Έχουμε μία από τις καλύτερες μαφίες του κόσμου. Κόζα Νόστρα, τη λένε. Ακουστά θα την έχεις. Τον φοβάμαι τον μεγάλο, Ελληνίδα. Πώς είπες ότι σε λένε;»

«Βικτώρια».

Σκέφτηκε λίγο.

«Βιττόρια, θα σε λέω», είπε μετά. «Το Βικτώρια το λένε οι Άγγλοι. Εγώ είμαι Σιτσιλιάνα».

 

Το Μιλάνο με γοήτευε μέσα στην ομίχλη του. Απόμακρο και ονειρικό μαζί. Σαν περιτύλιγμα πακέτου που σου κρύβει την κούκλα που έχει μέσα. Όλο τον χειμώνα το Ντουόμο έμοιαζε στα μάτια μου σαν μια μυστηριώδης εικαστική εγκατάσταση με τεράστιο όγκο, ανερμήνευτη για τους μη μυημένους στην τέχνη. Λίγο πιο κει, στην πλατεία της Σκάλας του Μιλάνου, το άγαλμα του Λεονάρντο ντα Βίντσι με τους τέσσερις μαθητές του ξεπρόβαλε αμυδρά μέσα από την ομίχλη σαν Δάσκαλος που υπάρχει εκεί από αιώνες για να σου διδάσκει τον τρόπο να βλέπεις το φως της ύπαρξης μέσα στις σκιές της άγνοιας. Με γοήτευαν ακόμα και τα τραμ που τα άκουγα να έρχονται από μακριά αόρατα, να περνάνε από μπροστά μου και μόλις τότε να διακρίνω τα υπέροχα ζωηρά χρώματά τους, εκείνο το πορτοκαλί και το φωτεινό πράσινο, κι έπειτα να τα βλέπω να απομακρύνονται, να συνεχίζω να τα κοιτάζω και εκείνα να χάνονται ξανά στο βάθος, σαν φωτεινό τρενάκι σε λούνα παρκ που κινείται μέσα σ’ ένα μυστηριώδες σύννεφο και κάνει τα παιδιά να το κοιτάζουν μαγεμένα.

Με τους γιους της Λορεντάνα εξακολουθούσα να μην έχω πολλά-πολλά. Με απέφευγαν. Ουσιαστικά, είχα παρατηρήσει πως ήσαν απόμακροι με όλο τον κόσμο. Δύσκολα χαιρετούσαν συγκάτοικο στην πολυκατοικία, δύσκολα σήκωναν τα μάτια από κάτω.

Απέναντι από την πολυκατοικία μας ήταν ένα μπαρ από αυτά στην Ιταλία που σερβίρουν καφέ, αλκοόλ, πωλούν τσιγάρα, έχουν και κάνα δυο στρογγυλά τραπέζια για χαρτιά, ένα φλίπερ στη γωνία και συγχρόνως είναι και πρακτορεία Totocalcio, του αντίστοιχου δικού μας ΠΡΟ-ΠΟ. Bar Tabacchi, λέγονται. Με τα χρόνια βέβαια αυτά τα μπαρ διαφοροποιήθηκαν, αλλά τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια που ήμουν στο Μιλάνο ήταν χώροι που λειτουργούσαν ως σαββατιάτικη έξοδος των φοιτητών και των εργαζομένων. Πήγαιναν εκεί και έπιναν έναν καφέ, ένα αμαρέτο, έπαιζαν φλίπερ, αγόραζαν τα τσιγάρα τους, κάθονταν και παρακολουθούσαν αυτούς που έπαιζαν χαρτιά, έβαζαν ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ, Μίλβα ή Αντριάνο Τσελεντάνο, και περνούσε το σαββατόβραδο χωρίς ιδιαίτερα έξοδα και χωρίς να έχουν μείνει στο σπίτι. Αλλιώς, η διασκέδαση στο Μιλάνο ήταν πάντα ακριβή υπόθεση. Η Λορεντάνα πήγαινε συχνά εκεί. Με κάλεσε και μένα κάποια στιγμή, να πάμε παρέα. «Έλα να πιούμε grappa», μου είπε.

Πήγαμε το Σάββατο το βραδάκι στο μπαρ αλλά δεν ήπια grappa γιατί την έβρισκα πολύ δυνατή, κάτι σαν το τσίπουρο το δικό μας, το σπιτικό, των χωριών, που το βάζεις σε τασάκι, πετάς αναμμένο σπίρτο πάνω του και πιάνει φωτιά. Μου άρεσε από πάντα το λευκό μαρτίνι με πάγο. Η Λορεντάνα στο μπαρ, από φιγούρα της ταινίας «Ο Ρόκκο και τ’ αδέλφια του» που ήταν στην καθημερινότητά της, ερχόταν βαμμένη και στολισμένη σαν φιγούρα του Φελλίνι στην ταινία La Strada• μια Τζουλιέτα Μασίνα με έντονες βλεφαρίδες και κατακόκκινο κραγιόν που της λέρωνε τα δόντια. Της άρεσε να βάφει τα μάτια της με έντονη γαλάζια σκιά και να φοράει φανταχτερά σκουλαρίκια από το παζάρι. Οι μπλούζες της ήταν πάντα κάνα δυο νούμερα μικρότερες, με το ζόρι κάλυπταν το στήθος της και στους ώμους έριχνε πρόχειρα μια ροζ συνθετική γούνα που την έβγαζε αμέσως μόλις καθόμασταν. Παρατηρούσα με τρόπο τα χέρια της. Είχε δάχτυλα παραδουλεύτρας, κόκκινα και χοντρά, και νύχια κίτρινα από τους μύκητες. Φαινόταν ότι δούλευε από μικρή στο σφουγγάρισμα. Την αγαπούσα τη Λορεντάνα, μου ασκούσαν μια παράξενη γοητεία τα συμβάντα της ζωής της, πάνω από όλα όμως με γοήτευε η εγκαρδιότητα και η φιλοξενία του χαρακτήρα της. Έπινε τρεις γκράπες και γω δύο μαρτίνι. Μετά την πρώτη grappa σηκωνόταν με το κέρμα στο χέρι και πήγαινε στο τζουκ μποξ. Είχε ακούσει το 1966 στο ραδιόφωνο το Φεστιβάλ τού σαν Ρέμο και είχε λατρέψει το τραγούδι που ερμήνευσε η Κατερίνα Καζέλλι, το ‘nessuno mi può giudicare’ – κανείς δεν μπορεί να με κρίνει. Το έβαζε δυο τρεις φορές και το άκουγε, μέχρι που το συνήθισα και το αγάπησα κι εγώ.

«Κάναν Ιταλό, αγάπησες Βιττόρια;» με ρώταγε με το τσιγάρο στο στόμα – MS κάπνιζε.

«Συμπάθησα, Λορεντάνα, για την ακρίβεια. Δεν αγάπησα ακριβώς…», της απαντούσα. «Συμπάθησα. Γιατί, η αγάπη, είναι μεγάλη κουβέντα».

«Και πού είναι; Μένετε μαζί; Δεν τον έχω δει».

«Αφού ξέρεις, συγκατοικώ με δύο φοιτήτριες».

«Και ο Ιταλός;»

«Απ’ όσο ξέρω, τώρα πρέπει να είναι στη Γαλλία».

«Έχετε χωρίσει;»

«Έχω μια παραξενιά, Λορεντάνα, δεν μπορώ να έχω σχέση με παντρεμένο. Δεν θέλω να είμαι η δεύτερη στη ζωή ενός άντρα. Πες το ιδιοτροπία, δεν ξέρω.. Θα ‘ρθουν Χριστούγεννα, θα ‘ρθουν γιορτές, ο παντρεμένος αναγκαστικά θα μείνει με την οικογένειά του και η ερωμένη  θα μείνει μόνη. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Εγώ θέλω τα Χριστούγεννα ο αγαπημένος μου να μου φέρει Αλεξανδρινό και το βράδυ να κοιμηθεί μαζί μου. Έτσι καταλαβαίνω τα Χριστούγεννα. Αλλιώς, να με αφήσει στην ησυχία μου. Δεν μπορώ τα πέρα – δώθε.

»Ο Ιταλός που σου λέω ήταν παντρεμένος και μου το έκρυβε. Δεν είχα ιδέα, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Δεν είμαι καχύποπτη, άμα μου πεις κάτι το πιστεύω, δεν έχω λόγο να σε αμφισβητήσω. Ένα πρωί μού χτυπάει την πόρτα μια κοπελίτσα. Την είδα και νόμισα ότι ήταν κάποια συγκάτοικος από την πολυκατοικία που κάτι ήθελε. ‘Είμαι η γυναίκα του’, μου είπε δειλά και κοκκίνισε. ‘Ποιανού;’ τη ρώτησα απορημένη. Δεν μου μίλαγε, με κοίταζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Πιο πολύ διαισθητικά κατάλαβα ποια ήταν. Πρώτα ένιωσα σοκ και μετά άρχισα να το λυπάμαι αφάνταστα εκείνο το μαζεμένο κοριτσάκι που στεκόταν αμήχανο μπροστά μου. Ήταν είκοσι πέντε χρονώ τότε, αλλά ήταν λεπτούλα κι έδειχνε μικρότερη. Ο άλλος είχε κλείσει τα τριάντα έξι. Της είπα να περάσει μέσα και πήγαμε στην κουζίνα. Ήμουν μόνη. Οι συγκάτοικοί μου είχαν φύγει για τις σχολές τους, το μεσημέρι είχα κι εγώ μάθημα και θα έφευγα. Η κοπελίτσα έτρεμε. Της προσέφερα καφέ και μιλήσαμε. ‘Πήρε προίκα δύο ακριβά διαμερίσματα κοντά στην Πόρτα Νουόβα’, άρχισε να μου λέει όταν ένιωσε πιο άνετα, ‘όλες τις καταθέσεις μου στην τράπεζα και έξι μήνες μετά τον γάμο πούλησε ένα βενετσιάνικο σκρίνιο της γιαγιάς μου με τεράστια καλλιτεχνική αξία. Τον αγαπάω όμως πολύ και δεν μπορώ να του χαλάω το χατίρι, ό,τι και να μου ζητάει. Έμεινα έγκυος ένα χρόνο μετά τον γάμο και απέβαλα. Μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να ξαναμείνω έγκυος. Δεν με πειράζει να πηγαίνει με άλλες… Με πειράζει να με παρατήσει. Έχω εξάρτηση από αυτόν. Μη μου το κάνεις σε παρακαλώ αυτό, μην τον αφήσεις να φύγει από μένα και να έρθει σε σένα. Του αρέσεις, το έχω καταλάβει… Για να έρθω να σε βρω, σημαίνει πως φοβάμαι. Έχω ξαναβρεθεί σε αυτή τη θέση. Κάθε φορά με καθησυχάζει ότι είναι μια περιπέτεια χωρίς σημασία κι ότι δεν θα ξανασυμβεί, αλλά σε λίγο καιρό ξανασυμβαίνει…’»

Η Λορεντάνα έπινε την grappa και με άκουγε.

«Λορεντάνα, τον Ιταλό μέσα μου τον χώρισα εκείνη τη στιγμή που έβλεπα τη γυναίκα του να τρέμει μπροστά στα μάτια μου από φόβο μήπως τον χάσει και την άκουγα να με παρακαλάει να μην της τον πάρω. Πάγωσα μαζί του. Έχω μια παράξενη άμυνα στα συναισθηματικά μου. Άμα με πληγώσει κάποιος κατεβάζω αμέσως ρολά. Ακαριαία. Όσο πρόλαβε να με χτυπήσει, να με πονέσει, πρόλαβε. Τα επόμενα χτυπήματά του βρίσκουν σίδερο. Εκείνο που με πλήγωσε περισσότερο σε αυτόν ήταν η ατάκα που είπε στη γυναίκα του για μένα, ότι ήμουν μια περιπέτεια χωρίς σημασία. Σε εμένα έλεγε άλλα, ότι ονειρευόταν κάποτε να ζήσουμε μαζί σ’ ένα νησί του Αιγαίου και με έπειθε ότι έκανε σχέδια για μας. Παραμυθιαζόμουν, το παραδέχομαι, με κολάκευε να με θεωρεί κομμάτι της ζωής του ένας όμορφος Ιταλός με Alfa Romeo.

