Μου τυχαίνει κάποιες φορές να βλέπω μια φωτογραφία με κάποιο άγνωστο άτομο, άντρα, γυναίκα, δεν έχει σημασία, και να θέλω να γράψω δυο λόγια για αυτόν τον άγνωστο, την άγνωστη. Υπάρχουν φωτογραφίες που με εμπνέουν να καταγράψω αυθόρμητα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που μου δημιούργησαν βλέποντάς τις. Μία από αυτές είναι και η συγκεκριμένη φωτογραφία που την είδα στο internet, με τη μόνη πληροφορία ότι τραβήχτηκε κάπου στο Τορίνο της Ιταλίας. Το κείμενο που έγραψα το ονόμασα: «Η γυναίκα από το Τορίνο».
gdf
Πιο πολύ στο ντύσιμό της με εξιτάρισαν τα κόκκινα σκουλαρίκια της. Και μόνο που τη φαντάζομαι να κοιτάει στον καθρέφτη την εικόνα της και να ψάχνει στα μπιζού της, να βρίσκει τα κόκκινα σκουλαρίκια και να τα φοράει, τη χρίζω φίλη μου. Λατρεύω αυτές τις άγνωστες φίλες μου, που ούτε το όνομά τους δεν ξέρω, που τις βλέπω σε μια τυχαία φωτογραφία στο internet και στέκομαι στην εικόνα τους για ώρα. Και τις παρατηρώ. Επειδή έχουν κάτι που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τις κάνει να ξεχωρίζουν. Για παράδειγμα, φοράνε κατακόκκινα σκουλαρίκια που ταιριάζουν με τα κατακόκκινα μοκασίνια και το κραγιόν, κάποια άλλη σ’ ένα βαγόνι του μετρό που είχα δει φωτογραφία της, φορούσε μια ολόσωμη εμπριμέ φανταχτερή φόρμα με «καμπάνα» παντελόνι, σαν και αυτές τις φόρμες που φόραγε η Λάσκαρη στις ταινίες του Φίνου όταν ο ρόλος της ήταν να χορέψει ζεϊμπέκικο για να αποπλανήσει το ομορφόπαιδό της γειτονιάς, ή μια άλλη, στο internet πάλι, ήταν πάνω στο ποδήλατό της στους δρόμους της Μπολόνιας μαζί με το σκυλάκι της που το είχε στο καλαθάκι και του είχε φορέσει σατέν καπελάκι. Σατέν. Στο σκυλάκι.
Τι έχουν αυτές οι άγνωστες κυρίες που τις βλέπω σε φωτογραφίες και θα τις ήθελα για φίλες μου; Αποφάσισα ότι έχουν την αίσθηση του καλλωπισμού του εφήμερου, γι’ αυτό μου αρέσουν, αυτή τη μποέμικη φιλοσοφία ότι, αυτό που ζούμε είναι προσωρινό, άρα φόρα κάτι όμορφο, κάτι ωραίο, κάτι έξω από την αισθητική του συντηρητισμού, γιατί ο χρόνος της έννοιας «τώρα» είναι σύντομος. Για την ακρίβεια, είναι πολύ σύντομος. Περνάει αστραπιαία. Το «τώρα» γίνεται παρελθόν πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις. Μια ώρα μετά, το κραγιόν που φόρεσες το πρωί στο σπίτι θα έχει ξεθωριάσει, τα κόκκινα μοκασίνια θα έχουν έστω και λίγο παλιώσει, το άρωμα στον λαιμό σου θα έχει πάρει από τη μυρωδιά του ιδρώτα σου. Και τι μένει; Η αίσθηση ότι αυτό το σώμα που με εμπεριέχει, η υλική του υπόσταση, είναι ένα κάδρο που εντός του απεικονίζει κάτι πιο βαθύ και πιο όμορφο, κάτι καθόλου πρόσκαιρο. Ψυχή, ονομάζεται; Πνευματικό πεδίο;
Οι γυναίκες που περιποιούνται το εφήμερο είναι φίλες μου. Είναι σοφές. Είναι όμορφες. Είναι η φωτογραφία που «τραβάει» στιγμιαία το βλέμμα όταν τις βλέπεις, και πέντε λεπτά αργότερα αφότου έφυγαν από το οπτικό σου πεδίο παραμένουν ακόμα στα μάτια σου. Τις έχεις ολοζώντανες σκιαγραφήσει εντός σου. Είναι καταγεγραμμένες στη μνήμη σου. Έχουν φωτογραφηθεί από τον εγκέφαλό σου. Θυμάσαι την παρουσία τους στη ζωή σου. Λες, εκείνη η κυρία που είδα στο μετρό με την εμπριμέ φόρμα σαν της Λάσκαρη. Έχουν κρατηθεί, δηλαδή, με κάποιον τρόπο στη ζωή σου. Δεν εξαφανίστηκαν. Δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σε πλησίασαν και σου άφησαν το στίγμα τους. Το στιγμιότυπό τους. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ενώ τους γνώρισες για ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα - δεν έχει σημασία - όταν έφυγαν από κοντά σου έφυγαν κι από τη σκέψη σου. Σαν φωτογραφίες που σκίστηκαν κι έγιναν κομμάτια.