»Την κοπελίτσα την έχρισα αμέσως αδελφή μου. Ένιωσα συγγενής μαζί της. Κι εγώ στη θέση της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα αντιδρούσα. Είχαμε το ίδιο DNA. Τη συμπόνεσα, όπως θα συμπονούσα τη μάνα μου αν την έβλεπα να πονάει. Δέθηκα μαζί της. Της είπα ότι μπορεί να με θεωρεί φίλη της, να έρχεται στο σπίτι μου όποτε θέλει και να μιλάμε• τη διαβεβαίωσα ότι από μένα δεν κινδύνευε να χαλάσει ο γάμος της, δεν αισθανόμουν τίποτα το σοβαρό για τον άντρα της, δεν τον είχα ερωτευτεί, απλώς μια ερωτική συντροφιά ήταν, τίποτα πάρα πάνω και πως έπαψα να τον θέλω από τη στιγμή που έμαθα πως είναι παντρεμένος. Με πίστεψε, το ξέρω. Τα μάτια της έλαμψαν. Κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε την Κυριακή, να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Εκείνο το διάστημα γινόταν ένα εβδομαδιαίο αφιέρωμα στον Μικελάντζελο Αντονιόνι που άρεσε και στις δυο μας. Είδαμε το ‘Επάγγελμα Ρεπόρτερ’. Μετά την ταινία ήθελε να μου δείξει τη συνοικία Brera, το ‘Σόχο του Μιλάνου’, όπως μου είπε ότι την αποκαλούν, λόγω των γκαλερί και γενικά της μποέμ ατμόσφαιρας που αποπνέει, και πήγαμε εκεί για βόλτα. Περάσαμε πολύ ωραία, περπατούσαμε για ώρα στα λιθόστρωτα σοκάκια. Φάγαμε χειροποίητα ζυμαρικά και ήπιαμε κόκκινο κρασί σε μια τραττορία που έμοιαζε με σκηνικό ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού.

»Ήταν πολύ συμπαθητικό κορίτσι και συνεσταλμένο. Θα πρέπει να έκανε τεράστια υπέρβαση για να μπορέσει να έρθει να με βρει και να μου πει αυτά που μου είπε. Γι’ αυτό την εκτίμησα τόσο. Για κάποιο διάστημα κάναμε αρκετή παρέα. Έδειχνε πως με ένιωθε κι αυτή σαν αδελφή της. Μου μίλαγε για τον άντρα της, ότι τελευταία είχε γνωρίσει μια Γαλλίδα τουρίστρια κι έβγαινε συνέχεια μαζί της. ‘Μα, πώς μπορείς και το ανέχεσαι…’, τη ρωτούσα. ‘Είμαι ερωτευμένη, τον θέλω’, μου απαντούσε αυθόρμητα. Εγώ σε εκείνον είχα αφήσει ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή της δουλειάς του αμέσως μόλις έφυγε η γυναίκα του το πρωί που ήρθε στο σπίτι μου, ότι δεν θέλω να τον ξαναδώ, έτσι ξερά, χωρίς να εξηγώ το γιατί. Ήμουν απόλυτη και κάθετη. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε ή αν του είπε κάτι η γυναίκα του, πάντως από τότε δεν ξαναεποικώνησε μαζί μου, ούτε η κοπέλα μού ξαναέκανε συζήτηση πάνω σε αυτό.

»Το καλοκαίρι επέστρεψα στην Αθήνα και το Φθινόπωρο που ξανάρθα στο Μιλάνο το κορίτσι είχε χαθεί. Περίμενα, ξαναπερίμενα να έρθει στο σπίτι, τίποτα. Τηλεφώνησα στο σπίτι τους, πρωί, ήξερα πως ο άλλος θα ήταν στη δουλειά. Δεν απάντησε κανείς. Άφησα να περάσουν λίγες μέρες και ξανατηλεφώνησα. Απάντησε μια άγνωστη κυρία. Το σπίτι είχε πουληθεί, μου είπε, και τώρα το είχε αυτή η κυρία. Της είπα ότι γνώριζα την κοπέλα που έμενε πριν εκεί και ήθελα να μάθω νέα της. Ήταν λιγομίλητη, λογικό ήταν, μιλούσε με μια άγνωστη. Μου είπε λίγα πράματα, ότι το ζευγάρι είχε χωρίσει, ότι ο άντρας είχε μετακομίσει στη Γαλλία και ότι η σύζυγός του μετά την πώληση του σπιτιού επέστρεψε στο πατρικό της, σε μια αγροικία κάτω από τις Άλπεις, στα σύνορα με την Ελβετία, όπως είχε μάθει. Δεν ήξερα το τηλέφωνο στο πατρικό της κοπέλας, ούτε εκείνη επικοινώνησε ξανά μαζί μου. Ακόμα όμως τη θεωρώ αδελφή μου, Λορεντάνα, και κατανοώ απόλυτα την ανάγκη της να θέλει να πάει να ζήσει στο βουνό. Θέλω πάντα να είναι καλά και δεν σου κρύβω ότι, υπάρχουν μέρες που, όταν ακούω κουδούνι λέω, ‘λες να ήρθε η αδελφή μου από τις Άλπεις;’ και τρέχω με λαχτάρα να ανοίξω την πόρτα…»

 

Κάπως έτσι περνούσαν τα Σάββατα στο Μιλάνο, γεμάτα ομίχλη, κρύο, και φιλική συντροφιά με τη σιτσιλιάνικη φωνή της Λορεντάνα στο μπαράκι. Αρκετά μεσημέρια της Κυριακής με καλούσε στο σπίτι της και μαγείρευε τοπικά φαγητά της Σικελίας που τα λάτρευα. «Έλα, Ελληνίδα, να σε μάθω να φτιάχνεις αραντσίνι», μου έλεγε, «να τα μαγειρεύεις στον αγαπημένο σου, να τον ξελογιάζεις». Τα αραντσίνι στα ελληνικά μεταφράζονται ως μικρά πορτοκαλάκια λόγω του σχήματος και του χρώματός τους, αν και η Λορεντάνα τα έφτιαχνε σε σχήμα κώνου, σαν αχλαδάκια. Μου είχε εξηγήσει πως πρόκειται για ένα πανάρχαιο φαγητό με καταγωγή από την Αραβία, όταν ακόμα η Σικελία ήταν υπό την κατοχή της. Πρόκειται για μικρές μπαλίτσες από ριζότο αρωματισμένο με σαφράν γεμισμένες με μοτσαρέλα και σάλτσα ντομάτας, ή άλλες φορές με ραγού και μπιζέλια, και τηγανισμένες στο τηγάνι αφού πρώτα περαστούν σε χτυπημένο αυγό και ψίχουλα ψωμιού. Της είχα πει ότι, ήμουν σίγουρη ότι πιο νόστιμα αραντσίνι δεν θα τύχει να ξαναφάω ποτέ στη ζωή μου και το εννοούσα. Και μετά μου προσέφερε τραγανά κανόλι για επιδόρπιο, ένα επίσης κλασικό σιτσιλιάνικο γλύκισμα, που είναι «σωληνάκια» από μπισκότο γεμισμένα με ricotta, το γλυκό λευκό τυρί των Ιταλών, και πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη. Εγώ της έφτιαξα κάποτε ένα κερκυραϊκό φαγητό, παστιτσάδα με κόκορα με χοντρά τρυπητά μακαρόνια και σημείωσε τη συνταγή να τη φτιάχνει στα παιδιά, της άρεσε πολύ. 

Στον τελευταίο χρόνο της σχολής έφυγα από το Κόρσικο και μετακόμισα κοντά στη σχολή γιατί είχα να ετοιμάσω την πτυχιακή μου εργασία κι έπρεπε να βρίσκομαι σχεδόν καθημερινά στη βιβλιοθήκη του Πολυτεχνείου. Την Λορεντάνα την ξαναείδα μετά από μήνες, λίγο πριν δώσω εξετάσεις το καλοκαίρι. Πήγα ένα Σάββατο βράδυ και της χτύπησα το κουδούνι• δεν απάντησε και κατάλαβα ότι θα ήταν απέναντι, στο μπαράκι. Πήγα στο μπαρ και πράγματι ήταν εκεί. Το τι χαρά έκανε που με είδε! Της ξέφυγαν κάτι σιτσιλιάνικες λέξεις που ούτε που τις κατάλαβα. Ήταν όπως την ήξερα τα σαββατόβραδα: βαμμένη σαν να παίζει σε  ταινία του Φελλίνι, εφαρμοστό χρωματιστό φουστάνι, λουστρινένιες γόβες, βραχιόλια και σκουλαρίκια ψεύτικα, τα χέρια της φουσκωμένα από τα νερά και πάντα τα νύχια της κίτρινα από τους μύκητες. Ένα λεπτό ολόκληρο αγκαλιασμένες ήμασταν. Την αγαπούσα τόσο πολύ! Μου παρήγγειλε μαρτίνι και αφού πρώτα ρώτησε για μένα αν είχα προετοιμαστεί για το πτυχίο κι αν είμαι καλά εκεί που μένω, άρχισε να μου λέει τα δικά της: 

«Βιττόρια, έχω αγαπημένο! Το πιστεύεις; Να, κοίτα;» και μου κάνει νόημα με τα μάτια να κοιτάξω στο φλίπερ. Γυρνάω προς το φλίπερ, κοιτάω, ήταν κάποιος και έπαιζε, αλλά τον είχα πλάτη. Δεν τον έβλεπα στο πρόσωπο.

«Αγάπησα, Βιττόρια! Πρώτη φορά στη ζωή μου! Άκουγα κι εγώ τόσο καιρό να μιλάνε για τον έρωτα και νόμιζα ότι είναι αυτό που κάνεις με τον άντρα σου από υποχρέωση που είναι άντρας σου. Αλλά όταν αγαπάς, είναι διαφορετικά, χτυπάει αλλιώς η καρδιά σου. Μ’ αγαπάει και εκείνος, το νοιώθω. Είναι ανύπαντρος. Είχε ένα εργατικό ατύχημα στο εργοστάσιο που δούλευε νεαρός, του κόπηκε το αριστερό πόδι από το γόνατο και κάτω. Του έχουν βάλει ψεύτικο. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι το πρόβλημα αυτό ήταν ανασταλτικός παράγοντας στο να κάνει σοβαρή σχέση με γυναίκα. Απέφευγε να φλερτάρει, μου είπε, ντρεπόταν να πλησιάζει τα κορίτσια γιατί φοβόταν ότι θα τον απέρριπταν και μόνο κάτι ευκαιριακές γνωριμίες έχει κάνει. Έμεινε για χρόνια μόνος. Εμένα δεν με νοιάζει καθόλου αυτό. Είναι ο άνθρωπός μου. Είναι καλός. Του έχουν δώσει αναπηρική σύνταξη, αλλά μετά το ατύχημα, για να μη μένει άπραγος, γράφτηκε σε ωδείο κι άρχισε να κάνει μαθήματα βιολοντσέλου. Αγαπάει πολύ τη μουσική και τώρα είναι μέλος σε ορχήστρα εδώ, στο Μιλάνο. Στην αρχή δείλιαζε να με πλησιάσει, μου είπε. Γείτονάς μας είναι Βιττόρια, εδώ στο Κόρσικο μένει, κι ένα Σάββατο που βρέθηκε στο μπαράκι με είδε. Εσύ είχες φύγει, τα παιδιά είχαν βγει με τις παρέες τους, είχα πάει μόνη. Του άρεσα από την πρώτη στιγμή που με είδε, μου εξομολογήθηκε αργότερα, αλλά τον έπιασε ο συνηθισμένος του φόβος ότι σε μένα μπορεί να μην αρέσει και σηκώθηκε κι έφυγε. Ξανάρθε όμως το άλλο Σάββατο με την ελπίδα να με ξαναδεί. Είχα πάει, ευτυχώς και με τον τρόπο του τράβηξε την προσοχή μου. Παρατήρησα κάποια στιγμή κάποιον να με κοιτάει και να κοκκινίζει… Τι να σου πω βρε Ελληνίδα, πολλές φορές είναι τυχερά αυτά τα πράγματα – το λέτε εσείς αυτό στην Ελλάδα; Εμείς στη Σικελία το λέμε.

»Άσε που κι εγώ, αμήχανη ήμουν, σχεδόν φοβισμένη. Εκτός από σφουγγαρίσματα και μαγειρέματα, δεν ξέρω να κάνω τίποτ’ άλλο• δεν έχω ιδέα τι είναι το φλερτ, δεν έχω πάει σε πάρτι, δεν έχω πάει εκδρομές με φίλες, δεν πρόλαβα καλά καλά να κάνω φίλες. Βρέθηκα μικρή σε εκκλησία να παντρεύομαι κάποιον που τον είχα ξαναδεί μια φορά την ημέρα του προξενιού κι άλλη μία όταν με πήγε μια βόλτα να με κεράσει παγωτό, συνοδεία με τη μητέρα του. Μετά χήρεψα, μετά πείνασα κι έπρεπε να δουλέψω για τα παιδιά μου, μετά πήρα τα παιδιά και μετανάστευσα στον Βορρά. Και μια μέρα βλέπω κάποιον να με κοιτάει και να κοκκινίζει κι αισθάνθηκα άλλος άνθρωπος. Ερωτεύτηκα, αγάπησα σ’ αυτή την ηλικία, με παιδιά της παντρειάς, εγώ με τα πρησμένα χέρια και τα παραπανήσια κιλά. Ενρίκο, τον λένε. Είμαστε συνομήλικοι.

» Μιλάω πολύ, Ελληνίδα; Από χαρά το κάνω, μη με παρεξηγείς. Η αλήθεια είναι ότι σε σκεφτόμουν, ήθελα να είχα κάποιον κοντά μου να του μιλήσω, μια φίλη, μου ‘λειψες. Πεθύμησα να ερχόσουν σπίτι, να φτιάχναμε αραντσίνι, να πίναμε κρασί και να σου έλεγα για τον Ενρίκο. Ζήτησε να με παντρευτεί. Και τα παλιόπαιδά μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Δεν έχω έναν άνθρωπο να με πάει στην εκκλησία. Ο μεγάλος, όπως το φοβόμουν, έχει μπλέξει με τη μαφία. Δηλαδή, δεν μου το λέει καθαρά, αλλά στη ηλικία του να έχει πάντα γεμάτο πορτοφόλι χωρίς να εξηγεί τι δουλειά κάνει, τι άλλο να συμβαίνει. Εξαφανίζεται από το σπίτι για μέρες, έρχεται μετά με ακριβό αμάξι, μου δίνει λεφτά και εξαφανίζεται πάλι. Τον ρωτάω πού τα βρίσκει τα λεφτά και μου απαντάει: ‘Δεν κάνει να ξέρεις, γιατί έχεις πίεση’ και φεύγει. Του λέω ότι θέλω να ξαναπαντρευτώ, ότι τον χρειάζομαι να με συνοδέψει στην εκκλησία κι έχει έτοιμη την απάντηση: ‘Να σε πάει ο μικρός’.

»Ο μικρός, ευτυχώς, δεν έχει μπλέξει με δαύτους. Μετακόμισε στη Μόντσα, βρήκε μια καλή δουλειά σε μια βιομηχανία υφαντών, έχει πολλές τέτοιες βιομηχανίες η Μόντσα. Έχει δεσμό με μια κοπέλα από εκεί, κι όταν του λέω ‘έλα να πας τη μάνα σου στην εκκλησία’, γελάει. ‘Εδώ, δεν σκέφτομαι τον γάμο εγώ, το παιδί σου, και τον σκέφτεσαι εσύ, η μάνα μου;’ ‘Μα, αγαπάω’, του λέω. ‘Μην μας πιστεύεις εμάς τους άντρες, μάνα’, μου απαντάει με χαμόγελο. ‘Γέρασες και μυαλό δεν έβαλες’. Ελληνίδα, δεν μου λες, έρχεσαι να με πας εσύ στην εκκλησία; Κανονικά. Με νυφικό εγώ, με τα καλά σου εσύ. Κάνε μου τη χάρη, Βιττόρια. Θα χαρεί και ο Ενρίκο. Ούτε αυτός έχει οικογένεια. Αλλιώς, αν δεν βρούμε κάποιον, έχει σκεφτεί να βάλει αγγελία στο ωδείο, ότι ζητείται άντρας με κοστούμι να συνοδέψει νύφη στην εκκλησία…»

Την ημέρα που έδινα εξετάσεις για το πτυχίο μού έκαναν παρέα η Λορεντάνα και ο Ενρίκο. Μετά πήγαμε σε τραττορία, φάγαμε ραβιόλι με θαλασσινά και ήπιαμε λευκό κρασί. Σε μια βδομάδα παντρεύτηκαν. Έβαλα τα καλά μου και συνόδεψα τη Λορεντάνα στην εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στο Κόρσικο. Πιο δακρυσμένη νύφη δεν νομίζω να ξαναδώ. Ήρθαν και οι δύο γιοι της και μετά τον γάμο έφυγαν αμέσως. Ο μαφιόζος ήρθε μ’ ένα πανάκριβο αυτοκίνητο και μια Ρωσίδα. Έδωσε στη μάνα του μια επιταγή με αρκετά χρήματα. Ο μικρός πέρασε από το σπίτι και της άφησε υφάσματα από τη βιομηχανία που δούλευε.

Έφυγα σε λίγες ημέρες και επέστρεψα στην Ελλάδα. Με τη Λορεντάνα και τον άντρα της είμαστε κοντά χάρη στην τεχνολογία. Τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα θα μιλήσουμε και θα ειδωθούμε μέσω skype. Την βλέπω χαμογελαστή στην κουζίνα με τη χοντρή χειμωνιάτικη ρόμπα και τα χέρια της πασαλειμμένα με ρύζι να πλάθει αραντσίνι. Πίσω στο τραπέζι βλέπω τον Ενρίκο με το βιολοντσέλο. Η Λορεντάνα μού είπε ότι ο Ενρίκο δεν την αφήνει ποτέ μόνη στην κουζίνα, φέρνει το βιολοντσέλο και της παίζει μελωδίες όσο εκείνη μαγειρεύει. Τους αγαπώ. Είναι συγγενείς μου. Είναι οικογένειά μου. Μιλάμε, γελάμε, σιωπούμε αρκετές φορές μπροστά στην ανοιχτή οθόνη, κάνουμε σχέδια να βρεθούμε το καλοκαίρι στην Ελλάδα ή στην Ιταλία.

«Τελικά, βρήκες αγαπημένο ή να σου προξενέψω κανέναν από την πατρίδα μου;» μου λέει με τα ρύζια στα χέρια. Συγχρόνως, ακούω το βιολοντσέλο του Ενρίκο και βλέπω το χαμόγελό του.

«Όταν τον βρω, θα ανοίξεις το skype και θα τον δεις στην κουζίνα μαζί με εμένα, όπως βλέπω εγώ εσένα με τον Ενρίκο…»

«Τελικά, Ελληνίδα, εμείς οι δύο μοιάζουμε σε πολλά. Έχουμε μετατρέψει την κουζίνα μας σε δωμάτιο για τον αγαπημένο μας. Χθες έφερα και λουλούδια κι έβαλα, να ομορφύνω το χώρο, κοίτα;» Και μου δείχνει τα βασιλικά της, τη ρίγανη και το θυμάρι που έχει φυτέψει σε γλάστρες.

Κοιτάω τον Ενρίκο. Έχει μια γλυκιά και ήσυχη έκφραση στο πρόσωπό του, μια έκδηλη ευτυχία πάνω του. Παίζει βιολοντσέλο σαν να μη βρίσκεται σε κουζίνα αλλά σε μια πολυτελή αίθουσα μουσικής. Δίπλα του είναι το παράθυρο με το κουρτινάκι τραβηγμένο και διακρίνω αμυδρά τη γνωστή γειτονιά του Κόρσικο, μέσα σε εκείνη τη γνώριμη ομίχλη του Μιλάνου.

Λορεντάνα. Η μακρινή, η τόσο κοντινή, αγαπημένη μου φίλη…






                                                                          
Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2021                                                                                                                          στο τεύχος Νο 67  του περιοδικού  

          «δε|κατα» με θέμα ελεύθερο.
                          
Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, 
ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση. 





25 Ιουλίου 2021

Τι είναι η θάλασσα, μαμά; - Διήγημα

Paul César Helleu, Fleet of Sailboats

Τι είναι η θάλασσα, μαμά;