Αυτή η άγνωστη κυρία της φωτογραφία, που το μόνο που ξέρω γι’ αυτήν είναι ότι βρίσκεται σε κάποιο δρόμο στο Τορίνο της Ιταλίας, μου είναι οικεία. Εξαιρετικά οικεία. Ξέρω γιατί διάλεξε να φορέσει κόκκινα παπούτσια και κόκκινο λουλούδι στο πέτο. Ξέρω γιατί δεν βάφει τα μαλλιά της. Ξέρω γιατί είναι μόνη στο δρόμο. Επίσης, γιατί είναι, - ίσως, λέω -, και μόνη στη ζωή. Ξέρω, σχεδόν, τα πάντα γι’ αυτήν. Μόνο το όνομά της δεν ξέρω. Αλλά τη λένε Maria Rosa. Αυτό της βρήκα. Της πάει πολύ αυτό το όνομα. Signora Maria Rosa. Ναι. Της ταιριάζει. Μένει στο Τορίνο. Μία ώρα και δέκα πέντε λεπτά από τα σύνορα της Γαλλίας. Κάποτε πήγαινε συχνά εκεί. Είχε μια ακριβή Alfa Romeo Giulia και οδηγούσε μόνη της. Τώρα ταξιδεύει με το τρένο. Φεύγει από τον σταθμό Torino Porta Susa με το πολυτελές τρένο Frecciarossa, το Κόκκινο Βέλος, και περίπου σε πέντε ώρες είναι στο Παρίσι.
Μπορώ να φανταστώ και το σπίτι της. Έχει πίνακες βενετσιάνων καλλιτεχνών και ακούει Milva. Κοιμάται σε σατέν σεντόνια και κάποτε είχε ερωτευτεί πολύ. Μία φορά μόνο είχε ερωτευτεί τόσο πολύ. Τον θυμάται ακόμα αυτόν. Θα τον θυμάται πάντα. Είναι ο έρωτάς της. Πιο πολύ τον φέρνει μπροστά της τη στιγμή που κοιτάζεται στον καθρέφτη και βάζει κόκκινο κραγιόν στα χείλη της. Αυτό το κραγιόν άρεσε σε εκείνον. Δεν θα το αλλάξει ποτέ. Ανήκει στην κατηγορία εκείνη των γυναικών που έχουν ασπαστεί τη φιλοσοφία ότι, εμείς οι γυναίκες δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να φοράμε κόκκινο κραγιόν παρά μόνο εάν αρέσει στον άντρα που αγαπάμε. Έστω κι αν αυτός έχει φύγει από τη ζωή μας. Διότι έχει φύγει, απλώς, από τη ζωή μας. Όχι από μέσα μας.
Addio signora Maria Rosa
26/10/2026 Βικτώρια Μακρή


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τα απρεπή, κακόβουλα και κακόγουστα σχόλια θα διαγράφονται. Επίσης στηρίζω τη θέση ότι η ελληνική γλώσσα είναι από μόνη της πολιτισμός, καθώς είναι η γλώσσα του Οδυσσέα Ελύτη και του Ομήρου. Τα greeeklish όχι.