Διήγημα


        «Τι είναι, θάλασσα, μαμά;»
        «Θάλασσα, κοριτσάκι μου, είναι αυτό το νερό, που είμαστε τώρα μέσα…»
        «Και γιατί το λένε θάλασσα αυτό το νερό;»
        «Είναι μια μεγάλη έκταση, πολύ μεγάλη, πιο μεγάλη από τη γη∙ ξεκινάει από την ακτή που τα νερά της είναι ρηχά και προχωρώντας γίνεται πολύ βαθιά. Στο βυθό της υπάρχει μια ολόκληρη ζωή∙ έχει φυτά, ψάρια, έχει ωκεανούς, πελάγη, το νερό της έχει αλάτι και ιώδιο, κάνει πολύ καλό στον άνθρωπο η επαφή με το θαλασσινό νερό. Και όλη αυτή η υδάτινη έκταση ονομάζεται θάλασσα».
       «Και πού τελειώνει η θάλασσα, μαμά;»
       «Πολύ μακριά. Δηλαδή, αν φύγει κάποιος από δω που είμαστε εμείς τώρα, πάρει ένα καράβι και ταξιδέψει, θα βγει στην άλλη άκρη του κόσμου. Μπορεί να φτάσει και μέχρι την Αφρική, την Αμερική, την Αλάσκα, κάπου πολύ μακριά».
       «Περίγραψέ μου τη θάλασσα, μαμά… Είναι όμορφη;»
       «Είναι πολύ όμορφη η θάλασσα, αγάπη μου. Στην επιφάνειά της την ημέρα αντανακλάται ο ήλιος, είναι φωτεινή πολύ, και όταν σκοτεινιάζει αντανακλάται η νύχτα, το χρώμα της σκουραίνει∙ από μπλε γίνεται σχεδόν μαύρη. Άλλοτε έχει κύματα, άλλοτε είναι ήσυχη, τα καλοκαίρια είναι ζεστή, τους χειμώνες παγωμένη. Αν τη βάλεις στο στόμα σου θα δεις ότι είναι αλμυρή».
       «Θα δω ότι είναι αλμυρή, είπες… Θα δω, με το στόμα μου, δηλαδή; Θα καταλάβω με τη γεύση μου; Αυτό μου λες;»
        «Αυτό σου λέω, μωρό μου…»
        «Το σκούρο χρώμα που είπες πως έχει τη νύχτα και την αντανάκλαση του ήλιου που είπες πως έχει την ημέρα, αυτά πώς θα τα δω;»
        «Αυτά θα τα φανταστείς όπως θέλεις εσύ, καλό μου∙  θα κάνεις μια σκέψη όμορφη πολύ, που σου αρέσει, και θα θεωρήσεις ότι αυτό το όμορφο που σκέφτεσαι είναι η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας…»
        «Μαμά, να σε ρωτήσω κάτι;»
        «Ναι».
        «Όταν εσύ πεθάνεις, ποιος θα μου λέει τι είναι η θάλασσα και η νύχτα, η μέρα και ο ήλιος;»
        «Μέχρι τότε, δεν θα έχεις πολλές ερωτήσεις, θα σου έχω απαντήσει στις περισσότερες. Έπειτα, έχεις και τη δασκάλα σου στο σχολείο. Ξέρεις πόσα πράγματα έχει ακόμα να σε μάθει η δασκάλα σου;»
       «Πόσα;»
       «Πολλά!»
       «Αλλά δεν θέλω να πεθάνεις κι ας μην με μάθεις τίποτα εσύ. Ας μου τα μάθει όλα η δασκάλα μου, αρκεί εσύ να ζήσεις πολύ. Θα ζήσεις πολύ, μαμά μου;»
       «Αυτό, δεν μπορούμε να το ξέρουμε, αγάπη μου. Εύχομαι να ζήσω πολύ και να είμαστε πολλά χρόνια μαζί, αλλά κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει…»
       «Ούτε οι μητέρες;»
       «Ούτε».
       «Μα, γιατί; Αφού είναι μητέρες και οι μητέρες τα ξέρουν όλα!»
       «Μπα! Δεν νομίζω ότι οι μητέρες τα ξέρουν όλα».
       «Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί εγώ είμαι τυφλή και εσύ όχι;»
       «Γιατί εσύ γεννήθηκες με μια σπάνια ασθένεια των ματιών που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να δει. Εγώ δεν γεννήθηκα με αυτή την ασθένεια».
       «Είδες που μου απάντησες; Είδες που τα ξέρεις όλα;»
       «Όλα δεν τα ξέρω, απαντάω μόνο σε ό,τι ξέρω».
       «Θα πεθάνεις;»
       «Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε».
       «Και οι μητέρες;»
       «Και οι μητέρες».
       «Και τα τυφλά παιδάκια τους ποιος τα προσέχει;»
       «Τα τυφλά παιδάκια, μαζί με τα γράμματα, μαθαίνουν και άλλα πράγματα∙ μαθαίνουν να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα καταφέρουν μια χαρά».
       «Σε θέλω κοντά μου, μαμά».
       «Είμαι κοντά σου, μωρό μου».
       «Σε θέλω και όταν θα έχω μάθει να φροντίζω μόνη μου τον εαυτό μου. Σε θέλω για συντροφιά».
       «Θα βρεις όμως και άλλες παρέες. Θα έχεις φίλες, φίλους. Ήδη δεν κάνεις παρέα με τις συμμαθήτριές σου; Κι όταν μεγαλώσεις θα έχεις τη δική σου οικογένεια. Θα έχεις συντροφιά τον άντρα σου και τα παιδιά σου».
       «Θα τα βλέπω τα παιδιά μου;»
       «Όχι, καρδιά μου, αλλά θα τα αγκαλιάζεις, θα τα φιλάς… Ξέρεις πόσο πολύτιμο είναι αυτό; Η αγάπη που θα δίνεις και θα παίρνεις θα σε κάνει ευτυχισμένη. Αυτό δεν θες; Να είσαι ευτυχισμένη;»
       «Θέλω να μην είμαι μόνη».
       «Δεν θα είσαι μόνη».
       «Πού το ξέρεις;»
       «Δεν είπαμε ότι θα έχεις τη δική σου οικογένεια;»
       «Πώς είσαι σίγουρη ότι θα έχω τη δική μου οικογένεια;»
       «Όλοι οι άνθρωποι έχουν οικογένεια».
       «Δεν έχουν όλοι».
       «Οι περισσότεροι».
       «Εγώ, θα είμαι στους περισσότερους;»
       «Βεβαίως!»
       «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;»
       «Είσαι ένα όμορφο καλό παιδί. Είσαι κοινωνικό. Αγαπάς τους ανθρώπους. Κορίτσια όπως εσύ, δεν δυσκολεύονται να δημιουργήσουν οικογένεια».
       «Θα είναι τυφλός αυτός που θα παντρευτώ;»
       «Δεν το ξέρουμε από τώρα αυτό…»
       «Εάν δεν είναι τυφλός, θα θέλει να με παντρευτεί;»
       «Γιατί να μη θέλει;»
       «Είμαστε μπελάς εμείς οι τυφλοί, γι’ αυτό».¨
       «Καθόλου μπελάς δεν είστε. Μην το λες αυτό. Είστε ιδιαίτεροι άνθρωποι εσείς οι τυφλοί αγάπη μου, αυτό είστε. Ιδιαίτεροι».
       «Τι σημαίνει, ιδιαίτερος άνθρωπος, μαμά;»
       «Σημαίνει ότι έχει το χάρισμα να αντιλαμβάνεται πολλά περισσότερα με τη νόησή του παρά με την όραση. Υπάρχουν άνθρωποι που ενώ βλέπουν με τα μάτια, με τη νόηση αντιλαμβάνονται ελάχιστα».
       «Θες να πεις ότι εγώ βλέπω με το νου μου;»
       «Αυτό θέλω να πω».
       «Και τη θάλασσα γιατί δεν μπόρεσα να τη δω κι έβαλα εσένα να την περιγράψεις;»
       «Δεν είναι απαραίτητο ότι δεν μπορείς να δεις τη θάλασσα. Υπάρχουν έννοιες που εσύ τις αντιλαμβάνεσαι και τις βλέπεις καλύτερα από εμένα».
       «Πες μου ένα παράδειγμα».
       «Τι χρώμα έχει η θάλασσα, μωρό μου; Πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ την έννοια του χρώματος;»
        «Μαμά, με δυσκολεύεις!»
        «Αυτή είναι η απάντησή σου;»
        «Όχι, περίμενε, θα σου απαντήσω».
        «Περιμένω».
        «Λοιπόν… Είπες, τι χρώμα έχει η θάλασσα… Και ρωτάς εμένα που δεν ξέρω τι είναι τα χρώματα… Αλλά θες να μάθεις, πώς αντιλαμβάνομαι τα χρώματα με το νου. Και μου έχεις πει ότι, η θάλασσα είναι φωτεινή την ημέρα και σκούρα το βράδυ».
       «Ναι».
       «Ακούω τους ανθρώπους, μαμά μου, να λένε: ‘τι ωραίο λουλούδι είναι αυτό, τι ωραίο χρώμα που έχει…’ ή ‘τι ωραίο φόρεμα που φοράς, τι ωραία χρώματα που έχει’. Άρα, χρώμα είναι κάτι που κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται θαυμασμό για κάτι, να αισθάνεται ευχαρίστηση. Εάν λοιπόν εγώ αισθανθώ ευχαρίστηση που κολυμπάω στη θάλασσα έστω και χωρίς να τη βλέπω, αυτή η ευχαρίστηση μέσα μου δεν είναι ένα ‘χρώμα’; Δεν είναι αυτό που νοιώθει εκείνος που βλέπει ένα κόκκινο λουλούδι, για παράδειγμα, και το θαυμάζει; Εγώ, δεν ξέρω τι είναι το κόκκινο, αλλά ξέρω τι θα πει ‘ευχαρίστηση’. Κάπως έτσι, μαμά μου, αντιλαμβάνομαι τα χρώματα, ως ένα ερέθισμα που σου αλλάζει τη διάθεση περνώντας μέσα από το οπτικό σου νεύρο. Σε μένα το ερέθισμα περνάει απ’ ευθείας μέσα μου, χωρίς μεσάζοντες…»
      «Μιλάς σαν μεγάλη...»
      «Είμαι μεγάλη, μαμά μου. Εσύ με βλέπεις μικρή, που με βλέπεις με το οπτικό σου νεύρο και όχι με το μέσα σου».

       Ήμουν δώδεκα χρονώ κοριτσάκι, μαμά, όταν κάναμε αυτή την κουβέντα. Ήταν Αύγουστος, ο καιρός ζεστός. Είχαμε πάει στο σπίτι της θείας, στον Πλαταμώνα∙ εσύ, ο μπαμπάς κι εγώ. Με έπαιρνες το πρωί και πηγαίναμε στη θάλασσα. Πόσο μου άρεσε! Μου άρεσε κάτι που δεν μπορούσα να το δω. Και σου έκανα ένα σωρό ερωτήσεις για τη θάλασσα και το χρώμα της. Δεν μπορούσα να κατανοήσω την απεραντοσύνη της, τα όριά της… Είναι που, εμείς οι τυφλοί, ουσιαστικά, δεν έχουμε όρια. Ίσως είναι μια μορφή ελευθερίας αυτό, μία μη δέσμευση του νου όταν του ζητάμε να αναλογιστεί - για παράδειγμα - τι είναι αυτό που αποκαλείται ‘φύση’. Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Εντέλει, τίποτα στη ζωή δεν είναι εύκολο, μαμά…
       Κάποτε σε είχα ακούσει να κλαις. Ήμουν μικρή, πήγαινα στο δημοτικό. Δεν ήξερα πώς είναι το κλάμα, πώς είναι τα δάκρυα που είχα χαϊδέψει στο πρόσωπό σου. Σε πλησίασα πιάνοντας τον τοίχο, σε βρήκα, σε αγκάλιασα. Μ’ έσφιξες πάνω σου. Ένοιωσα τα δάκρυά σου, τα αναφίλητά σου. «Γιατί, μαμά;» σε είχα ρωτήσει στενοχωρημένη και μου είχε πει ότι, είναι που γεννήθηκα τυφλή, γι’ αυτό κλαις∙ ότι είναι ένα πρόβλημα αυτό που παρουσιάζεται πολύ σπάνια και δυστυχώς δεν θεραπεύεται. Κι έκλαιγες… Ένοιωσα μητέρα σου για λίγο, μαμά μου. Σε χάιδευα, σε παρηγορούσα, έπιανα τα δάκρυά σου, δεν μπορούσα να τα δω αλλά ήξερα πως είναι κάτι υγρό που βγαίνει από τα μάτια σου και από πιο μέσα ακόμα, από την καρδιά σου… «Μη στενοχωριέσαι, μαμά μου», σου έλεγα, «έχω εσένα κι έτσι μπορώ να δω τον κόσμο όλο. Εσύ θα μου μιλάς για τα δένδρα κι εγώ θα τα βλέπω, θα μου μιλάς για τα σπίτια και θα τα βλέπω, για τους ανθρώπους, τη θάλασσα, τον ουρανό, τη νύχτα και τη μέρα… Αφού είσαι μαμά, είσαι τα μάτια μου, έτσι δεν είναι;» 
         Άλλαξε η διάθεσή σου, μαμά! Με τα δάκρυα ακόμα στα μάγουλά σου άρχισες να γελάς ευτυχισμένη, να με σφίγγεις πάνω σου και να με φιλάς. Δεν την ξεχνώ αυτή τη στιγμή. Αλλά βέβαια, πέθανες∙ έγινε αυτό που πάντα φοβόμουν και στο έλεγα. Πέθανες πριν προλάβεις να γεράσεις, πριν προλάβω να νοιώσω σιγουριά ότι δεν θα πεθάνεις νωρίς. Έφυγες δυο χρόνια μετά τον μπαμπά. Ήμουν στη σχολή, στο τελευταίο έτος στο Πανεπιστήμιο. Θυμάσαι, ήθελα πάντα να σπουδάσω Φυσική και στο έλεγα από το γυμνάσιο ακόμα. Είχα πάει στο Πανεπιστήμιο να πάρω πληροφορίες και είχα μάθει για τις κατευθύνσεις και τα εργαστήρια της σχολής αυτής. Πόσο ενθουσιασμένη ήμουν! «Μαμά μου», σου έλεγα με χαρά, «στη σχολή αυτή θα μάθω τι σημαίνει Ανιχνευτής ακτινοβολίας, τι είναι ο Ήρεμος Ήλιος, ο Ηλιακός άνεμος, ο ενεργός Ήλιος, το Ηλιακό μαγνητικό πεδίο, οι Εσωτερικοί πλανήτες, το Εσωτερικό του Ήλιου, η Φυσική των αστέρων, οι Γεωμαγνητικές καταιγίδες. Μαμά μου, θα δω! Το καταλαβαίνεις; Θα μάθω με τα μαθήματα να βλέπω όσα δεν βλέπω με τα μάτια!» Έτσι σου έλεγα. Όμως, έφυγες ξαφνικά, όπως και ο μπαμπάς. Δεν πρόλαβες να μου κάνεις παρέα στο πτυχίο.
         Σήμερα είμαι καθηγήτρια Φυσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο που σπούδασα. Έχω το πατρικό μας σπίτι, τους φοιτητές μου, τα λουλούδια μου στην αυλή, έχω φορέματα με όμορφα χρώματα – όπως μου λένε οι πωλήτριες που μου τα πουλάνε. Αλλά, πέρα από εμένα, δεν έχω κανέναν άλλον στη ζωή. Είχες πει ότι κάποτε θα έχω οικογένεια. Να, που δεν έχω, όμως. Ότι θα έχω παιδιά. Ούτε παιδιά έχω και κοντεύω τα σαράντα. Λίγους μήνες νωρίτερα χώρισα από τον σύντροφό μου. Ήμασταν μαζί  έξι χρόνια. Καθηγητής είναι και αυτός, στο ίδιο Πανεπιστήμιο με εμένα. Μου είχε ζητήσει να τον παντρευτώ. Φοβήθηκα, μαμά. Σου φαίνεται παράξενο; Και όμως, φοβήθηκα. Ότι, δεν θα κατάφερνα να δω ποιον παντρεύομαι. Ότι, δεν είχα μπορέσει στα χρόνια που ήμασταν μαζί να αποκωδικοποιήσω τον χαρακτήρα του. Δείλιασα. Είχε άγνωστες πτυχές που, εσείς που βλέπετε, τις αποκαλείτε σκοτεινές κι εγώ τις λέω ανεξερεύνητες. «Τι αισθάνθηκες την πρώτη φορά που σου είπαν ότι είσαι τυφλή;» με είχε ρωτήσει κάποτε. Μούδιασα, μαμά, μόλις μου έκανε αυτή την ερώτηση. Ένοιωσα ότι εκείνη τη στιγμή είχα έναν άγνωστο άνθρωπο δίπλα μου, παρόλο που ήμασταν μαζί ήδη τρία χρόνια. Σοκαρίστηκα γιατί δεν ήξερε, γιατί περίμενε από μένα την τυφλή να μάθει∙ γιατί δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο να έρθει στη θέση μου, στη θέση των ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τη ζωή με την ψυχή και όχι με τη λογική. Ένοιωσα μόνη. Ολομόναχη. Και είχα πλάι μου τον σύντροφό μου. «Βρες ό,τι απάντηση θες» του είχα πει. «Αν θες να μου δίνεις χαρά όμως, μη με ρωτάς. Καλύτερα να μου δίνεις απαντήσεις παρά ερωτήσεις. Μην παίζεις με το μυαλό μου, είναι κουρασμένο. Έχει ανάγκη να χαλαρώνει. Καλύτερα να με χαϊδεύεις, να παίζεις με το σώμα μου…»
          Μείναμε άλλα τρία χρόνια μαζί, μαμά, μετά την πρόταση γάμου κι ύστερα χωρίσαμε. «Θέλω οικογένεια», μου είπε στην τελευταία μας συζήτηση. «Κι εγώ», του είχα απαντήσει. «Τότε; Γιατί δεν λες το ναι, να παντρευτούμε;» «Γιατί δεν μπόρεσα να σε δω». «Να δεις τι; Αφού είσαι τυφλή…» «Χωρίς να ξέρω τι είναι το σκοτάδι», του είπα, « είσαι αυτό που εσείς οι άλλοι αποκαλείτε ‘σκοτεινό’. Δεν μπόρεσα να σε δω χωρίς αυτό το ‘σκοτεινό’ που σε περιβάλλει. Μου είσαι άγνωστος, δεν ανοίχτηκες, δεν δόθηκες». «Είσαι κλεισμένη στον εαυτό σου», μου είχε απαντήσει, «επειδή δεν βλέπεις. Δεν έχω να σου δείξω τίποτα. Φοβάσαι να ανοιχτείς. Αυτό είναι όλο». «Ακόμα κι έτσι να είναι», του απάντησα, «γιατί δεν προσπάθησες ποτέ να με μάθεις να μη φοβάμαι;» «Καθηγητής της Φυσικής είμαι», είπε ετοιμόλογα, «όχι ψυχίατρος». «Αυτό έπρεπε να μου το πεις από την αρχή από πρώτη μέρα που με γνώρισες», του είπα, «και όχι μετά από έξι χρόνια». Πήγα στην πόρτα, μαμά μου, την άνοιξα και του είπα να φύγει. Έφυγε αμίλητος και δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ. Αυτός σίγουρα θα με ξαναείδε στο Πανεπιστήμιο aλλά δεν μου μίλησε.
        Λες να είμαι αυστηρή, μαμά, με τους ανθρώπους; Αλλά και πάλι, δεν ξέρω τι σημαίνει αυστηρότητα. Η έννοια της αυστηρότητας είναι μία από τις έννοιες που δεν έχουν αποσαφηνιστεί εντός μου. Τι θα πει δηλαδή ‘αυστηρότητα’ στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους…  Τι θα πει ‘χαλαρότητα’... Επίσης, τι θα πει ‘συμβιβασμός’… Δεν πρόλαβες να μου απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, έφυγες… Ήμουν τριάντα έξι χρόνων όταν χώρισα. Τώρα κοντεύω τα σαράντα. Έχω δυο φίλες, τρεις γειτόνισσες που λέμε καλημέρα καλησπέρα, τη δουλειά μου στο Πανεπιστήμιο και τη θάλασσα στον Πλαταμώνα. Αγόρασα ένα μικρό σπίτι λίγο πιο πέρα από το σπίτι της θείας. Κάποιες φορές πηγαίνω μόνη μου, όταν δεν έχω μάθημα στο Πανεπιστήμιο, κάποιες άλλες με τις φίλες μου. Η μία είναι χωρισμένη και η άλλη παντρεμένη αλλά παίρνει αντικαταθλιπτικά για να αντέχει τον δυστυχισμένο γάμο της για χάρη των παιδιών της.
        Η θάλασσα, μαμά! Πόσο μου αρέσει! Πόσο με γεμίζει! Βουτάω μέσα της το σώμα μου και εκείνη βουτάει μέσα στην ψυχή μου! Μυρίζω ιώδιο και αλμύρα! Μυρίζω ωκεανούς, έστω και αν δεν ξέρω καλά – καλά τι είναι ωκεανός! 
        Είπα ταξίδια και τι θυμήθηκα, λες: είναι ένας γεράκος στον Πλαταμώνα, παλιός ψαράς. Δεν τον ξέρεις, δεν τον είχαμε γνωρίσει τότε. Παρόλο που είναι αρκετά ηλικιωμένος ψαρεύει ακόμα, πιο πολύ γιατί δεν μπορεί να αποχωριστεί τη θάλασσα. Έχει ένα καΐκι που το έχει ονομάσει Σαρδέλλα. «Τους αγίους και την Παναγιά, που ονομάζουν οι άλλοι τις βάρκες τους», μου έχει πει, «εγώ τους έχω στην προσευχή μου και στον σταυρό μου∙ εκεί είναι η θέση τους για μένα. Από την άλλη, αν έδινα το όνομα της κυράς μου, θα μουρμούραγε η μάνα μου η συχωρεμένη γιατί ήθελε να βάλω το δικό της. Κι αν έβαζα το όνομα της μάνας μου θα μουρμούραγε η κυρά μου. Πήρα κι εγώ το πινέλο και ζωγράφισα μια ωραία σαρδέλλα στο καϊκάκι μου και ησύχασα. Θες να σε πάω μια βόλτα με τη Σαρδέλλα;» Έτσι γνώρισα τον γεράκο τον ψαρά, μαμά μου. Μπαίνω στη Σαρδέλλα του και πάω βόλτα στη θάλασσα. Τι αίσθηση είναι αυτή, μαμά μου, της ακτινοβολίας της θάλασσας! Τη νοιώθω πάνω μου, στα χέρια μου, στο σώμα μου, στο πρόσωπό μου, στα μάτια μου! ‘Βλέπω’ τη θάλασσα, μαμά, από τη ζέστα που μου δίνει η αύρα της και η μυρωδιά της! Άσε που έχω μάθει ένα σωρό καινούργιες λέξεις από τον γεράκο: το μαγειρικό σκεύος που εμείς ονομάζουμε γάστρα στη γλώσσα των ναυτικών είναι το υποθαλάσσιο μέρος του σκάφους∙ άρμη λένε το νερό της θάλασσας και μαλάγρα το φαγητό που ρίχνουν οι ψαράδες για να προσελκύουν τα ψάρια∙ για τους άνεμους έχουν δικές τους λέξεις∙ αποβόρι λένε τον ασθενή βόρειο άνεμο και απόσπερο τον δυτικό, και τον δυνατό αέρα με βροχή τον λένε δρόλαπα∙ η σαλαμούρα είναι το νερό που έχει μεγάλη ποσότητα αλατιού για να διατηρούνται να ψάρια∙ ρεμέντζο λένε το χοντρό σχοινί για να δένουν τα σκάφη και άρμπουρο το κατάρτι του πλοίου∙ όταν μπλέκουν οι άγκυρες μεταξύ τους το λένε μετζαβόλτα και όταν κάποιος ρίχνει τα δίχτυα στη θάλασσα, καλάρει.
       Με τον γέρο ψαρά, μαμά, σχεδόν αρχίζω και μαθαίνω τι είναι η θάλασσα… Μπαίνω στη Σαρδέλλα και καταλαβαίνω ότι κάτω από τα πόδια μου είναι ο βυθός, το βένθος – όπως λένε οι ναυτικοί. Καταλαβαίνω τι σημαίνει το ρήμα ‘επιπλέω’. Αισθάνομαι ότι αιωρούμαι μεταξύ γης και ουρανού, κάπου ανάμεσα στον κόσμο και στη απουσία του κόσμου. Στη θάλασσα παύω να είμαι μόνη, μαμά. Η μοναξιά είναι ένα αίσθημα που στο προσφέρει το πλήθος με την οχλαγωγία του. Όταν απουσιάζει το πλήθος, ο κόσμος, είσαι πλήρης. Σχεδόν, ενώνεσαι με το σύμπαν. Πώς να νοιώσεις μοναξιά;
         Ξέρεις, ο φίλος μου ο γέρο ψαράς θέλει να μου γνωρίσει κάποιον, λέει∙ έναν αμπελουργό, από την Πιερία. Έχει φιλικές σχέσεις με την οικογένειά του χρόνια. Είναι περίπου στην ηλικία μου, χωρισμένος, χωρίς παιδιά. Καλό παιδί, είπε ο ψαράς, μου μοιάζει∙ μοναχικός κι αυτός σαν κι εμένα. Έχει έναν αμπελώνα στην κωμόπολη Κίτρος, λίγο πιο έξω από την Κατερίνη∙ παράγει ένα κρασί εξαιρετικής ποιότητας που το εξάγει. Στο Κίτρος, είπε ο ψαράς, ανασαίνεις το οξυγόνο του Ολύμπου που είναι στα νότια∙ αισθάνεται τον αέρα του Μύτικα, της κορυφής του. Δυτικά είναι τα Πιέρια Όρη, το μέρος που κατοικούσαν οι Μούσες, οι κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Και τρία χιλιόμετρα ανατολικά είναι ο Θερμαϊκός κόλπος. «Θα οσφραίνεσαι τη θαλασσινή αύρα», είπε ο γέρο ψαράς, «και θα νοιώθεις ευτυχία…» 
         Θα σου πω μια μικρή ιστορία, μαμά μου, που φτιάχνει ο νους μου, αυτό που εσείς οι άλλοι ονομάζεται ‘εικόνα’: βλέπω λοιπόν, ότι δέχομαι να συναντήσω τον αμπελουργό. Με συνοδεύει στον αμπελώνα στο Κίτρος ο γέρο ψαράς μου. Ο αμπελουργός πλησιάζει κοντά μου και με χαιρετάει, αλλά δεν τον βλέπω. Απλώνω το χέρι και σφίγγω το δικό του. Με το άγγιγμα αρχίζω σιγά – σιγά και τον διακρίνω. Καθόμαστε στον κήπο του – διότι το σενάριό μου τοποθετεί απαραίτητα έναν κήπο στη σκιά του Ολύμπου. Μου δίνει να πιώ από το κρασί που παράγει. Πίνω και είναι σαν κάποιος να μου προσέφερε νάμα. Του το λέω. Χαμογελάει. Δεν βλέπω το χαμόγελό του, αλλά ξέρω πως χαμογελάει. Μιλάμε αρκετή ώρα, λέμε διάφορα. Το απόγευμα περνάει χωρίς να το καταλάβουμε. Για όλους εσάς αρχίζει 
να σουρουπώνει∙ για μένα αρχίζει ο Όλυμπος να εκπέμπει ακόμα πιο δυνατά την ακτινοβολία της οντότητάς του. Τη νοιώθω. Εισπράττω γαλήνη και μόνο που πίνω ένα ποτήρι κρασί και φιλοξενούμαι σ’ έναν κήπο στη γειτονιά που κατοικούσαν κάποτε οι Μούσες. Κάπου εκεί, μαμά μου, η ιστορία που φτιάχνω λέει πως ίσως και να νοιώσω ότι δεν έχω πια ερωτήματα για το τι είναι θάλασσα, τι είναι μοναξιά, τι είναι ο κόσμος… Κάπου εκεί δεν θέλει ο νους μου να συνεχίσει άλλο να εξυφαίνει σενάρια. Μπορεί και να μην υπάρχει συνέχεια, ή μπορεί να μη θέλει να δώσει  συνέχεια ο νους μου. Δεν ξέρω…   
       Λέω να πω στον γέρο φίλο μου ψαρά να με πάει να γνωρίσω τον αμπελουργό. Δεν έχει σημασία αν τη ιστορία αυτή, την εικόνα για εσάς, τη ζήσω και στην πραγματικότητα. Θέλω να αγαπήσω, μαμά, να ερωτευτώ. Αν δεν είναι ο αμπελουργός θα είναι κάποιος άλλος. Θέλω να βουτήξω στον έρωτα όπως βουτάω στη θάλασσα. Ίσως και να μην κατανοήσω ποτέ τι είναι η θάλασσα. Ίσως και να μην κατανοήσω ποτέ τι είναι ο έρωτας. Αλλά θέλω να βουτήξω στα βαθιά…

                                                                        
                                                                           Δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2021              στο τεύχος Νο 66  του περιοδικού  
                  «δε|κατα» με θέμα: 

                          «Θάλασσα» 

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση. 
         
                                                
                          

18 Απριλίου 2021

Το τελετουργικό της Φαϊζά - Διήγημα


 

Το τελετουργικό της Φαϊζά 
                                                                                  Διήγημα
 

  

 

Η ηλικιωμένη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο βιαστική, ξυπόλητη. Κορμοστασιά στητή, παρά τα χρόνια και λεπτή. Γκρίζα μαλλιά, ξέπλεκα ως τους ώμους, μ’ ένα αραχνοΰφαντο λευκό ρούχο πρόχειρα ντυμένη. Έμοιαζε εξαϋλωμένη. Όμορφη κάποτε, ακόμα πάνω της σημάδια της παλιάς γοητείας. Τα μεγάλα της μάτια, τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της, το απαλό άρωμα σαπουνιού που μοσχοβολούσαν τα χέρια της – μια συνήθεια που την είχε από παιδί, να πλένει τα χέρια με πράσινο σαπούνι, να τα σφουγγίζει με βαμβακερή πετσέτα και να τα αλείφει με αμυγδαλέλαιο για να διατηρούνται ενυδατωμένα.

   Φαϊζά, την έλεγαν. Γεννημένη στην Αίγυπτο, στην πόλη Φαγιούμ. Το σπίτι της ήταν δίπλα στο  Μπαχρ Γιούσεφ, το κανάλι που συνδέει τον ποταμό Νείλο με την πόλη Φαγιούμ. Ο πατέρας της δούλευε στο παζάρι, πουλούσε χουρμάδες της ερήμου, γκουάβα και μοσχολέμονο. Εκεί γνώρισε τον άντρα της, τον Ντομένικο. Αρχές του ’60. Ιταλός εκείνος. Συνόδευε τον έμπορο  πατέρα του στην Αίγυπτο από όπου προμηθεύονταν μπαχαρικά, για το μαγαζί τους στη Νάπολη. Πέρασαν από το παζάρι, στάθηκαν στον πάγκο με τους χουρμάδες της ερήμου, σηκώνει τα μάτια ο Ντομένικο, βλέπει τη Φαϊζά. Σηκώνει τα μάτια η Φαϊζά, μικρό κορίτσι τότε, βλέπει τον Ντομένικο. Λίγα χρόνια μεγαλύτερός της, εκείνος. Χαμόγελα, ντροπαλοσύνη, χαμηλωμένα βλέμματα μετά. Και το ίδιο βράδυ κιόλας η πρώτη τους συνάντηση. Η αγάπη τους μετά. Ο έρωτας. Η συνεννόηση στα αγγλικά στην αρχή. Έπειτα η Φαϊζά έμαθε άπταιστα ιταλικά για χάρη του αγαπημένου της και ασπάστηκε τον καθολικισμό. Οι γονείς της έκλαιγαν. Η μάνα της και οι αδελφές της το δέχτηκαν πιο εύκολα. Της δώρισαν μεταξωτά υφάσματα και βαμβακερά μελάγια λαφ -  τα μεγάλα σάλι στη γλώσσα τους που τυλίγουν τους ώμους και τον κορμό. Παντρεύτηκαν στην Νάπολη, στη συνοικία Σάντα Λουτσία και έμειναν εκεί. Βρήκαν σπίτι κοντά στο πατρικό του Ντομένικο, σ’ ένα λιθόστρωτο δρομάκι από αυτά που καταλήγουν στη θάλασσα, με τ’ απλωμένα ρούχα σε σχοινιά στερεωμένα από παράθυρο μέχρι το απέναντι παράθυρο.

Στα μέσα του ’60 γεννιέται η κόρη  τους. Την πεθερά της την έλεγαν Φιορέλα. Έτσι ονομάστηκε και η κόρη τους. Η σινιόρα Φιορέλα ήταν από τις πιο σεβάσμιες σινιόρες στη συνοικία Σάντα Λουτσία. Πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και φεύγοντας έσκυβε ευλαβικά και φιλούσε το χέρι του παπά. Εκτός εκκλησίας, της φιλούσαν το χέρι οι νονοί της τοπικής Καμόρα. Τους είχε προσεγγίσει η ίδια. Όταν άρχισε να μεγαλώνει ο γιος της ο Ντομένικο, -  δεν είχε άλλο παιδί, της είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι στη γέννα -, είχε πάει και είχε συναντήσει τον Μαρτσέλο, μέλος της οργάνωσης της περιοχής. Κλασική Ναπολετάνα η Φιορέλα, γέννημα θρέμμα του ιταλικού νότου, μίλαγε με τη  βαριά προφορά της διαλέκτου της περιοχής της. Του είχε πει:

«Με λένε Φιορέλα και είμαι μάνα. Θα πεις στο αφεντικό σου ότι, αν σκεφτεί να πλησιάσει τον γιο μου, να τον μπλέξει με τις δουλειές σας, θα σκοτώσω πρώτα το παιδί του, ξέρω πού μένει η οικογένεια του, μετά τη μάνα του και μετά τον ίδιο. Θα μείνετε μακριά από τον Ντομένικο. Κι επειδή εκτός από Ναπολετάνα είμαι και μάνα, σας βλέπω πρώτα σαν παιδιά μου και μετά σαν μαφιόζους. Κάθε μήνα θα έχετε από μένα το χαρτζιλίκι σας για τη χάρη που θα μου κάνετε να μην ενοχλείτε την οικογένειά μου. Τον γιο μου τον έχετε ήδη προσεγγίσει μια φορά, το έμαθα, γι’ αυτό ήρθα και σε βρήκα. Και να έρθει ο ίδιος να σας βρει, θα τον διώξετε. Ο άντρας μου έχει εμπορικό κατάστημα με ανατολίτικα μπαχαρικά και αιθέρια έλαια κοντά στην πλατεία Φορτσέλα. Θα μου προσέχετε το παιδί μου και το μαγαζί του άντρα μου. Θα είστε συνεπείς μαζί μου και θα είμαι κι εγώ συνεπής μαζί σας. Όπλο έχω. Φυλαγμένο. Φανείτε καλά παιδιά και μην αναγκάσετε τη γυναίκα που σας βλέπει σαν μάνα να το χρησιμοποιήσει».

Κανείς δεν πείραξε τη σινιόρα Φιορέλα και την οικογένειά της. Ο Μαρτσέλο, μετά από εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, την είχε επισκεφτεί κάποια στιγμή στο σπίτι της και της είχε πει: «το αφεντικό, μου είπε να σου πω ότι σε σέβεται και σε εκτιμάει. Και ότι δεν θέλει τα χρήματά σου. Θα είμαστε μακριά από την οικογένειά σου και χωρίς να μας πληρώνεις». Η απάντηση της σινιόρας Φιορέλα ήταν κοφτή: «σου έχω πει, εκτός από Ναπολετάνα, είμαι και μάνα. Εγώ, θα δίνω αυτά τα χρήματα στην οργάνωσή σας, εσείς θα παίρνετε αυτά τα χρήματα χωρίς αντίρρηση και, εάν δεν τα θέλετε, θα τα δίνετε σε φτωχές οικογένειες. Στη Νάπολη έχουμε μπόλικες. Οι περισσότερες για την Καμόρα δουλεύουν, το ξέρετε. Θα μπορούσα να τα δίνω απευθείας εγώ, αλλά εάν τα δίνετε εσείς θα έχετε την ευκαιρία, έστω για λίγα λεπτά, να γίνεστε καλοί άνθρωποι. Συμβουλή, μάνας».

Στην κηδεία της, λίγα χρόνια αργότερα, παπάδες και μαφιόζοι έσκυβαν και προσκυνούσαν το φέρετρό της. Είχε πεθάνει από έμφραγμα. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε και ο άντρας της, ο πεθερός της Φαϊζά και το μαγαζί με τα μπαχαρικά έμεινε στον Ντομένικο. 

Η Φαϊζά, με τα χρόνια, είχε γίνει Αιγύπτια και Ιταλίδα μαζί. Ένα κράμα μισιρλούς και βέρας Ναπολετάνας. Ερωτική, λάγνα, δουλευταρού, συνεισέφερε οικονομικά στην οικογένεια κρατώντας σπίτι και μαγαζί όταν ο Ντομένικο έλειπε μέρες σε επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό. Αγαπούσε πολύ τη μουσική, άκουγε την αγαπημένη της Αιγύπτια τραγουδίστρια Ούμ Καλσούμ με το ίδιο πάθος που άκουγε και την Ιταλίδα σοπράνο Ρενάτα Τεμπάλντι. Πιστή στον έρωτα που είχε νοιώσει κορίτσι τότε, για τον άντρα της. Δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Τον λάτρευε. Κάθε δέκα χρόνια επετείου του γάμου τους ήταν μια ιδιαίτερη ημέρα γι’ αυτήν• ακολουθούσε ένα δικό της τελετουργικό που το τηρούσε με ευλάβεια: ξαναντυνόταν νύφη με το νυφικό που είχε φορέσει στον γάμο της, έδινε και στον Ντομένικο να φορέσει το γαμπριάτικο κοστούμι του, ετοίμαζε εορταστικό γεύμα και πίνοντας λευκό κρασί επαναλάμβανε συγκινημένη στον άντρα της και εκείνος σε αυτήν τους όρκους αγάπης που είχαν δώσει την ημέρα που παντρεύτηκαν, ότι θα είναι για πάντα μαζί, για πάντα αγαπημένοι, στη χαρά και στη λύπη. 

Το νυφικό της το είχε φυλαγμένο προσεχτικά στο μπαούλο, μαζί με όλα τα νυφικά στολίδια. Αν και καθολικός ο γάμος που έκανε, καθώς είχε ήδη ασπαστεί τον καθολικισμό, εντούτοις στην εκκλησία είχε πάει ντυμένη νύφη της Αιγύπτου, με τις ευχές και τις ευλογίες της σινιόρας Φιορέλα. Η γαμήλια φορεσιά της ήταν ένα λευκό μεταξένιο εκπληκτικό φόρεμα κληρονομημένο από τη μητέρα της που και εκείνη με τη σειρά της το είχε κληρονομήσει από τη δική της μητέρα, ραμμένο από μια σπουδαία ράφτρα της Ανατολής και φυλαγμένο προσεχτικά για τις επόμενες νύφες της οικογένειας. Ήταν ένα από τα πιο παλαιά έθιμα της Αιγύπτου να θεωρείται τιμή για τις νεαρές Αιγύπτιες να κληρονομούν το νυφικό των προγόνων τους και να φέρονται σε αυτό με σεβασμό και ευγένεια• να το φυλάσσουν σύμφωνα με τις συμβουλές των γηραιότερων γυναικών τυλιγμένο σε λευκό βαμβακερό ύφασμα, σε χώρο καθαρό από υγρασία και οσμές. Η μητέρα τής Φαϊζά, παρόλο που η κόρη της θα παντρευόταν Ιταλό σε καθολική εκκλησία, της έδωσε τη χαρά να κληρονομήσει το νυφικό της γιαγιάς. 

Μακρύ ως το πάτωμα το νυφικό, εφαρμοστό στο σώμα, κλειστό ως το λαιμό, με μακριά μανίκια, σχεδιασμένο με τη θρησκευτική φιλοσοφία της πατρίδας της Φαϊζά που θέλει, η εσωτερική ομορφιά της γυναίκας, να μεταφέρεται προς τα έξω μ’ ένα φόρεμα που την υποδηλώνει, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να φαίνονται γυμνά κάποια σημεία του σώματος• που θέλει, η θηλυκότητα να διαγράφεται στην επιβλητική στητή κορμοστασιά, τη λευκή, σύμβολο αθωότητας και καθαρότητας της νύφης. Το γαμήλιο αυτό φόρεμα, όπως τα περισσότερα κληρονομημένα γαμήλια φορέματα της Αιγύπτου, ήταν ένα έργο τέχνης, ένα ακριβό ύφασμα κεντημένο και διακοσμημένο στο χέρι με χρυσά νήματα, ανατολίτικα μοτίβα, πέτρες και δαντελένιες κορδέλες. Συμπληρωνόταν με το hijab, το πέπλο των μουσουλμάνων γυναικών που τυλίγεται στο κεφάλι, καλύπτει μέτωπο, μαλλιά και λαιμό, και πέφτει ανάλαφρα στους ώμους. Μεταξένιο και αυτό, με χειροποίητα κεντήματα και στολισμένο με αληθινές λευκές πέρλες. Στο γάμο της η Φαϊζά είχε συμπεριλάβει στο γαμήλιο τραπέζι ακόμα και το εορταστικό plov - το αρωματικό πιλάφι που συνοδεύει στην πατρίδα της το γεύμα των νεόνυμφων και των καλεσμένων. Συγχρόνως, είχε ακολουθήσει και το θρησκευτικό έθιμο των χριστιανών, για χάρη του Ντομένικο• είχε φτιάξει μόνη της τις μπομπονιέρες με τούλι και σατέν κορδέλα, βάζοντας σε κάθε μπομπονιέρα μονό αριθμό κουφέτων, συμβολικά ότι, όπως ένας μονός αριθμός δεν μπορεί ποτέ να διαιρεθεί, έτσι και το ζευγάρι δεν μπορεί κανείς να το χωρίσει.

Ο Ντομένικο γελούσε με όλα αυτά, με την επιθυμία της να γιορτάζουν κάθε δέκα χρόνια την επέτειο του γάμου τους ντυμένοι με τα γαμπριάτικα ρούχα τους, αλλά δεν της χαλούσε το χατίρι. Φορούσε κι αυτός το κοστούμι που είχε βάλει στην εκκλησία, μεταποιημένο σε Ναπολετάνο ράφτη γιατί με τα χρόνια τον στένευε, καθόταν δίπλα της στο τραπέζι, έτρωγαν το αρωματικό plov που έφτιαχνε με μεγάλη επιτυχία η Φαϊζά, έπιναν λευκό κρασί και επαναλάμβαναν τους όρκους αγάπης. Και μετά χόρευαν. Οι δυο τους. Στη σάλα. Με το νυφικό της Αιγύπτου η  Φαϊζά, με τις ναπολετάνικες καντσονέτες στο πικ απ, με την κόρη τους τη Φιορέλα να τους κοιτάζει χαμογελαστή και κάθε φορά κατά μία δεκαετία μεγαλύτερη: μικρό κοριτσάκι την πρώτη φορά, φοιτήτρια κατόπιν, μητέρα δίδυμων αγοριών στη συνέχεια, έπειτα χωρισμένη, έπειτα συμβιβασμένη με το κενό μέσα της και απορημένη πώς μπόρεσαν οι γονείς της και πορεύτηκαν τόσα χρόνια μαζί, χωρίς ποτέ να ανταλλάξουν  μια πικρή κουβέντα…

 

Σήμερα, ήταν η επέτειος των εξήντα χρόνων γάμου τους. Η Φαϊζά μπήκε βιαστικά στην κρεβατοκάμαρα για να αρχίσει  να ετοιμάζει το τελετουργικό της• να ανοίξει το μπαούλο, να βγάλει το νυφικό και το hijab, να τα αερίσει, να πάει στην κουζίνα, να ετοιμάσει το plov. Είχε μόλις βγει από το μπάνιο• είχε πλυθεί με χειροποίητο σαπούνι και είχε αλείψει τα χέρια της με ενυδατική κρέμα. Γοητευτική ακόμα κοντά στα ογδόντα, η κορμοστασιά της χωρίς περιττό βάρος• στην προηγούμενη επέτειο του γάμου της, εβδομήντα χρόνων τότε, το νυφικό τής έκανε μια χαρά.

Κοίταξε το ρολόι. Κόντευε μεσημέρι, σκεφτόταν ότι έπρεπε να βιαστεί, ο Ντομένικο όπου να ‘ναι θα επέστρεφε από τη βόλτα κι έπρεπε και αυτός να ετοιμαστεί. Το μαγαζί με τα ανατολίτικα μπαχαρικά το είχε κλείσει όταν συμπλήρωσε τα συντάξιμα χρόνια. Η κόρη τους η Φιορέλα είχε σπουδάσει φιλόλογος και δίδασκε σε γυμνάσιο της Νάπολης. Δεν ήθελε να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ούτε ο σύζυγός της ενδιαφερόταν για το εμπόριο• εκείνος ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά έτσι κι αλλιώς αυτοί οι δύο κάποια στιγμή χώρισαν. Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση των παιδιών τους ο άντρας της ζήτησε διαζύγιο, της είπε ότι είχε γνωρίσει μια άλλη γυναίκα και ήθελε να ζήσει μαζί της. Δεν ασχολήθηκε περισσότερο μαζί του η Φιορέλα, πήρε τα δίδυμα αγοράκια κι έφυγε, μετακόμισε στη γειτονιά των γονιών της για να της κρατάνε τα παιδιά όταν αυτή θα ήταν στο σχολείο. Δεν ήταν εύκολη η ζωή της. Ο πρώην σύζυγός της, που συμμετείχε οικονομικά στα έξοδα των παιδιών και μετά τον χωρισμό, λίγο μετά τον δεύτερο γάμο του πέθανε από σοβαρή πνευμονία, καθώς είχε ήδη επιβαρυμένους πνεύμονες• η Φιορέλα έκτοτε επωμίστηκε μόνη την ανατροφή και συντήρηση των παιδιών, κι επιπλέον είχε να φροντίζει και τους γονείς της όταν με τα χρόνια άρχισαν να παρουσιάζουν και οι δύο προβλήματα υγείας.

 

Η Φαϊζά έβγαλε το νυφικό από το μπαούλο. Το τύλιγε μ’ ένα λευκό βαμβακερό ύφασμα, για να διατηρείται σε καλή κατάσταση, όπως την είχε συμβουλέψει η μητέρα της. Έφερε το μετάξι στα χείλη της. Το μύρισε. Μοσχοβολούσε… Το έσφιξε στα χέρια της, ακούμπησε το μάγουλό της στο ακριβό ύφασμα κι έκλεισε τα μάτια. Ήσαν όλα εκεί, μέσα στα κλειστά της μάτια• ο Νείλος, η γενέτειρα πόλη της Φαγιούμ, οι αδελφές της, οι γονείς της, το παζάρι, οι χουρμάδες της ερήμου, η γκουάβα, το μοσχολέμονο, οι μυρωδιές της Ανατολής, το βλέμμα του Ιταλού της… Ο έρωτας, η Νάπολη, ο Βεζούβιος απέναντι,  τα λιθόστρωτα σοκάκια, οι δυνατές φωνές των Ναπολετάνων, οι έντονες χειρονομίες τους, η λυρική φωνή του Ενρίκο Καρούζο στην άρια Una Furtiva Lagrima από την όπερα Το Ελιξίριο του Έρωτα, που της αφιέρωνε ο Ντομένικο. Χάιδεψε το ύφασμα με τρυφερότητα.

Άφησε το νυφικό πάνω στο κρεβάτι κι έβγαλε το ρούχο που φορούσε. Πήρε το νυφικό και το φόρεσε προσεχτικά. Το κορμί της με τα χρόνια είχε αδυνατίσει κι άλλο. Τα μπράτσα της ήσαν πολύ λεπτά. Σχεδόν το νυφικό σε αρκετά σημεία δεν εφάρμοζε στο σώμα, έδειχνε μεγαλύτερο. Ήταν ξυπόλητη. Περπάτησε σιγά στο δωμάτιο. Άκουσε το θρόισμα του μεταξιού. Κοίταξε στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Είδε τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα μάζεψε πρόχειρα μ’ ένα λαστιχάκι και πήρε από το μπαούλο το λευκό πέπλο με τις πέρλες, το νυφικό της hijab. Το έβαλε στο κεφάλι της. Τα χέρια της πονούσαν από τα αρθριτικά, δεν μπορούσε να τα σηκώσει ψηλά για να το τυλίξει καλά. Προσπάθησε. Πόναγε. Ξανακοίταξε στον καθρέφτη. Το hijab είχε τυλιχτεί κάπως πρόχειρα γύρω από τα μαλλιά και τον λαιμό αλλά δεν μπορούσε να το σάξει καλύτερα. Έριξε πάλι μια ματιά στο ρολόι . Έπρεπε να βιαστεί. Είχε να ετοιμάσει και το φαγητό, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφε ο Ντομένικο.

«Μαμά;»

Γύρισε ξαφνιασμένη προς την πόρτα. Η Φιορέλα στεκόταν στο άνοιγμα και την κοίταζε.

Η Φαϊζά την κοίταξε με απορία. «Ποια είσαι;» τη ρώτησε.

Η Φιορέλα την πλησίασε αργά και την αγκάλιασε. Της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο, το σκεπασμένο με το hijab.

«Η κορούλα σου, είμαι, μαμά μου. Η Φιορέλα…»

Η Φαϊζά κοίταζε την Φιορέλα με απορία, σαν να έβλεπε μια ξένη γυναίκα.

«Έλα να φορέσουμε τις παντόφλες, μαμά μου», της είπε η Φιορέλα. «Μην περπατάς ξυπόλητη, θα κρυώσεις».

Η Φιορέλα έβαλε με τρυφερότητα τη μητέρα της να καθίσει στο κρεβάτι. Έπειτα έσκυψε στα πόδια της και τη βοήθησε να φορέσει τις παντόφλες. Τα ποδαράκια της ήσαν αδυνατισμένα. Τα χάιδεψε. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε με αγάπη.

«Πεινάς, μαμά μου;» τη ρώτησε.

Η Φαϊζά εξακολουθούσε να την κοιτάζει απορημένη.

«Περιμένω τον άντρα μου», είπε μετά, «τον Ντομένικο. Έχει βγει να κάνει μια βόλτα. Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει να γιορτάσουμε την επέτειο του γάμου μας. Πρέπει να πάω στην κουζίνα, να ετοιμάσω το plov…»

Η Φιορέλα, καθισμένη ακόμα χάμω, στα πόδια της μητέρας της, εξακολουθούσε να την κοιτάζει με λατρεία.

«Δεν θα έρθει ο μπαμπάς μας, μανούλα μου…», της είπε με τρυφερότητα.

 

Το Αλτσχάιμερ είχε παρουσιαστεί στην Φαϊζά σχετικά νωρίς, είχε πει ο γιατρός που έκανε τη διάγνωση. Πριν δέκα σχεδόν χρόνια, σε ηλικία εβδομήντα χρόνων, η Φαϊζά παρουσίασε τα πρώτα συμπτώματα, λίγους μήνες μετά τον ξαφνικό θάνατο του Ντομένικο• από έμφραγμα κι αυτός, όπως η μητέρα του, η σινιόρα Φιορέλα. Η Φαϊζά έκτοτε άρχισε σιγά – σιγά να ξεχνάει πολλά και βασικά πράγματα• ότι πέθανε ο άντρας της, ότι έχει μια κόρη, δυο εγγονούς, ότι η πόλη έξω από το σπίτι της ήταν η Νάπολη και πολλά άλλα. Θυμόταν μόνο τον γάμο της, το νυφικό της και το ότι κάθε δέκα χρόνια ήθελε να γιορτάζει την επέτειο του γάμου της ντυμένη νύφη της Αιγύπτου. Αναπολούσε, επίσης, την Φαγιούμ. Προφανώς, παρόλη την ασθένειά της, τη γενέτειρα πόλη της τη θυμόταν καλά.

«Μα, τι είναι αυτό το Αλτσχάιμερ, γιατρέ;» είχε ρωτήσει στενοχωρημένη η Φιορέλα τον γιατρό που εξέτασε τη μητέρα της. «Γιατί εμένα δεν με θυμάται; Η κόρη της, είμαι. Δεν θα έπρεπε, εμένα τουλάχιστον, να με έχει στη μνήμη της; Είναι δυνατόν; Έχει ξεχάσει ακόμα και ότι έχει πεθάνει ο πατέρας μου, αλλά τον  ίδιο, ως σύζυγό της και ως φυσιογνωμία, τον θυμάται πεντακάθαρα. Παίρνει τη φωτογραφία του από το κομοδίνο, την κοιτάζει και την ακούω να λέει: ‘πόσο όμορφος είσαι, Ντομένικο’…»

«Το Αλτσχάιμερ είναι απώλεια μνήμης, κυρία», της είχε απαντήσει ο γιατρός. «Είναι η συνηθέστερη αιτία άνοιας. Τα εγκεφαλικά κύτταρα εκφυλίζονται και πεθαίνουν, πυροδοτώντας μια σταθερή επιδείνωση της μνήμης και της νοητικής λειτουργίας. Δεν πρόκειται για απλή λησμοσύνη. Όσο η νόσος εξελίσσεται η απώλεια μνήμης επιδεινώνεται. Σε μεταγενέστερα στάδια της νόσου ο άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει ακόμη και σημαντικές πληροφορίες για τον εαυτό του και τα αγαπημένα του πρόσωπα». [1]

«Ναι, αλλά, γιατρέ, η μητέρα μου έχει επιλεκτική απώλεια μνήμης. Απώλεσε τη μνήμη της για μένα, το παιδί της, απώλεσε τη μνήμη της για τον θάνατο του πατέρα μου, αλλά θυμάται με καταπληκτικές λεπτομέρειες την ημέρα του γάμου της, τι φορούσε, τι έφαγε, τι τραγούδια άκουγε. Εάν επιχειρήσω να δώσω μια κάποια εξήγηση και πω ότι επέλεξε να κρατήσει στη μνήμη της μονάχα αυτά που την ευχαριστούν, δηλαδή τον γάμο της με τον πατέρα μου, τότε θα πρέπει να δεχτώ ότι μέσα σε αυτά τα ευχάριστα που επέλεξε να θυμάται, δυστυχώς δεν υπάρχω εγώ, η κόρη της. Με πονάει αυτό, ξέρετε, γιατρέ…»

«Αυτή είναι μια εξήγηση που δεν έχει επιστημονική βάση», της απάντησε ο γιατρός. «Είναι μια πρόχειρη και εύκολη ανάλυση, που σας φορτώνει με ανοχές παρά σας ανακουφίζει. Και, εάν το προχωρήσουμε πιο πέρα και σας πω ότι, η μητέρα σας επέλεξε ασυνείδητα να κρατήσει στη μνήμη της ένα ρομαντικό κοριτσίστικο πεδίο, ένα ροζ συννεφάκι που της προσφέρει την παιδιάστικη χαρά και την ψευδαίσθηση ότι κάποτε είχε ζήσει ένα παραμύθι; Ότι, και πάλι ασυνείδητα, επέλεξε να μη θυμάται την ενήλικη ζωή της, αυτή με τα προβλήματα και τον πόνο που ένοιωσε με τον θάνατο του πατέρα σας; Ναι, είστε το παιδί της, αλλά ίσως η ίδια μέσα της, ακόμα κι όταν σας γέννησε, να εξακολουθούσε να ζει στις όχθες του Νείλου σαν μια κοπελίτσα που χαίρεται τον έρωτά της με τον γαλάζιο πρίγκιπα, και το γεγονός ότι έγινε μάνα να της προσέθεσε κάποιες ευθύνες που ως κοπελίτσα δεν τις άντεχε. Ναι, θυμάται τον γάμο με τον πατέρα σας αλλά δεν θυμάται τον θάνατό του, τον έχει βγάλει από την μνήμη της• το γεγονός αυτό, ως τραγικό, επέλεξε να το απολέσει, ίσως γιατί θεώρησε ότι, αν το ξεχάσει, θα πονάει λιγότερο ή καθόλου.

»Μην εμπλέκεστε, κυρία Φιορέλα, με βαθιές αναλύσεις και εξηγήσεις για τέτοιους είδους ψυχικές και νευρολογικές ασθένειες• ακόμα και η ψυχιατρική επιστήμη φτάνει μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Από εκεί κι έπειτα τα μονοπάτια εξερεύνησης των λειτουργιών του ανθρωπίνου εγκεφάλου είναι άγνωστα. Ίσως να πρέπει κι εσείς, μέσα από τον πόνο τού να μη σας αναγνωρίζει η ίδια σας η μάνα, να πρέπει να μεγαλώσετε κι άλλο κι από κόρη της να γίνεται μητέρα της και να τη φροντίσετε, χωρίς να περιμένετε τίποτα από αυτήν• ούτε καν την αναγνώριση».

«Γιατρέ, αυτά που μου λέτε, εκτός από ιατρικά, μου ακούγονται και κάπως φιλοσοφικά…»

«Φιλοσοφία είναι η ιατρική, σινιόρα Φιορέλα. Κάποια κύτταρα του εγκεφάλου της μητέρας σας της δίνουν την εντολή να φορέσει το νεανικό νυφικό της και να νοιώσει τη χαρά της νύφης, τη στιγμή που κάποια άλλα κύτταρα που θα έπρεπε να της δώσουν την εντολή να πάει δυο λουλούδια στον τάφο του πατέρα σας, δεν υπάρχουν πια• επισήμως, θεωρούνται απολεσθέντα. Και που η ιατρική δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πώς και γιατί εκφυλίστηκαν και χάθηκαν».

 

«Έφτιαξα εγώ plov, μανούλα μου», είπε η Φιορέλα στη Φαϊζά και τη βοήθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με τις παντόφλες η Φαϊζά και το μεταξωτό νυφικό της, το hijab ριγμένο πρόχειρο στα μαλλιά, ακολούθησε την κόρη της στην τραπεζαρία, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναίκα που την κρατάει από το χέρι είναι κόρη της. Η Φιορέλα την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα και εκείνη κάθισε δίπλα της, όπως θα έκανε ο πατέρας της. Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο και υπήρχαν δυο πιάτα με plov και δυο ποτήρια με λευκό κρασί. Η Φιορέλα άρχισε αργά – αργά να ταΐζει τη μητέρα της στο στόμα, σαν να ταΐζει τη μικρή της κορούλα. Της έδωσε να πιει και λίγο κρασί. Η Φαϊζά, μετά από μερικές κουταλιές plov και λίγο κρασί, άρχισε να κοιτάζει την Φιορέλα με ζεστασιά, τα μάτια της έλαμπαν. Η Φιορέλα έπιανε το αδύνατο γεροντίστικο χεράκι της μητέρας της και το φιλούσε.

«Θέλεις να βάλω μουσική;» τη ρώτησε, αφού είδε ότι η μητέρα της είχε φάει αρκετά.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της η Φαϊζά, μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο.

Η Φιορέλα σηκώθηκε και πήγε στο σκρίνιο. Ακόμα υπήρχε εκεί το παλιό κασετόφωνο του πατέρα της και στο συρτάρι οι κασέτες με τη μουσική που άρεσε στους γονείς της. Βρήκε την κασέτα με τον Ενρίκο Καρούζο στην άρια Una Furtiva Lagrima, από την όπερα Το Ελιξίριο του Έρωτα. Άνοιξε τον ήχο και πλησίασε τη μητέρα της.

«Ο μπαμπάς, θα σε σήκωνε και θα χορεύατε… Θες να χορέψουμε οι δυο μας;» της είπε τρυφερά.

Η Φαϊζά σηκώθηκε από την καρέκλα της. Άνοιξε τα χέρια της κι αγκάλιασε την κόρη της - που δεν θυμόταν ότι είναι η κόρη της. Η Φιορέλα την έσφιξε απαλά πάνω της κι άρχισαν να λικνίζονται αργά σ’ ένα ήσυχο μπλουζ, με την υπέροχη λυρική φωνή του Καρούζο. Το νυφικό της Φαϊζά σερνόταν στο πάτωμα και λαμποκοπούσε το μετάξι του στο φως του μεσημεριού. Το ανατολίτικο λευκό πέπλο την έκανε να μοιάζει με θεά της Αιγύπτου, άχρονη και άυλη. Η Φιορέλα τής χάιδευε τρυφερά την πλάτη με μάτια υγρά από τη συγκίνηση. Πλέον, η Φιορέλα ήταν πενήντα οκτώ χρόνων. Τα δίδυμα αγόρια της είχαν γενέθλια πριν λίγες ημέρες, είχαν κλείσει τα τριάντα. Ήσαν στο Τορίνο και οι δύο, δούλευαν προγραμματιστές υπολογιστών σε εταιρεία βιομηχανικών προϊόντων. Κάπου – κάπου επισκέπτονταν τη μητέρα τους και τη γιαγιά τους στη Νάπολη, αλλά σπάνια, λόγω της δουλειάς τους. Η Φιορέλα ήθελε λίγα ακόμα χρόνια για να βγει στη σύνταξη και εξακολουθούσε να είναι φιλόλογος σε λύκειο της Νάπολης. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, δέκα χρόνια πριν, είχε μετακομίσει και έμενε στο πατρικό μαζί με τη μητέρα της, για συντροφιά και για να τη προσέχει. Είχε έναν σύντροφο εδώ και μερικά χρόνια, αλλά τίποτα το σοβαρό. Χωρισμένος και εκείνος, με παιδιά μεγάλα, απλώς έκανε ο ένας συντροφιά στον άλλον κάποιες ώρες τη βδομάδα και μετά καθένας επέστρεφε στο σπίτι του και στα προβλήματά του. Ήταν επιλογή τους να ζούνε έτσι, έρωτας μεγάλος δεν υπήρχε, μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση μόνο, τίποτ’ άλλο, και ήσαν μαζί περισσότερο με τη δύναμη της συνήθειας.

Είχε δίκιο ο γιατρός. Έτσι απαλά όπως βαστούσε τη μάνα της στα χέρια κατάλαβε ότι αυτή η αδύνατη γερόντισσα δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια κοπελίτσα που είχε χάσει το δρόμο της και από το φόβο της δεν θυμόταν ούτε πού είναι το σπίτι της… Τη λάτρευε! Με ή χωρίς Αλτσχάιμερ, με ή χωρίς να την ακούει να την αποκαλεί «κόρη μου». Όσα και να είχε απολέσει η μνήμη αυτής της γερόντισσας λόγω της ασθένειας, η ζεστασιά που εξέπεμπε ως μάνα δεν είχε χάσει ούτε στάλα από τη δύναμή της. Έξω η γειτονιά της Σάντα Λουτσία είχε θόρυβο από τα παιδιά που έτρεχαν διαολεμένα με τις βέσπες, η ζέστη του Μαΐου ήταν ήδη αισθητή , και μέσα στο πατρικό της σπίτι με τη μάνα της τη Φαϊζά ντυμένη Αιγύπτια νύφη χόρευε απαλά στη μελωδία της άριας από την όπερα ‘Το Ελιξίριο του Έρωτα’, χωρίς να σκέφτεται απολύτως τίποτα. Απλώς, χόρευε. Σαν να μην υπήρχε αύριο…



[1] Πληροφορίες από ιατρική ιστοσελίδα στο διαδίκτυο





Δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2021              στο τεύχος Νο 65  του περιοδικού  
                  «δε|κατα» με θέμα: 

                          «Απώλεια» 

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση.