Powered By Blogger

Translate

28 Μαΐου 2022

Ο Βενετσιάνος κύριος Τζίτζι και ο Δόγης - Διήγημα

Συνοικία Dorsoduro, Venezia


Ο Βενετσιάνος κύριος Τζίτζι και ο Δόγης

Διήγημα

Τον κύριο στη φωτογραφία τον είχα συναντήσει κάποτε στη Βενετία, στη συνοικία Ντορσοντούρο. Ήταν μια τυχαία συνάντηση. Κατοικούσα στο Μιλάνο τότε και είχα έρθει στη Βενετία για μια δουλειά για τρεις ημέρες μόνο και θα ξανάφευγα. Τον γνώρισα ένα μεσημέρι που πήγα για φαγητό σε μια Τραττορία. Τον έλεγαν Τζίτζι. Ήταν εκτιμητής έργων τέχνης και συνεργαζόταν με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης «Συλλογή Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ» που στεγάζεται στο Παλάτσο Βενιέρ Ντέι Λεόνι, ένα παλάτι του 18ου αιώνα, οικία της ίδιας της Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ για τριάντα χρόνια.

Ο κύριος Τζίτζι γοητευόταν πολύ από την κλασική βενετσιάνικη τέχνη, συγχρόνως όμως και από τα έργα των φουτουριστών και Αμερικανών μοντερνιστών της σχολής του κυβισμού, του σουρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού. Θα ‘θελε να είχε προλάβει χρονικά να συναντήσει προσωπικά την Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ, μου είχε πει στη μία και μοναδική συζήτηση που κάναμε, και ακόμα πιο πολύ να είχε την ευτυχία να αποτελεί μέλος του κοινωνικού της κύκλου όπως ο Αντρέ Μπρετόν, τον οποίο η κυρία Γκούγκενχαϊμ λάτρευε και θαύμαζε. «Τη φανταζόταν», μου είπε ο κύριος Τζίτζι, «να κάθεται αναπαυτικά σε μια πολυτελή γόνδολα, ντυμένη με κάποιο από τα αραχνοΰφαντα φορέματά της και τα ακριβά πέδιλα κάποιου Ιταλού σχεδιαστή, δίπλα της να είναι ξαπλωμένο το σκυλάκι της και να λέει στον γονδολιέρη: “Ο Μπρετόν, χρυσό μου! Ο αναρχικός, υπέροχος ποιητής μου! Πώς είπατε ότι λέγεστε;” να ρωτάει τον γονδολιέρη. “Μπρούνο, κυρία”, να απαντά η γονδολιέρης. “Λοιπόν, Μπρούνο, άκου τι έχει πει ο αγαπημένος μου Αντρέ: Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός. Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα’. Δεν είναι υπέροχο, Μπρούνο, αυτό που είπε ο Αντρέ μου;»

Ο κύριος Τζίτζι κατοικούσε σ’ ένα αρχοντικό στο Κάμπο Σάντα Μαργκερίτα, κοντά στα μπαράκια που συχνάζουν φοιτητές - κάτι ατμοσφαιρικοί μικροί χώροι που μυρίζουν Campari, καφέ espresso, και άρωμα με κεχριμπάρι Ντονατέλα Βερσάτσε στο λαιμό των κοριτσιών με τα εφαρμοστά κοντά φουστάνια και το ανέμελο γέλιο. Τα μεσημέρια έτρωγε στην Τραττορία της σινιόρας Παολίνα. Εκεί συναντηθήκαμε. Ήταν η τελευταία ημέρα, την επομένη θα έφευγα από τη Βενετία. Πήγα στη συγκεκριμένη Τραττορία για να φάω τις καταπληκτικές μαριναρισμένες σαρδέλες που μου είπαν στην πανσιόν ότι έφτιαχνε η σινιόρα Παολίνα. Βρεθήκαμε να καθόμαστε δίπλα – δίπλα. Μου έκανε εντύπωση που σηκώθηκε κάποια στιγμή, πήγε έξω από την πόρτα κι έσκυψε και χάιδεψε το σκυλάκι του που το είχε δεμένο εκεί. Ακούστηκε να του λέει τρυφερά: «δεν αργώ, θα φάω γρήγορα και μετά θα πάμε βόλτα, έτσι;» Εκείνο κουνούσε την ουρίτσα του και τον κοίταζε αμίλητο στα μάτια. 

Ήρθε και ξανακάθισε στη θέση του. Σοβαρός, με το κουστούμι του, με τους ευγενείς τρόπους που έτρωγε το ριζότο με θαλασσινά κι έπινε με στητή πλάτη το λευκό κρασί του.

«Φαίνεται να το αγαπάτε πολύ το σκυλάκι σας!», του είπα αυθόρμητα χαμογελαστά.

Γύρισε και με κοίταξε. Χωρίς να είναι λερωμένο το στόμα του, πήρε τη λευκή πετσέτα και άγγιξε απαλά τα χείλη του. Μετά μου μίλησε.

«Τα ζώα είναι έργα τέχνης, κυρία μου. Κι εγώ την τέχνη την αγαπώ πολύ. Τζίτζι ντε Κάρλι. Σύμβουλος εξπρεσιονιστικής ζωγραφικής και γλυπτικής στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ», συστήθηκε. «Θα χαρώ μετά το φαγητό, και αν έχετε ελεύθερο χρόνο, να κάνουμε μια βόλτα μέχρι τη γέφυρα της Ακαδημίας όπου εκεί πίνω τον καφέ μου. Ο Δόγης, ο σκύλος μου, είναι ήσυχος. Δεν ενοχλεί».

«Ευχαρίστησή μου!», του είπα. «Δόγη, λοιπόν, λένε τον σκύλο σας».

«Γέννημα θρέμμα Βενετσιάνος, πώς αλλιώς να τον ονόμαζα», μου είπε και συνέχισε: «Όπως όλα τα ζώα είναι κι αυτός, ως σκύλος, ένας εικαστικός στοχασμός μέσα στη ζωή, τοποθετεί την παρουσία του δίπλα στον άνθρωπο συμμετέχοντας ενεργά στα καθημερινά δρώμενα. Installation, την έχουν αποκαλέσει από το ’60 την καλλιτεχνική αυτή ιδέα…»

Με τον κύριο Τζίτζι και τον Δόγη κάναμε μια μεγάλη βόλτα μετά το φαγητό στα στενά και στα κανάλια της Βενετίας. Διασχίσαμε τη Φονταμέντα Γκεραρντίνι δίπλα στο Ρίο Σαν Μπαρνάμπα, περάσαμε από το Κάλλε Ντέι Τσερκιέρι, φτάσαμε στην Πινακοθήκη της Ακαδημίας και καταλήξαμε στο Μπαρ Φοσκαρίνι που βρίσκεται άκρη – άκρη στη μεγάλη γέφυρα της Ακαδημίας, με τα τραπεζάκια του δίπλα ακριβώς στο Μεγάλο Κανάλι. Ο κύριος Τζίτζι πρότεινε να πιούμε Digestivo, το αλκοολούχο χωνευτικό ποτό που πίνουν οι Ιταλοί μετά το φαγητό. Συμφώνησα και του είπα να προτείνει όποιο ήθελε. Παρήγγειλε ένα υπέροχο Λιμοντσέλο, ή Λιμοντσίνο όπως το λένε στη Βόρεια Ιταλία, ένα λικέρ από ξύσμα λεμονιών, που φτιάχνουν ακόμα και στα σπίτια οι Ιταλοί, και παράγεται κυρίως στη Νότια Ιταλία στις περιοχές της ακτής Σορρέντο - Αμάλφι, στον κόλπο της Νάπολης και του Σαλέρνο. Εκεί, το ηφαιστειακό υπέδαφος, ευνοεί την ποικιλία που καλλιεργείται στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς η φλούδα των λεμονιών είναι πλούσια σε αρώματα και αιθέρια έλαια. Στην παρασκευή του πολλές φορές προστίθεται και βασιλικός. Άκουσα τον κύριο Τζίτζι να παραγγέλνει Λιμοντσέλο Βίλλα Μάσσα - Villa Massa• και ήταν ίσως, το ωραιότερο Λιμοντσέλο που έχω πιεί.

Προσπάθησα να καταλάβω αν μου έκανε φλερτ. Όχι, δεν έκανε. Θύμιζε αυτούς τους επιβάτες στα τρένα που κατά τη διάρκεια μιας δίωρης διαδρομής πιάνουν κουβέντα με τον συνεπιβάτη τους και του λένε όσα δεν έχουν πει ποτέ σε φίλο, ίσως επειδή ο συνεπιβάτης θα κατέβει στον επόμενο σταθμό και θα χαθεί στο πλήθος μαζί με όσα θα έχει ακούσει. Κάθε τόσο έβγαζε από την τσέπη του άγλυκα μπισκότα και έδινε στον Δόγη που είχε κουλουριαστεί στα πόδια του, κοίταζε το κανάλι, τους περαστικούς, τις γόνδολες, εμένα, και ξανά το κανάλι, τους περαστικούς, τις γόνδολες, συγχρόνως κάπνιζε, συγχρόνως έπινε το Λιμοντσέλο του και φαινόταν απλώς να απολαμβάνει τη στιγμή. Μου άρεσε που για κάποιο λόγο με είχε επιλέξει για συντροφιά του.

«Ώστε αύριο φεύγετε κιόλας από τη Βενετία, είπατε. Επιστρέφετε στο Μιλάνο».

«Μάλιστα. Ήρθα μόνο για να πάρω κάποια έγγραφα από το δημαρχείο για λογαριασμό μιας φίλης που είναι άρρωστη και δεν μπορούσε να έρθει και ξαναφεύγω. Πανέμορφη η Βενετία σας! Εσείς, Βενετσιάνος είστε;»

«Γεννήθηκα σ’ ένα αναγεννησιακό αρχοντικό στο Μεγάλο Κανάλι, κυρία Βιττόρια. Η μητέρα μου ήταν κοντέσα και μοναχοπαίδι. Η οικογένειά της, με τίτλους ευγενείας όλοι, είχε ένα από αυτά τα Παλάτσι που βρίσκονται κατά μήκος του Μεγάλου Καναλιού. Ερωτεύτηκε τον πατέρα μου που ήταν ο κηπουρός στο Παλάτσο. Παντρεύτηκαν παρά τις αντιρρήσεις των παππούδων μου. Ένα χρόνο αργότερα γεννιόμουν εγώ και συγχρόνως ο πατέρας μου έχανε στο καζίνο του Λίντο το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της μητέρας μου. Οι παππούδες μου πέθαναν λίγους μήνες αργότερα, με διαφορά μερικούς μήνες, από βαρύ εγκεφαλικό και οι δύο. Λίγο μετά τον θάνατό τους χανόταν στην πόκα ολόκληρο το Παλάτσο στο Μεγάλο Κανάλι. Σώθηκε μόνο ένα τριώροφο αρχοντικό στο Κάμπο Σάντα Μαργκερίτα, το σπίτι που μένω, η μόνη οικογενειακή περιουσία που μπόρεσε η μητέρα μου και γλύτωσε από το πάθος του πατέρα μου για τζόγο, χάρη στην οποία μπορώ και έχω σήμερα ένα σεβαστό εισόδημα. Κατοικώ στον τελευταίο όροφο και τα δύο πρώτα πατώματα τα ενοικιάζω κυρίως σε υπαλλήλους  Προξενείων. Διότι, μη νομίζετε ότι η δουλειά στο Μουσείο θα μου επέτρεπε να ζω με την οικονομική άνεση που ζω αυτή τη στιγμή. Σας κουράζω, μήπως;»

«Όχι! Καθόλου! Σας ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον».

Ήπιε λίγο Λιμοντσέλο, έδωσε μπισκότο στον Δόγη, άναψε κι άλλο τσιγάρο και συνέχισε.

«Οικογένεια δεν ευτύχησα να κάνω. Ερωτεύτηκα κάποτε μια πανέμορφη κοπελίτσα δέκα εφτά χρόνων. Για ένα χρόνο κρατούσαμε κρυφή τη σχέση μας επειδή ήταν ανήλικη και δεν ήθελα να αισθανθούν άσχημα οι γονείς της. Εγώ ήμουν δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Ήταν Αμερικανίδα. Οι γονείς της είχαν έρθει στη Βενετία για να κάνουν επενδύσεις, σκόπευαν να αγοράσουν ένα αρχοντικό που είχαν δει σε μεσιτική εταιρεία που δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα και να το μετατρέψουν σε ξενοδοχείο, και κατόπιν να έφευγαν ξανά για το Λος Άντζελες - εκεί έμεναν. Στα γενέθλιά της όταν θα έμπαινε στα δέκα οκτώ, έκανε ένα μεγάλο πάρτι και κάλεσε και μένα. Ήθελε να με γνωρίσει στους γονείς της. Πήγα. Έλαμπε ολόκληρη! Το πάρτι ήταν πλούσιο, στο τραπέζι είχαν καραβίδες και κρασί Μοσκάτο Μπιάνκο από την κοιλάδα της Αόστα στις Άλπεις, στα σύνορα με την Ελβετία. Ο πατέρας της ήταν αρκετά μεγάλος, κατάλαβα ότι η μητέρα της θα πρέπει να τον είχε παντρευτεί για τα χρήματά του. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα η μητέρα της, τριάντα εννέα ετών τότε, που έμοιαζε με αυτές τις ξανθές υπεροπτικές γόησσες του Χόλυγουντ.

»“Ώστε, είσαι ερωτευμένος με την κόρη μου”, μου είπε κάποια στιγμή με βλέμμα που γυάλιζε από το αλκοόλ. Χαμογέλασα αμήχανα. “Σου έχει δείξει φωτογραφίες της μικρή; Την έχεις δει όταν ήταν μαθήτρια στο Λος Άντζελες; ” “Όχι”, της είπα. Με έπιασε από το χέρι και με πήγε στο βάθος του διαδρόμου. Ανεβήκαμε στον επάνω όροφο που ήταν οι κρεβατοκάμαρες. Μπήκαμε σε μία κι έκλεισε πίσω μας την πόρτα. Την κλείδωσε. Πήγε στο παράθυρο και άνοιξε τη βαριά κουρτίνα. Το βενετσιάνικο φως από το Μεγάλο Κανάλι γέμισε το χώρο. Το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο με αναγεννησιακούς πίνακες και κρύσταλλα Μουράνο. Υπήρχαν παντού βάζα με λευκές ορχιδέες. Στάθηκε μπροστά στο φως και έβγαλε όλα της τα ρούχα. Έμεινε ολόγυμνη. “Μου αρέσεις”, μου είπε. “Η κόρη μου έχει καλό γούστο. Αλλά είσαι κάπως μεγάλος γι’ αυτήν. Δεν ξέρω τι θα κάνεις μαζί της, άλλωστε είναι ενήλικη πια, αλλά με εμένα θέλω να ξέρω πως θα σε βλέπω τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα. Κάποτε θα φύγω με την οικογένειά μου και θα επιστρέψω στην Αμερική. Αυτό σημαίνει ότι κάποια μέρα θα διακόψεις για πάντα και με την κόρη μου και με μένα. Έχεις καταλάβει τι ακριβώς σου είπα ή να το επαναλάβω;”»

Ο κύριος Τζίτζι με κοίταξε με ένα πικρό χαμόγελο. «Δεν είστε παράξενες μόνο εσείς οι γυναίκες, είμαστε και εμείς οι άντρες παράξενοι…»

Αναστέναξε, ήπιε μια μεγάλη γουλιά Λιμοντσέλο, χάιδεψε τον Δόγη στα πόδια του και συνέχισε να μου μιλάει.

«Δεν ξέρω γιατί σας μιλώ για τόσο προσωπικά μου θέματα, κυρία Βιττόρια», είπε μετά. «Με γοητεύει όμως να συναντώ στο δρόμο μου μια άγνωστη κυρία, να την καλώ για ένα Λιμοντσέλο, εκείνη να δέχεται και με χαρά να διαπιστώνω πόσο καλή ακροάτρια είναι. Για μένα, το να ξέρει ο άνθρωπος να είναι καλός ακροατής του συνανθρώπου του, είναι προτέρημα. Είναι χάρισμα, θα έλεγα καλύτερα. Όπως άλλοι γεννιόνται με το ταλέντο της μουσικής ή του αθλητισμού, κάποιοι άλλοι γεννιόνται με το ταλέντο να ακούνε τον συνάνθρωπό τους να μιλάει».

Του χαμογέλασα. «Πέστε μου για τις Αμερικανιδούλες σας», του είπα. «Ανυπομονώ για τη συνέχεια».

«Οι Αμερικανιδούλες μου… Τι τρυφερά το θέσατε! Η μαμά ήταν η Κάρολ και η κόρη η Μισέλ. Η Κάρολ ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες που έχω δει μέχρι και σήμερα. Έκανα ερωτική σχέση και με τις δύο. Με κάποιο ανεξήγητο τρόπο τις ερωτεύτηκα και τις δύο. Η μικρή, η Μισέλ, ήταν τρυφερή και αθώα. Ήμουν ο πρώτος της άντρας. Ένα αγγελούδι που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από πίνακα του Μποτιτσέλι. Η Κάρολ ήταν ο διάολος. Είχα κολαστεί μαζί της. Κάποιες φορές με απειλούσε ότι θα με παρατήσει γιατί είχε κουραστεί μαζί μου και αυτή η απειλή της με τρέλαινε• ήμουν διατεθειμένος ακόμα και να την πληρώνω για να μπορώ την έχω. Και είχα διχαστεί. Ακόμα και σήμερα δεν θα μπορούσα ποτέ να καταλήξω ποια από τις δύο θα επέλεγα εάν έπρεπε για κάποιο λόγο να επιλέξω μία από τις δύο.

»Σχεδόν δυο χρόνια κράτησε η σχέση μου με τις δύο, όσο δηλαδή έμεινε η οικογένεια στη Βενετία για τις εμπορικές δουλειές του πατέρα με την μεσιτική εταιρεία επενδύσεων. Η μικρή δεν κατάλαβε ποτέ την παράλληλη ερωτική σχέση που είχα με τη μητέρα της. Χάρις, όμως, στην Κάρολ, ήρθα σε επαφή με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Γκούγκενχαϊμ, με το οποίο εξακολουθώ και συνεργάζομαι μέχρι σήμερα. Είχε γνωριμίες παντού και με βοήθησε. Εγώ είχα τελειώσει την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βενετίας και μετά πήγα στη Γλασκώβη, στη διάσημη Σχολή Τέχνης• πήρα πτυχίο στο Master of Fine Art. Επιστρέφοντας στη Βενετία άρχισα να στέλνω βιογραφικά σε διάφορα Μουσεία ενώ συγχρόνως δούλευα για κάποια χρόνια ως διακοσμητής σε ανακαινίσεις ξενοδοχείων. Η γνωριμία μου όμως με την Κάρολ μού άνοιξε την καλύτερη πόρτα που θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ.  Όταν έφυγε για την Αμερική δεν έδειξε να στενοχωριέται που με έχανε. Είχε και στο Λος Άντζελες εραστές, μου είπε• δεν θα έπληττε… Η Μισέλ, στην αρχή έκλαψε, μετά μου έστελνε γράμματα και μου έγραφε πόσο χαρούμενη είναι που τα σεμινάρια σχεδίου που παρακολούθησε στη Βενετία εσωτερικής αρχιτεκτονικής, της έδωσαν προοπτικές να εργαστεί σε πολύ καλά αρχιτεκτονικά γραφεία στην πατρίδα της. Μέχρι που αραίωσαν τα γράμματά της και κάποια στιγμή τις έχασα και τις δύο. Έχω να μάθω νέα τους από τότε. Δεν ξέρω αν ζουν ή έχουν πεθάνει…

»Δεν μπορώ να πω ότι μου έλειψαν αυτές οι δύο ιδιαίτερα. Ήδη εργαζόμουν στη Συλλογή Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ και είχα παθιαστεί με τη δουλειά μου. Ο μεγάλος μου πάντα καημός ήταν που δεν πρόλαβα να γνωρίσω προσωπικά την σπουδαία συλλέκτρια τέχνης, Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ. Με γοήτευαν πάντα οι αντισυμβατικοί άνθρωποι• ο πατέρας της υπήρξε ένας από τα θύματα του ναυαγίου του Τιτανικού, η ίδια έζησε την έξαρση του αντισημιτισμού της εποχής εκείνης, γνώρισε την γκετοποίηση των Εβραίων της Νέας Υόρκης ακόμα και της εβραϊκής ελίτ, η φυγή της μετά στο Παρίσι, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Λονδίνο, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, εραστές, η λατρεία της για την τέχνη. Η επιλογή της εντέλει, της Βενετίας, ως μόνιμης κατοικίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 1979, που πέθανε. Και το κυριότερο, η τεράστια παρακαταθήκη τής Συλλογής έργων τέχνης. Λυπάμαι που δεν την πρόλαβα ζώσα… Θα μου ταίριαζε ο χαρακτήρας της. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ανακαλύπτουν στην τέχνη την κρυμμένη οντότητα του κάλλους, με ιντριγκάρουν με έναν ανεξήγητο τρόπο…

»Δεν είχα έκτοτε, κυρία Βιττόρια, ερωτική σχέση. Επίσης, δεν ξέρω γιατί δεν με απασχόλησε ποτέ να κάνω οικογένεια. Μόνο το σεξ υπήρχε στη ζωή μου και μάλιστα σε βαθμό υπέρβασης. Αρκεί να σας πω ότι έρχονταν στο σπίτι μου φοιτητές και φοιτήτριες από όλο το φάσμα της καλλιτεχνίας για να μου δείξουν έργα τους και να προωθήσω τη δουλειά τους σε κάποιο μουσείο, και συνήθως έρχονταν ως γκρουπ, πεντ’ έξι άτομα. Έβαζαν κλασική μουσική να ακούγεται, χαμήλωναν τα φώτα και γδυνόντουσαν. Άρχιζαν να κάνουν χορογραφία με την κλασική μουσική ολόγυμνοι, με ξυρισμένα κορμιά αλειμμένα με χρυσόσκονη. Έμοιαζαν με έργο τέχνης που κινείται αργά στο χώρο, που άλλοτε θύμιζε μια μεταφυσική ύπαρξη που μπορεί και να σε τρόμαζε και άλλοτε θύμιζε ον  θεϊκό που εμφανίστηκε για να σου γαληνέψει την ψυχή. Το ονόμαζαν ‟Εγκατάσταση Έρωτα και Φωτός” το χοροδρώμενό τους και συνήθως διαρκούσε αρκετή ώρα.

»Εγώ καθόμουν στην πολυθρόνα και τους κοίταζα. Η αλήθεια είναι πως τους απολάμβανα. Τους έβλεπα ξαπλωμένους στο μεταξωτό χαλί, ένα μέτρο από τα πόδια μου, να κάνουν έρωτα μπροστά στα μάτια μου, να μπερδεύονται τα αγορίστικα με τα κοριτσίστικα κορμιά, σχεδόν να μοιάζουν με πραγματική χορογραφία οι ερωτικές κινήσεις τους και να ολοκληρώνουν με αληθινή ανάσα οργασμού.

»Με κάποια από αυτά τα κορίτσια έκανα ερωτική σχέση και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξω εγώ. Ήμουν το μέσο τους για να μπουν στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Βενετίας. Έτσι με έβλεπαν. Το ήξερα. Και με γοήτευε που έκαναν τα πάντα για να με ‟λαδώσουν”. Δύο από τις κοπέλες με τις οποίες σχετίστηκα ήσαν αδελφές. Σε αυτές άρεσε η  τζαζ και εγώ στο σπίτι μου έχω πάντα αυτό το κλασικό στερεοφωνικό πικ απ και πολλούς δίσκους βινυλίου που για μένα οι συγκεκριμένοι δίσκοι θα έπρεπε να αποτελούν κομμάτια της παγκόσμιας μουσικής κουλτούρας και να εκτίθενται σε ειδικό μουσειακό χώρο. Έβαζαν λοιπόν τζαζ, συνήθως Τζορτζ Μπένσον, και με πλησίαζαν. Με έγδυναν και οι δύο, με χάιδευαν και οι δύο, έρχονταν πάνω μου και οι δύο. Κάποια φορά σχεδόν με παρακάλεσαν να δεχτώ να κάνω έρωτα με ένα αγόρι που με είχε ερωτευτεί. Μπλοκαρίστηκα στην αρχή. Δεν ήξερα αν θέλω. Μετά μπήκα στον πειρασμό και δέχτηκα… Για κάνα μήνα περίπου είχα και τα τρία παιδιά στο σπίτι μου• πότε γδύνονταν και τα τρία και έκαναν έρωτα μπροστά μου πάνω στο χαλί οι τρεις τους, πότε έγδυναν εμένα και είχα έξι αυθάδη χέρια να με χαϊδεύουν παντού.

»Εντέλει, το αγόρι παντρεύτηκε τη μία από τις δύο αδελφές για να μην υποψιαστούν οι οικογένειές τους τη ζωή που έκαναν. Η κοπέλα έμεινε έγκυος από έναν ψαρά που γνώρισε στην αγορά του Ριάλτο. Εγκατέλειψε και αυτή και η αδελφή της την προοπτική να ασχοληθούν με την τέχνη και στράφηκαν στο πεδίο των επενδύσεων που ήταν η οικογενειακή επιχείρηση. Το αγόρι συνέχισε να είναι παντρεμένο με τη μία από τις δύο, να έχει αναγνωρίσει το παιδί της γυναίκας του ως δικό του και να μάλιστα έμαθα ότι αργότερα είχε εραστή τον εραστή της γυναίκας του, τον ψαρά, στον οποίο άρεσε να συνευρίσκεται ερωτικά ταυτόχρονα και με τους δύο… Κάποια άλλα παιδιά, από αυτά που έρχονταν στο σπίτι μου, ασχολήθηκαν σοβαρά με τη ζωγραφική και τη γλυπτική και έκαναν εκθέσεις στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη.

»Με τον καιρό όμως άρχισα να νοιώθω μεγάλη κούραση μέσα μου. Σαν να γερνούσα απότομα, σαν να περνούσε ένας χρόνος στα χαρτιά και δέκα από το σώμα μου. Δεν έβρισκα πλέον καμία ευχαρίστηση ούτε στη δουλειά ούτε στον έρωτα. Προφανώς, η ζωή που έκανα, είχε αρχίσει να επηρεάζει την ψυχική μου υγεία. Είχα διαταραχές στον ύπνο μου, έπινα αλκοόλ τάχα για να με βοηθάει να στέκομαι στα πόδια μου αλλά λίγο έλειψε να καταντήσω αλκοολικός. Έβγαζα έρπη κάθε έξι μήνες. Κάπου εκεί τα παράτησα όλα κι έφυγα από τη Βενετία. Πήγα στην Τοσκάνη και νοίκιασα ένα αγροτικό σπίτι έξω από τη Σιένα. Έμεινα τρία χρόνια. Θεραπεύτηκα από όλα αυτά στην μαγική Τοσκανέζικη γη. Το τοπίο εκεί είναι διαλογιστικό τοπίο. Είσαι εσύ και το μπλε του ουρανού. Και το φως. Και η ηρεμία του καθαρού αέρα. Τίποτα άλλο. Κοιμόμουν από τις δέκα το βράδυ κι έπινα μόνο ένα ποτήρι κόκκινο κρασί με τα μακαρόνια. Και αναθεώρησα, κυρία Βιττόρια, πολλά πράγματα. Είδα πως, τέχνη είναι το αλέτρι που οργώνει τη γη, το στάχυ στον ήλιο, οι απέραντοι αμπελώνες, οι κατακόκκινες παπαρούνες που χρωματίζουν ολόκληρη την πλαγιά ενός λόφου. Τέχνη είναι η μυρωδιά από το δενδρολίβανο και τη λεβάντα, ο ιδρώτας στο λαιμό της αγρότισσας που σε ρωτάει ευγενικά αν θες να σου φτιάξει εκείνη την υπέροχη μπριζόλα που φτιάχνουν στα μέρη της, την ‟μπιστέκα άλα φιορεντίνα”. Διότι εντέλει, τέχνη είναι να μπορείς να έχεις γαλήνη εντός σου, στην ψυχή σου.

»Τρία χρόνια μετά επέστρεψα στη Βενετία και έκτοτε μελετώ συγγράμματα για την τέχνη ως παιδαγωγικό πρωτεύον μάθημα στα σχολεία και γράφω βιβλία πάνω σε αυτό. Και συναναστρέφομαι μόνο με τον Δόγη. Τεράστιο έργο τέχνης οι σκύλοι! Γεννημένοι με την αρετή της αφοσίωσης και της συντροφικότητας. Πιστοί στη φιλία, με εκείνο το βαθύ βλέμμα που κανείς άνθρωπος δεν θα μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει και να περιγράψει με ακρίβεια τι είναι αυτό που σου λέει ένας σκύλος όταν σε κοιτάει για ώρα στα μάτια…»


Ο κύριος Τζίτζι σηκώθηκε. Φόρεσε το καπέλο του που το είχε αφήσει στο αδειανό κάθισμα και πήρε το χέρι μου. Το φίλησε. Ήταν σοβαρός και ίσως κάπως θλιμμένος, αλλά με εκείνη την αδιόρατη θλίψη που έχουν οι άνθρωποι που καταλαβαίνεις πως δεν απέκτησαν χωρίς εσωτερικό πόνο την ωριμότητα που τους διακρίνει.

«Θα ‘θελα, κυρία Βιττόρια», μου είπε, «να σας δώσω μια φωτογραφία μου, έτσι… για να θυμάστε αυτή τη στιγμή από το ταξίδι σας στη Βενετία. Οι φωτογραφίες για μένα, κυρίως οι μαυρόασπρες, είναι βουβές ταινίες μικρού μήκους. Ό,τι σας είπα για τον εαυτό μου με τόσα πολλά λόγια θα το ξαναδιαβάσετε σε αυτή η φωτογραφία μόνο με τη σιωπή της εικόνας της.

»Η ημέρα είναι βροχερή, κρατώ τον σκύλο μου αγκαλιά για να μην λερώνεται ως έργο τέχνης που είναι, φοράω τις γαλότσες - ενθύμιο που πήρα στην Φλωρεντία, το κασμιρένιο παλτό μου, στον ώμο κρέμεται το δερμάτινο σακίδιο με σχέδια και ιδέες για την επόμενη Μπιενάλε, στο στόμα έχω αφήσει να υπάρχει ένα τσιγάρο αναμμένο και κατευθύνομαι στο σπίτι. Μόνος και μοναχικός, με μόνη συντροφιά τον Δόγη και μια Βενετία έξω από τα μεγάλα παράθυρα του αρχοντικού να μοιάζει με σκηνικό αναγέννησης για φουτουριστικές παραστάσεις με έργα κυβισμού και σουρεαλισμού.

»Είμαστε παρατηρητές της ίδιας μας της φθοράς της ύλης, κυρία Βιττόρια. Μέρα τη μέρα το σώμα μας αποσυντίθεται με τον ίδιο τρόπο που διαβρώνεται η Βενετία από τη λιμνοθάλασσα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής της. Εάν κάτι μπορούμε να το δούμε ως αέναο στο χρόνο και τον τόπο είναι το πνευματικό πεδίο τού είναι μας, που ως μη υλικό, δεν υπόκειται στη φθορά της ύλης…»

Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε τη φωτογραφία που ήθελε να μου χαρίσει και την άφησε πάνω στο τραπέζι. Απομακρύνθηκε σιωπηλός, και αγέρωχος. Τον παρακολουθούσα μέχρι που ανέβηκε στη γέφυρα της Ακαδημίας και χάθηκε μαζί με τον Δόγη στην απέναντι πλευρά.

 

Κοίταξα τη φωτογραφία. Ήταν ό,τι ακριβώς μου περιέγραψε. Μια βροχερή μαυρόασπρη Βενετία με έναν κύριο που βαστάει στην αγκαλιά του ένα σκυλάκι κι έχει στο στόμα του αναμμένο τσιγάρο. Και κάπου πάει. Ή κάπου επιστρέφει…

Μια φωτογραφία που την είδα στο internet  και, κοιτώντας την αρκετά - γιατί κάτι σε αυτή μού άρεσε υπερβολικά - άρχισα να γράφω αυτό το διήγημα. Διότι βέβαια, η συγκεκριμένη ιστορία είναι καθαρά προϊόν φαντασίας. Μια μυθοπλασία που την εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα που είδα στο διαδίκτυο, όπως μου συμβαίνει αρκετά συχνά με άγνωστες εικόνες που κατά καιρούς βλέπω. Η φωτογραφία βέβαια επεξεργάστηκε στο πρόσωπο του κυρίου για να μην διακρίνονται καθαρά τα χαρακτηριστικά του, καθώς νομίζω ότι αυτό είναι το σωστό. Μου άρεσε δε τον άγνωστο αυτόν κύριο να τον ονομάσω Τζίτζι, το σκυλάκι του Δόγη, ήθελα να είναι εκτιμητής έργων τέχνης και να έχει ζήσει κάπως έτσι. Επίσης μου άρεσε, στη φανταστική συνομιλία μαζί του, να με αποκαλεί σινιόρα Βιττόρια…




Peggy Guggenheim
Παρίσι, περίπου το 1930



18 Απριλίου 2022

Το όνομά της ήταν Λουλούδα - Διήγημα

 


Sir William Russell Flint, Green Slippers



                                Το όνομά της ήταν Λουλούδα 

                                                      

                                                        Διήγημα

 

  

 

Την έλεγαν Λουλούδα, βαφτισμένη Λουλούδω. Καταγόταν από τη Θύμαινα, το νησάκι κοντά στους Φούρνους, στο Ανατολικό Αιγαίο. Εκεί, της είχε πει η μητέρα της, είχε έρθει η οικογένειά της από τη Μικρά Ασία. Λουλούδω ήταν το όνομα της Μικρασιάτισσας γιαγιάς, έτσι βάφτισαν και την εγγονή• «αλλά και πάλι Λουλούδω θα σε βάπτιζα», της είχε πει η μητέρα της, «γιατί είχα διαβάσει μικρή το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού ‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’ και μου άρεσε πολύ ο στίχος που λέει:

                      Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
                       Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
                      Κι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
 Τι ωραίες κουβέντες που βρίσκουν οι ποιητές, Θεέ μου!», συνέχισε να λέει η μητέρα της. «Είπα πως, όταν παντρευτώ και κάμω κοριτσάκι, θα το βαφτίσω Λουλούδα! Ο Σολωμός μού έμαθε μια πανέμορφη  λέξη!»

Από τη Θύμαινα έφυγαν αρχές του ‘70 και ήρθαν στην Αθήνα. Οικονομικοί μετανάστες. Ο πατέρας της βρήκε δουλειά στην Κεντρική  Δημοτική Αγορά, τη Βαρβάκειο. Η μάνα της ήταν ράφτρα. Ήταν πολύ καλή ράφτρα. Είχε πάρει την τέχνη από τη Μικρασιάτισσα μητέρα της, τη Λουλούδω. Η μικρή Λουλούδα όταν έφυγαν από τη Θύμαινα ήταν πέντε χρονώ κοριτσάκι. Ήταν ντροπαλό παιδί και λιγομίλητο. Στο σχολείο δεν είχε καλή απόδοση κι αργότερα στο γυμνάσιο, όταν πέρασε και την τρίτη τάξη, είπε στους γονείς της ότι ήθελε να σταματήσει και να καθίσει δίπλα στη μητέρα της να μάθει ραφτική. Εκείνοι, δέχτηκαν. Η φιλόλογος του γυμνασίου, όταν ενημερώθηκε ότι η Λουλούδω δεν θα συνέχιζε το σχολείο, είχε καλέσει τη μητέρα της και της είχε πει: «καλό παιδί, η κόρη σας. Είναι ήσυχη και φρόνιμη. Δεν έχει μεγάλη έφεση στα γράμματα αλλά δεν πειράζει. Έχει μια ψυχική καλοσύνη δική της, αυτοδίδακτη. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι που την παρατηρούσα να κάθεται πάντα λίγο πιο πέρα από τις συμμαθήτριές της. Ποτέ με μεγάλες παρέες. Συνήθως, ήταν μόνη. Σαν να ήθελε να στέκεται απέναντι από τη ζωή και όχι μέσα στη ζωή. Σαν να ήθελε να κοιτάει τους άλλους από τη θέση του θεατή που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση χωρίς ο ίδιος να λαμβάνει μέρος σε αυτήν την παράσταση. Καλό κορίτσι, η Λουλούδω. Θα τη θυμάμαι σαν τη μαθήτρια που σταύρωνε τα χέρια της πάνω στο θρανίο και καθόταν απέναντί μου ήσυχη και ήσυχη επίσης απέναντι από τη φασαρία του διαλείμματος στην αυλή. Καλή τύχη, να έχει…»

Αν κάτι αγαπούσε η Λουλούδα πολύ ήταν η θάλασσα, ιδίως όταν έβρεχε και ήταν φουρτουνιασμένη. Η θάλασσα τής έλειπε στη νέα γειτονιά που ήρθαν. Βρήκαν σπίτι στα Μυκονιάτικα, τη συνοικία των Αγίων Αναργύρων. Η μικρή μονοκατοικία που νοίκιασαν θύμιζε τη γειτονιά του νησιού της. Είχε πράσινη σιδερένια αυλόπορτα, τσιμεντένια αυλή με γλάστρες από τενεκέδες λαδιού και σκεπή με κεραμίδια. Χαμηλό σπιτάκι ήταν, με τρία δωμάτια, σόμπα στο χωλ και μωσαικό στα πατώματα. Αλλά δεν είχε θάλασσα κοντά του. Στο νησί, τη θάλασσα την έβλεπε από το παράθυρο της κουζίνας, την είχε ακριβώς απέναντί της. Στο σπιτάκι στα Μυκονιάτικα, από το παράθυρο της κουζίνας έβλεπε δυο τενεκέδες λαδιού που είχαν γίνει γλάστρες, με κόκκινα γεράνια ο ένας, κι ένα κοράλλι ο άλλος.

Η Λουλούδα έσκυβε το κεφάλι στα υφάσματα και έραβε αμίλητη. Ήσυχη, όπως είχε πει η φιλόλογος στη μητέρα της. Τα δάχτυλά της έπιαναν με καλοσύνη το ρούχο, σαν να ήταν έργο τέχνης που τους πρέπει σεβασμός, κι έφτιαχνε φουστάνια που τα έβλεπαν οι πελάτισσες και έλαμπαν τα μάτια τους. Στα χρόνια που έραβε, έφτασε να ράβει μέχρι και νυφικά, όχι πολύπλοκα αλλά από αραχνοΰφαντα υφάσματα και τούλια, σχεδόν παραμυθένια. Είχε γίνει η αγαπημένη μοδίστρα σε ολόκληρη την περιοχή των Αγίων Αναργύρων και πιο πέρα ακόμα• τη γνώριζαν και στον Πειραιά, είχε πλούσιες πελάτισσες που έμεναν στην Καστέλα.

Η ίδια, όμως, νυφικό δεν φόρεσε ποτέ.

Αγάπησε κάποτε έναν Ιταλό. Τον Σιμόνε. Τον γνώρισε ένα πρωί στον Πειραιά, στην αποθήκη υφασμάτων που πήγαινε για τα υφάσματά της. Θα ‘ταν είκοσι έξι χρονώ κοπέλα. Εκείνος είχε πάει στην αποθήκη για να αγοράσει κόκκινο καρό ύφασμα να φτιάξει τραπεζομάντιλα για το μαγαζί του. Είχε έρθει πριν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα και μ’ έναν φίλο του Έλληνα είχαν ανοίξει συνεταιρικά μια ιταλική Trattoria κοντά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Εκείνο το διάστημα θα άλλαζαν τη διακόσμηση του μαγαζιού και θα έβαζαν καινούργια τραπεζομάντιλα. Δεν ήθελαν να αγοράσουν έτοιμα• προτιμούσαν να διαλέξουν το ύφασμα μόνοι τους και να το δώσουν σε μοδίστρα να τους το ράψει. Και βέβαια, τα κόκκινα καρό τραπεζομάντιλα της τρατορίας του Σιμόνε, τα έραψε η Λουλούδα.

Τους σύστησε ο μαγαζάτορας, εκείνη την ημέρα. «Αν ψάχνετε για μοδίστρα να σας ράψει τα τραπεζομάντιλα», είπε στον Σιμόνε, «να σας γνωρίσω μία από τις καλύτερες μοδίστρες μας. Είναι πελάτισσά μου. Την ξέρω από μικρή. Η Λουλούδα μας».

Γύρισε ο Ιταλός στη Λουλούδα, της χαμογέλασε και της έδωσε το χέρι του. Η Λουλούδα έκανε το ίδιο. Ήταν ψηλότερός της. Σήκωνε τα μάτια και τον κοίταζε και κοκκίνιζε. Έπιασαν κουβέντα. Της ζήτησε να περάσει από την τρατορία μία από τις επόμενες ημέρες, να πάρει τα μέτρα για τα τραπεζομάντιλα. Έτσι γνωρίστηκαν.

Ήταν από την Τοσκάνη ο Σιμόνε, από ένα χωριό περίπου τριάντα χιλιόμετρα έξω από την Πίζα. Santa Luce, το όνομά του - Άγιο Φως, στα ελληνικά. «Είναι γεμάτο σιτάρι και σιωπή το χωριό μου», της είπε ο Σιμόνε, «γεμάτο φως και γαλήνη. Τον Ιούνιο ανθίζουν τα χωράφια με τις λεβάντες, η εικόνα τους σε μαγεύει. Λίγο πιο πέρα είναι η Όαση Santa Luce, ένας υγρότοπος που σταματούν τα πουλιά που ταξιδεύουν στην Αφρική για να πιούν νερό. Δεν είναι τυχαίο το όνομα του χωριού μου, μικρή μου Λουλούδα… Η ηρεμία είναι διάχυτη στην περιοχή, σαν να βρίσκεσαι ολόκληρος μέσα σ’ ένα φως που σε ξεκουράζει. Μάλιστα η περιοχή αυτή επιλέχτηκε για να δημιουργηθεί εκεί ένα βουδιστικό κέντρο Θιβετιανού Βουδισμού στο οποίο έχει έρθει κάποιες φορές και έχει διδάξει ο Δαλάι Λάμα. Και μόνο η καθαρή φύση του τοπίου είναι ύψιστος διαλογισμός. Θα ‘θελα να πάμε μαζί κάποια φορά. Εγώ, πηγαίνω κάθε χρόνο. Οι γονείς μου είναι αγρότες• ο πατέρας μου ασχολείται με τις ελιές και η μητέρα μου με την παραγωγή μελιού. Ίσως να ήμουν κι εγώ αγρότης αν δεν μου έκανε την πρόταση ο φίλος μου ο Έλληνας να έρθω στον Πειραιά και να ανοίξουμε μια ταβέρνα. Ευτυχώς, το μαγαζί πήγε καλά και δεν το μετάνιωσα που έφυγα από τα χωράφια…»

Επτά χρόνια έμεινε με τον Σιμόνε η Λουλούδα. Σιωπηλή και ερωτευμένη. Δεν του μίλαγε για τα όνειρά της. Άλλωστε, δεν είχε πολλά όνειρα. Υπήρχαν φορές μάλιστα που δεν είχε καθόλου όνειρα. Της αρκούσε μόνο να έχει τη δουλειά της, να ράβει όμορφα φορέματα για τα κορίτσια που της ζητούσαν κάτι ξεχωριστό για τον καλό τους, της αρκούσε να μπορεί να φροντίζει τους γονείς της και να συναντιέται με τον Σιμόνε στο σπίτι του στην Καλλίπολη. Εκεί έμενε αυτός. Συνήθως πήγαινε στο σπίτι του τη Δευτέρα που η τραττορία ήταν κλειστή. Της άρεσε να του αγοράζει γλάστρες για το μπαλκόνι του και να φυτεύει σε αυτές αρωματικά φυτά. Τον πρώτο χρόνο της γνωριμίας τους, στην επέτειό τους, του είχε φέρει μια λεμονιά. Εφτά χρόνια αργότερα, η λεμονιά είχε γίνει ολόκληρο δένδρο.

«Δεν θα παντρευτείτε, κοριτσάκι μου;» τη ρωτούσε η μητέρα της.

«Δεν συζητάμε για γάμο, μαμά μου», της απαντούσε η Λουλούδα.

«Και τι λέτε; Τι συζητάτε; Περνάει ο καιρός, αγάπη μου…»

«Λέμε για την Τοσκάνη, μαμά μου, του λείπει πολύ το χωριό του, μου μιλάει συχνά για την πατρίδα του. Θέλει να πάμε να γνωρίσω τους γονείς του. Όπως μου το περιγράφει, το μέρος που γεννήθηκε θα πρέπει να είναι πολύ όμορφο».

«Αφού θέλει να σου γνωρίσει τους γονείς του, αυτό είναι καλό, σημαίνει ότι θέλει να κάνει τη σχέση σας πιο επίσημη».

«Δεν ξέρω μαμά μου τι θέλει, ειλικρινά. Ξέρεις ότι δεν τον ρωτάω».

«Φαίνεται καλό παιδί, Λουλούδω μου. Και εγώ και ο μπαμπάς τον συμπαθούμε. Όποτε έρχεται στο σπίτι μας η επίσκεψή του μας γεμίζει χαρά. Μακάρι να πάτε στην Τοσκάνη και να γυρίσεις να μου πεις ότι μιλήσατε για γάμο…»

Στο χωριό του, τη Santa Luce, πήγαν δύο φορές στη διάρκεια της σχέσης του. Εκείνος πήγαινε σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Είχε ανάγκη, της έλεγε, να φεύγει από τη φασαρία του λιμανιού του Πειραιά και να ξεκουράζεται για λίγες ημέρες στη γαλήνη του χωριού του και ότι αυτό το ταξίδι ήθελε να το κάνει μόνος. Το σεβόταν εκείνη. Δεν είχε αντίρρηση. Την πρώτη φορά που πήγαν μαζί ήταν άνοιξη και αργότερα ξαναπήγαν ένα χειμώνα. Όταν είδε το μέρος η Λουλούδα τού είπε ότι θα μπορούσε κάλλιστα να ζήσει εκεί για πάντα, ότι θα μπορούσε να μετακομίσει στο χωριό του και να έφευγε μόνο τα καλοκαίρια για να πηγαίνει στο νησάκι της, τη Θύμαινα. Ότι, ευχαρίστως θα μπορούσε να μοιράζεται τη ζωή της ανάμεσα στη Santa Lucia και τη Θύμαινα• θα  ήταν ευτυχισμένη. Δεν θα ήθελε τίποτ’ άλλο. Ο τόπος εκείνος της ταίριαζε. Είχε την ησυχία που άρεσε στην ψυχή της και τη γαλήνη που άρεσε στην καρδιά της να ταυτίζεται. Είχε απέραντη ομορφιά και μια ανεξήγητη θεία οσμή στον αέρα από καθαρότητα και αγνότητα. Η Λουλούδα όλη μέρα χανόταν στα χωράφια και τους αγρούς. Είχε ζητήσει από τους γονείς του Σιμόνε να της μάθουν τις αγροτικές δουλειές που έκαναν καθημερινά. Ο σινιόρ Μάρκο, ο πατέρας του και η σινιόρα Ροζαρίνα, η μητέρα του, με το χρυσό μέλι που έφτιαχνε με άρωμα τριαντάφυλλο. Γλυκύτατοι άνθρωποι. Αγρότες. Όμορφοι όπως η φύση που καλλιεργούσαν…

Η Λουλούδα ξυπνούσε σχεδόν χαράματα, έβγαινε στον κήπο και κοίταζε με δέος την ανατολή απέναντί της. Έπειτα ετοίμαζε το πρωινό για όλους και πήγαινε στο μποστάνι να ποτίσει το μάραθο, το σέλινο, τον κόλιανδρο και τις φράουλες πιο πέρα, που φύτευε η σινιόρα Ροζαρίνα. Θα ‘θελα να έχει οικογένεια σε αυτό τον τόπο, σε αυτούς τους αγρούς. Παιδιά να παίζουν στα χωράφια και σκυλιά να τρέχουν στο χωματόδρομο…

«Η κορούλα σας είναι καλό παιδί, αλλά είναι σαν να στέκεται πάντα δυο βήματα απέναντι από τη ζωή, σαν να μη θέλει να μπει μες στη ζωή και να τη ζήσει. Μοιάζει σαν να στέκεται λίγο πιο πέρα από τους ανθρώπους», θυμόταν να λέει η φιλόλογός της στη μητέρα της, την ημέρα που θα έφευγε για πάντα από το σχολείο. Εντέλει, όσο κι αν η Λουλούδα ήθελε παιδιά δικά της και σκυλιά να βλέπει να παίζουν στους χωματόδρομους δεν μίλησαν ποτέ για γάμο με τον Σιμόνε. Εκείνη ντρεπόταν να του το πει και εκείνος δεν είχε θίξει ποτέ αυτό το θέμα.

Εφτά χρόνια αργότερα ξεκίνησε ένα απόγευμα να πάει στην τραττορία χωρίς να έχουν δώσει ραντεβού και χωρίς να το έχει σχεδιάσει από πριν. Ένοιωσε ξαφνικά την ανάγκη μα κάνει μια βόλτα στον Πειραιά• ήταν άνοιξη και ο καιρός ήταν γλυκός. Ήθελε να πει στον Σιμόνε να φύγει νωρίτερα από το μαγαζί αν μπορεί και να πάνε στην Καστέλα για παγωτό. Αυτό το απλό πράγμα. Ένα παγωτό στην Καστέλα με τον αγαπημένο της. Δεν ζητούσε πολλά.

Στάθηκε στο πεζοδρόμιο, στον κεντρικό δρόμο, ακριβώς απέναντι από την τραττορία και περίμενε να ανάψει το φανάρι πράσινο για τους πεζούς. Στο σημείο που στεκόταν η τραττορία ήταν ακριβώς μπροστά της. Πίσω από τη φωτισμένη τζαμαρία διέκρινε τον Σιμόνε. Καθόταν με μια κοπέλα σ’ ένα τραπέζι και της χάιδευε τα μαλλιά. Συγκεκριμένα, έβλεπε μια πολύ τρυφερή σκηνή ανάμεσά τους. Εκείνη πλησίαζε το πρόσωπό της κοντά του και τον φιλούσε πεταχτά στα χείλη και εκείνος χαμογελούσε να τη χάιδευε συνέχεια.

Το φανάρι άναψε πράσινο. Η Λουλούδα δεν πέρασε απέναντι. Δεν μπορούσε. Είχε μουδιάσει. Στεκόταν εκεί και είχε κολλήσει το βλέμμα στον Σιμόνε και στην κοπέλα. Άναψε κόκκινο το φανάρι, μετά ξανάναψε πράσινο για τους πεζούς, αλλά η Λουλούδα δεν κουνιόταν από τη θέση της. Πέρασαν αρκετά λεπτά. Για την ακρίβεια, πέρασε αρκετή ώρα. Το απογευματινό φως άρχισε σιγά – σιγά να σκουραίνει. Τότε μόνο έσκυψε το κεφάλι, γύρισε προς τα πίσω και απομακρύνθηκε. Πήγε στη στάση και πήρε το λεωφορείο για τους Αγίους Αναργύρους. Μπήκε στο σπίτι σιγά, οι γονείς της ήσαν στην κάμαρά τους. Κάθισε στη ραπτομηχανή της κι άρχισε μέχρι τα μεσάνυχτα να ράβει το φόρεμα που της είχε παραγγείλει η κυρία Δέσποινα, η γειτόνισσά της.

Τον Σιμόνε τον είδε τη Δευτέρα που πήγε στο σπίτι του.

«Τι έχεις;» της είπε εκείνος. «Σε βλέπω στενοχωρημένη».

«Σε είδα στην τραττορία να χαϊδεύεις μια κοπέλα», του είπε μουδιασμένα η Λουλούδα. «Είχα έρθει χωρίς να το έχουμε κανονίσει, για να σου πω να πάμε μια βόλτα. Αλλά δεν μπήκα στο μαγαζί μετά από αυτό που είδα. Έφυγα…»

Άργησε να μιλήσει εκείνος. Κοίταζε έξω από το παράθυρο.

«Είμαι ερωτευμένος μαζί της, Λουλούδα», της είπε σε λίγο. « Λυπάμαι… Δεν ήξερα πώς να στο πω. Τη γνώρισα εδώ στο μαγαζί, πριν έξι μήνες. Είχε έρθει με φίλες της να γιορτάσουν τα γενέθλιά της. Είναι από την Κολομβία. Είναι οικονομική μετανάστρια. Ήρθε στον Πειραιά πριν μερικά χρόνια, να βρει δουλειά. Βοηθάει εργαζόμενες μητέρες• κρατάει τα παιδιά, σιδερώνει ρούχα, πλένει, τα πηγαίνει σε παιδικές παραστάσεις. Αλλά θέλει να φύγει και να πάει στην Ιταλία να εργαστεί. Είναι ο αδελφός της εκεί. Στο Μιλάνο. Μετανάστης και αυτός. Θέλω να πάω μαζί της. Σκέφτομαι να ανοίξω ένα εστιατόριο στα περίχωρα του Μιλάνου, σε κάποια εργατική συνοικία. Εγώ, αυτή και ο αδελφός της. Θα πουλήσω το μερίδιό μου στην τραττορία στον συνέταιρό μου και θέλω να κάνω ένα καινούργιο ξεκίνημα στην Ιταλία. Άλλωστε, εκεί είναι η πατρίδα μου, θα είμαι και πιο κοντά στο χωριό μου. Το Μιλάνο απέχει περίπου τριακόσια χιλιόμετρα από την Τοσκάνη. Πας και αυθημερόν. Συγχώρα με, Λουλούδα μου. Ειλικρινά. Αλλά την ερωτεύτηκα… Δεν το προσπάθησα. Έγινε μόνο του. Εσένα θα σε έχω πάντα στην καρδιά μου, δεν θα βγεις ποτέ. Σε νοιάζομαι, το ξέρεις. Όμως, η αγάπη μου για σένα εδώ και καιρό έχει γίνει φιλική, σχεδόν συγγενική. Σε βλέπω σαν αδελφή μου…»

Ήταν η τελευταία φορά που είδε τον Σιμόνε.

Επέστρεψε στη ραπτομηχανή της, στους γονείς της. Επέστρεψε στα νυφικά που έραβε στα κορίτσια στους Αγίους Αναργύρους. Πάντα απέναντι από τις επιθυμίες της, πάντα απ’ έξω από τα θέλω της. Μακριά πολύ από τα όνειρά της. Τα σχεδόν, ανύπαρκτα. Δεν υπήρξε άλλος άντρας στη ζωή της. Τα χρόνια περνούσαν σαν νεράκι. Ο Σιμόνε άρχισε να ξεθωριάζει στη μνήμη της. Η Τοσκάνη όμως όχι. Είχε έντονα μπροστά της το χωριό Santa Luce, τα χρυσαφένια χωράφια με τα στάχυα, τους ελαιώνες, την Όαση, τα αποδημητικά πουλιά, τη γαλήνη, το βουδιστικό κέντρο Θιβετιανού Βουδισμού, τις λεβάντες στο φως της ανατολής. Δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο Σιμόνε, αν πήγε στο Μιλάνο, αν άνοιξε καινούργιο μαγαζί, αν επισκέπτεται το πατρικό του στην Τοσκάνη, αν έκανε οικογένεια με την κοπέλα από την Κολομβία. Τίποτε… Εκείνη, μόνο έραβε, έραβε, έραβε.

Πρώτα έχασε τον πατέρα της και λίγους μήνες μετά τη μητέρα της. Ηλικιωμένοι πια και οι δύο, συνταξιούχοι, γονείς μέχρι την τελευταία στιγμή.

 «Κοίτα τώρα που θα πεθάνουμε», της έλεγαν, «να μην μείνεις μόνη. Κοίτα να βρεις ένα καλό παιδί, να παντρευτείς». Συνταξιούχος πια και η ίδια, συνέχισε να ράβει μόνο για να περνάει την ώρα της. Είχε κουραστεί. Πολύ αργότερα, μάζεψε τα πράματά της και μετακόμισε στη Θύμαινα. Εβδομήντα χρόνων. Λεπτή κορμοστασιά, ήσυχη, γαλήνια στο βλέμμα, με τη ραπτομηχανή στις αποσκευές της, τα ρούχα της, κάποια πράματα της μητέρας και του πατέρα της, και τις φωτογραφίες που είχε βγάλει στην Τοσκάνη. Σε καμία ο Σιμόνε. Σε όλες το τοπίο μονάχα• το μποστάνι της σινιόρας Ροζαρίνα, το σκυλί του σινιόρ Μάρκο, οι λεβάντες, ο ήλιος, ο ορίζοντας, ο μάραθος, ο κόλιανδρος, οι φράουλες, το φως.

Πλέον στη Θύμαινα, το σπίτι της ήταν κοντά στη θάλασσα.  Ξαναπήγε στο σπίτι των γονιών της. Εκεί ήταν. Μισοτσακισμένο, ερειπωμένο. Το έφτιαξε από την αρχή, με τις οικονομίες και τη σύνταξή της. Φύτεψε τις γλάστρες της, φύτεψε το κήπο της. Κοίταζε τη θάλασσα και γαλήνευε. Το πέλαγο ήταν έξω από την πόρτα της. Πήγαινε στο κοιμητήριο του χωριού και καθόταν ώρες. Είχε μεταφέρει τα οστά των γονιών της αλλά δεν άναβε μόνο το δικό τους καντήλι. Άναβε σχεδόν όλα τα καντηλάκια των τάφων. Της έπαιρνε ώρα. Και μετά πήγαινε άκρη – άκρη στη μάντρα του νεκροταφείου και κοίταζε απέναντι. Η θάλασσα, τα κύματα, οι βάρκες, οι γλάροι. Πόση γαλήνη ένοιωθε! Αλλά δεν υπήρχε απόσταση. Δεν υπήρχε «απέναντι», «δίπλα», «πιο πέρα», «μακριά», «κοντά». Δεν υπήρχε τίποτα που να τη χωρίζει από όσα της έδιναν χαρά. Μόνο η  ένωση μαζί τους υπήρχε. Μόνο η ένωση…








Δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2022 στο τεύχος  Νο 69 του περιοδικού
«δε|κατα» με θέμα 
                               «Απέναντι».
                          
Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού   ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη,                                   για τη δημοσίευση.

                             


15 Ιανουαρίου 2022

Ραχήλ

 

Le violoncelle sous la pluie (Το τσέλο στη βροχή) 
Ο τσελίστας Maurice Baquet στο Παρίσι το 1957
Φωτογραφία Robert Doisneau 



Το πρωί μού τηλεφώνησε η Ραχήλ. «Θα ‘ρχόμουν να πιούμε τσάι μαζί», μου είπε, «αλλά κάθε μέρα γερνάω όλο και πιο πολύ. Σήμερα έχω έναν πόνο στην πλάτη που χθες δεν τον είχα. Είναι που χθες ήμουν κατά μία ημέρα νεότερη…»

 

Η Ραχήλ ζούσε είκοσι χρόνια στο Παρίσι με τον άντρα της και τον σκύλο της. Τους έχασε και τους δύο σε τροχαίο• επέζησε μόνο αυτή μ’ ένα ελαφρύ κούτσαμα στο δεξί της πόδι. Λίγους μήνες μετά πούλησε τον φούρνο που είχαν ανοίξει με τον άντρας της, μάζεψε τα πράματά της, πήρε όσα χρήματα τής είχαν μείνει στην τράπεζα και επέστρεψε στην Αθήνα για πάντα. Στο Παρίσι είχαν πάει με τον άντρα της ως οικονομικοί μετανάστες. Είχαν προκόψει. Ο φούρνος ήταν το πρώτο μαγαζί που άνοιξαν και πέτυχε. Ήταν διάσημος στην περιοχή που έμεναν. Ζυμωτό ψωμί, χωριάτικες τυρόπιτες, γαλλικός καφές, αρωματικό τσάι, κουλούρια πορτοκαλιού που μοσχοβολούσαν με το που άνοιγες την πόρτα. Παιδιά, δεν έκαναν. Η μόνη σκιά στο φωτεινό τους βλέμμα.

 

Μετά το τροχαίο και τους θανάτους επέστρεψε στη γειτονιά που γνώρισε και ερωτεύτηκε τον άντρα της, κάπου στον περιφερειακό του Υμηττού, κοντά στο παλιό στρατόπεδο. Εκεί κοντά την είχα γνωρίσει κι εγώ κάνα δυο χρόνια πριν μετοικήσει στο Παρίσι. Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη την ημέρα και τρέξαμε και οι δύο να προφυλαχτούμε σ’ ένα γκαράζ με στέγη από ελενίτ. Γυρίσαμε, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε, γνωριστήκαμε. Κόπασε η βροχή, πήγαμε για καφέ στην πλατεία. Σαν να την ήξερα χρόνια… Κι όταν έφυγε για το Παρίσι ήταν σαν να έφευγε μια καλή, παλιά μου φίλη. Γράμματα όλο αυτό το διάστημα, τηλεφωνήματα, mails, κουβέντα, γέλια, στενοχώριες, χαρές. Το σπίτι που επέστρεψε ήταν το πατρικό του άντρα της, μια παλιά μονοκατοικία που αύριο-μεθαύριο θα δοθεί αντιπαροχή, πέντε λεπτά από το σπίτι που μένω. Μου τηλεφωνάει συχνά.

«Με τον πόνο στην πλάτη δεν μπορώ να έρθω», μου λέει σήμερα το πρωί, «αλλά θέλω να σου πω το όνειρο που είδα». Πίνει καφέ, ακούω τη γουλιά της. Καπνίζει. Ακούω την ανάσα της.

«Τον Μορίς Μπακέ, τον ήξερες;» με ρωτάει. Δεν περιμένει απάντηση, συνεχίζει. «Ήταν Γάλλος ηθοποιός, έπαιζε βιολοντσέλο. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε. Έβρεχε, λέει, στο Παρίσι, ο άντρας μου και ο σκύλος μου είχαν πεθάνει, είχα βγει στους δρόμους να περπατήσω και μ’ έπιασε βροχή. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι, μου έλειπαν οι νεκροί μου. Κάθισα όρθια στο πεζοδρόμιο με σκυμμένο κεφάλι. Γινόμουν μούσκεμα αλλά δεν έφευγα.

»Αισθάνομαι να με πλησιάζει κάποιος. Βάζει μια μεγάλη ομπρέλα πάνω από το κεφάλι μου. Γυρνάω, τον κοιτάω. Ήταν ο Μορίς Μπακέ. Φορούσε με λευκή καπαρντίνα και κρατούσε ένα μεγάλο τσέλο. Μου χαμογελούσε. Έμοιαζε λίγο με τον άντρα μου. Είχε ένα γλυκό, παιδικό, αθώο βλέμμα και σκούρα καλοχτενισμένα μαλλιά, παρόλο τον παλιόκαιρο. Προσπαθούσε να κρατάει έτσι την ομπρέλα ώστε και εγώ να μην βρέχομαι και το τσέλο του.

»Πού πάτε; με ρώτησε. Πουθενά, του απάντησα. Τι κάνετε εδώ, χωρίς ομπρέλα στη βροχή, έξω από το σπίτι σας; Πενθώ τον άντρα μου, του απάντησα. Σοβάρεψε. Κοίταξε γύρω του. Το απέναντι πεζοδρόμιο ήταν σκεπαστό και είχε καμάρες. Ελάτε, μου είπε. Περάσαμε απέναντι. Πήγαμε κάτω από τις καμάρες. Σταθήκαμε κοντά στον τοίχο. Ο Μορίς Μπακέ έκλεισε την ομπρέλα του και την ακούμπησε πλάι του. Έβγαλε τη ράβδο στήριξης από τη θήκη που είχε μαζί του, την έβαλε χάμω, στο πεζοδρόμιο, και στερέωσε πάνω της το τσέλο. Έπειτα έβγαλε το δοξάρι. Άρχισε να παίζει όρθιος, δίπλα μου. Για σένα, μου είπε, και χαμογέλασε. Για να γαληνέψει ο πόνος σου…

»Το γνώριζα εκείνο το κομμάτι. Ήταν μια σονάτα για τσέλο του Μπραμς. Κάποιοι περαστικοί σταματούσαν και μας κοιτούσαν. Τους άρεσε η εικόνα, όπως έβλεπα στα μάτια τους. Σε λίγα λεπτά είχε σχηματιστεί ένας κύκλος γύρω μας από περαστικούς με βρεγμένα μαλλιά και παπούτσια και χρωματιστές όμορφες ομπρέλες. Ξέρεις, μέσα σε εκείνη τη μουντάδα του Παρισιού με τα λασπόνερα στους δρόμους και τα πεζοδρόμια, εμείς η παρέα με το φωτεινό βλέμμα μαζεμένοι γύρω από τις μελωδίες ενός τσέλου ήμασταν σαν πίνακας ιμπρεσιονιστή ζωγράφου που βγήκε στους δρόμους να δώσει χρώμα και φως στα σημεία που δεν φωτίζονταν. Νοιώθεις καλύτερα; γυρνάει κάποια στιγμή ο Μορίς Μπακέ και με ρωτάει. Ναι, του λέω και το πίστευα απόλυτα.

»Δεν θυμάμαι πόση ώρα καθίσαμε κάτω από την καμάρα με το τσέλο και τις μελωδίες, αλλά κάποια στιγμή είδα πως είχε βραδιάσει. Κρυώνω, του είπα. Κι εγώ, μου είπε. Έβαλε το τσέλο στη θήκη, τακτοποίησε τη ράβδο στήριξης και το δοξάρι και με κοίταξε. Ξέρω ένα μοτέλ στη Μονμάρτη, μου είπε. Στο φως της νύχτας διέκρινα ένα ρόδινο χρώμα στο πρόσωπό του. Τον ακολούθησα. Δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι. Μου άρεσε η συντροφιά του. Μείναμε στο μοτέλ τρεις μέρες. Εσώκλειστοι. Ευτυχισμένοι. Ελεύθεροι. Με μουσική από το τσέλο. Με πεσκανδρίτσα ψαρόσουπα με δάφνη και σαφράν, με κις λορέν με φρέσκα αυγά και μπέικον, με σουφλέ τυριών και ροζέ κρασί Προβηγκίας. Και πολλή αγάπη. Τίποτ’ άλλο.

»Ξημερώματα της τρίτης μέρας κάναμε έρωτα και χωρίσαμε. Χωρίς υποσχέσεις να ξαναβρεθούμε, χωρίς συναισθηματικά βάρη. Ανάλαφροι. Χορτασμένοι. Είσαι εντάξει; με ρώτησε. Είμαι ευτυχισμένη, του απάντησα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα πρώτη. Ο διάδρομος του μοτέλ είχε φως. Είχε πολύ φως. Προχώρησα μέσα στο φως μέχρι που χάθηκα. Το φως δυνάμωνε. Ξημέρωνε. Ξύπνησα. Ήταν όνειρο, αγαπημένη μου φίλη…»

Είπαμε κι άλλα με τη Ραχήλ, την άκουγα να ανάβει συνέχεια τσιγάρα, είπαμε να πάμε θέατρο έστω και με την υποχρεωτική μάσκα για τον Covid και κλείσαμε. Θα μαγείρευε ψητό κατσαρόλας, μου είπε, θα έφτιαχνα ομελέτα με ντομάτα και τυρί, της είπα. Κλείσαμε.

 

(Δεν υπάρχει Ραχήλ. Δεν υπάρχει φίλη που μου τηλεφώνησε να μου πει ότι απόψε είδε στον ύπνο της τον Μορίς Μπακέ με το τσέλο του. Απλώς, έπαθα ξανά αυτό που παθαίνω όταν βλέπω μια φωτογραφία, έγχρωμη, μαυρόασπρη, δεν έχει σημασία, που μου αρέσει πολύ και στέκομαι κάμποσο και την κοιτάω, μέχρι που η φωτογραφία αρχίζει και μου υπαγορεύει μια ιστορία που θέλω πολύ να την καταγράφω. Και το κάνω. Στη συγκεκριμένη φωτογραφία είναι ο Maurice Baquet στο Παρίσι με την ομπρέλα και το τσέλο του, το 1957. Φωτογραφία Robert Doisneau).


Ανάρτηση στο facebook 15/01/2022




Κάπου στη Λιοσίων


Κάθε απόγευμα ο Φαΐζ από το Πακιστάν βοηθάει τον Ασημάκη από το χωριό Λεοντάρι της Βοιωτίας να ανέβει το πεζοδρόμιο με το αναπηρικό του καροτσάκι. Μένουν και οι δύο στην ίδια πολυκατοικία, κάπου στη Λιοσίων. Είναι η ώρα που ο Ασημάκης επιστρέφει από τη δουλειά του.

 «Θες τσιγάρα, Ασημάκη;», ο Πακιστανός. «Έχω, φίλε μου, ευχαριστώ», ο Έλληνας. «Όταν κλείσεις το μαγαζί σε περιμένω», του λέει ο Έλληνας. «Έχω φτιάξει κοτόσουπα» και μπαίνει με το αναπηρικό του καροτσάκι στην πολυκατοικία.

Ο Φαΐζ και ο Ασημάκης είναι χρόνια φίλοι. Ο ένας έχει το μαγαζί με τα ψιλικά στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ο άλλος παίρνει ένα επίδομα αναπηρίας και συγχρόνως δουλεύει. Έτσι ζουν. Κανείς από τους δύο δεν έχει οικογένεια. Μοιράζονται το φαγητό και την παρέα. Βλέπουν μαζί ποδόσφαιρο στο διαμέρισμα του Φαΐζ που έχει μια τεράστια LG και στις χριστιανικές και μουσουλμανικές γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα και Κουρμπάν Μπαϊράμ, είναι μαζί.

Ο Ασημάκης έχει μάθει με το αναπηρικό καροτσάκι να κινείται σβέλτα στην κουζίνα του σπιτιού του. Μαγειρεύει ψητά στο φούρνο και λαχανικά στο γκριλ. Υπήρξε οικοδόμος στο χωριό του το Λεοντάρι, μέχρι που έπεσε από τη σκαλωσιά και χτύπησε στη μέση του. Άσχημο χτύπημα. Εγχειρήσεις, φυσιοθεραπείες, πόνοι, απογοήτευση. Δεν μπόρεσε να ξαναδουλέψει. Ήρθε στην Αθήνα και βρήκε δουλειά μέσω ΟΑΕΔ στο τηλεφωνικό κέντρο μιας εταιρείας• έχει και το επίδομα αναπηρίας και είναι ευχαριστημένος που στο χάος της πρωτεύουσας βρήκε έναν αδελφό, όπως αποκαλεί τον Φαΐζ, κι ένα δυάρι σ’ ένα ισόγειο χωρίς σκάλες. Στο υπόγειο μένει ο Φαΐζ. Πριν μερικά χρόνια αρραβωνιάστηκε μια συμπατριώτισσά του, τη Ζάχρα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Πήγαινε στον Ασημάκη και του έλεγε: «Αδελφέ μου, απόψε θα έρθει η Ζάχρα, τι να της μαγειρέψω; Τι λουλούδια να πάρω; Πες μου εσύ που ξέρεις, που είσαι μεγαλύτερός μου». Τρία χρόνια διαφορά έχουν αυτοί οι δύο, Ασημάκης και Φαΐζ, σχεδόν συνομήλικοι, αλλά ο Πακιστανός τον σέβεται πολύ τον Έλληνα. Τριάντα οκτώ χρονώ σήμερα ο Ασημάκης, τριάντα πέντε ο Φαΐζ, τριαντάρης τότε, στον αρραβώνα του.

 Εντέλει, ο Φαΐζ μαγείρευε στην καλή του το «ιερό κρέας» των μουσουλμάνων, το «Χαλάλ», που όπως είχε εξηγήσει στον Ασημάκη είναι το κρέας το επιτρεπτό από τον ισλαμικό νόμο καθώς προέρχεται από τελετουργική σφαγή ζώων κατά την οποία ο μουσουλμάνος σφαγέας επικαλείται τον Αλλάχ. Συνοδευτικό με το Χαλάλ έφτιαχνε σπανάκι με πατάτες, άσπρα ρεβίθια, γλυκό ρύζι, πίτα και προσέφερε στη Ζάχρα αναψυκτικό τριαντάφυλλο, που της άρεσε.

Λίγους μήνες μετά τους αρραβώνες η Ζάχρα άφησε ένα γράμμα στον Φαΐζ ότι χωρίζουν και επιστρέφει μόνιμα στο Ισλαμαμπάντ. Του εξηγούσε ότι οι γονείς της ήταν εξ αρχής αντίθετοι με αυτόν τον αρραβώνα, ότι είχαν άλλα όνειρα γι αυτήν, καθώς την προόριζαν για έναν πλούσιο μακρινό της ξάδελφο και ότι εκείνη δεν ήθελε να τους χαλάσει το χατίρι• εντέλει είχε δεχτεί το προξενιό. Για μήνες ο Φαΐζ πήγαινε τα βράδια όταν έκλεινε το μαγαζί στο σπίτι του Ασημάκη και έκλαιγε. Ο Ασημάκης κάποιες φορές καλούσε στο διαμέρισμα δυο κορίτσια από ένα μπορντέλο στη Λιοσίων. Κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί ο αδελφός του ο Πακιστανός, κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί κι ο ίδιος…

Με τον καιρό ο Φαΐζ την ξεπέρασε τη Ζάχρα. Με τον αδελφό του τον Έλληνα συνέχισαν να βλέπουν ποδόσφαιρο στην τεράστια LG, να μαγειρεύει ο ένας για τον άλλον, πότε – πότε να καλούν κοπέλες για συντροφιά και κάπως έτσι να περνάει ο χρόνος, η ζωή, να περνούν οι μέρες και οι νύχτες στη Λιοσίων, τη γεμάτη υπόγεια και ισόγεια δυάρια με Πακιστανούς και Έλληνες.

 

 

ΥΓ. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αλήθεια. Ή μπορεί και να είναι, να υπάρχουν αυτοί οι δύο τύποι, και να μην το ξέρω. Αλλά έπαθα πάλι αυτό που παθαίνω όταν βλέπω μια εικόνα που με εμπνέει να γράψω δυο λόγια σ’ ένα χαρτί – σ’ ένα word, εν προκειμένω. Τη συγκεκριμένη φωτογραφία τη βρήκα στο internet. Αμέσως φαντάστηκα ότι στο υπόγειο της πολυκατοικίας αυτής μένει κάποιος Φαΐζ από το Πακιστάν και στο ισόγειο κάποιος Ασημάκης από το Λεοντάρι της Βοιωτίας. Φαντάστηκα επίσης ότι, κάποια όμορφη Πακιστανή Ζάχρα που κάποτε είχε έρθει στην Ελλάδα επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι στο Ισλαμαμπάντ, φοράει το ακριβό χρυσοκέντητο νυφικό που της έραψε η ράφτρα η μητέρα της και παντρεύεται τον πλούσιο μακρινό της ξάδελφο που της υπέδειξε ο πατέρας της. Και ότι, κάπως έτσι είναι η ζωή.



(Ανάρτηση στο facebook 07/11/2021) 



20 Δεκεμβρίου 2021

Καλά Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ - Διήγημα


Νίκη Καραγάτση, Η πλατεία του Μεταξουργείου το 1977



Καλά Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ
 Διήγημα



Ρενέ Μπατίστα. Το καλλιτεχνικό της όνομα. Παλιά αρτίστα του θεάτρου κυρίως, ηλικιωμένη σήμερα, άυλη σαν αερικό, σαν ζωγραφιά πίνακα της σχολής του κλασικισμού, σαν τις εικόνες εκείνες που επιχειρούν με απαλά περιγράμματα και αρμονία στα χρώματα να εκφράσουν το συναίσθημα.

Την έλεγαν Ουρανία Παππά. Αλλά το άλλαξε στα δέκα οκτώ της χρόνια όταν έφυγε πρώτη φορά με ένα θεατρικό μπουλούκι για περιοδεία στην επαρχία. Ήθελε να γίνει θεατρίνα. Τίποτ’ άλλο δεν την ενδιέφερε. Ήθελε να είναι στη σκηνή με τα φώτα στραμμένα πάνω της. Και ντυμένη ηρωίδα του Τσέχωφ, Όλγα, Μάσσα, Ιρίνα, ή ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς, η Λώρα, αλλά και του Παπαδιαμάντη, η αγαπημένη της Σταχομαζώχτρα, η θεία Αχτίτσα.

«Πώς σε λένε, παιδί μου;» τη ρώτησε ο θιασάρχης, όταν του ζήτησε να μπει στο μπουλούκι και να τους ακολουθήσει στην περιοδεία.

«Ουρανία Παππά, κύριε. Αλλά άμα με πάρετε μαζί σας σκέφτομαι να το αλλάξω».

«Δηλαδή;»

«Θα μου άρεσε να με λένε Ρενέ Μπατίστα. Ακούγεται πιο καλλιτεχνικό…»

«Πόσο χρονώ είσαι παιδί μου;»

«Δέκα οκτώ».

«Η μάνα σου το ξέρει ότι θέλεις να έρθεις στο μπουλούκι;»

«Ναι».

«Συμφωνεί;»

«Όχι».

«Ο πατέρας σου το ξέρει;»

«Ναι».

«Συμφωνεί;»

«Όχι».

«Και πώς θα έρθεις χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών σου;»

«Είμαι ενήλικη, κύριε. Δεν χρειάζομαι συγκατάθεση κηδεμόνα. Οι δικοί μου ήθελαν να παντρευτώ, να κάνω παιδιά και να δουλεύω στις ελιές. Εγώ ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν ταιριάζανε οι απόψεις μας. Τους αποχαιρέτησα κι έφυγα. Απλά πράματα».

«Σε ποιο μέρος έγιναν όλα αυτά;»

«Στη Μυτιλήνη».

«Λοιπόν, Ουρανία, έχουμε πρόγραμμα να πάμε σε πολλές πόλεις. Σου εύχομαι να μην το μετανιώσεις μια μέρα και πεις: ‘καλύτερα να καθόμουν στο χωριό μου, να μάζευα ελιές’».

«Δηλαδή, με δέχεστε στον θίασο;»

«Σε δέχομαι. Αλλά μην περιμένεις να βγάλεις λεφτά στο μπουλούκι. Θα τρως και θα κοιμάσαι μαζί μας και ό,τι μεροκάματο μπορώ θα στο δίνω. Αλλά θα πρέπει να μάθεις από τώρα ότι η δουλειά του θεατρίνου δεν είναι για χρήματα. Οι θεατρίνοι έχουν όνειρα, δεν έχουν καταθέσεις. Έτσι, Ουρανία;»

«Ρενέ να με λέτε, κύριε…»

 

Τρεις – τέσσερις φορές ντύθηκε Όλγα, του Τσέχωφ, τρεις – τέσσερις φορές ντύθηκε Λώρα, του Τενεσί Ουίλιαμς, μία φορά Σταχομαζώχτρα, του Παπαδιαμάντη και πάντα σε περιφερειακά θεατρικά σχήματα. Σε μεγάλους θιάσους ντυνόταν πάντα κομπάρσα, με την ιδιότητα της οποίας πήρε κάποτε σύνταξη. Πρωταγωνίστρια δεν έγινε ποτέ. Το όνομά της, Ρενέ Μπατίστα, υπήρχε πάντα στο πρόγραμμα της παράστασης που έπαιρνε μέρος, αλλά στη στήλη που έλεγε: ‘λαμβάνουν επίσης μέρος οι ηθοποιοί’.

Το λάτρευε, όμως, το θέατρο! Ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό να το εγκαταλείψει και να επιστρέψει στο νησί. Οι γονείς της κάποτε πέθαναν. Μια αδελφή είχε ακόμα, που είχε μεταναστεύσει μαζί με τον άντρα της στον Καναδά. Επικοινωνούσε αραιά μαζί της. Όλη της η έγνοια και το πάθος ήταν το θέατρο. Και όταν γνώρισε τον Σπύρο, όλη της έγνοια και το πάθος ήταν ο Σπύρος και το θέατρο. Με αυτή τη σειρά.

Σπύρος Σαρρής, το όνομά του. Ηθοποιός από τους πολύ καλούς της γενιάς της. Τον ήξερε και πριν τον γνωρίσει προσωπικά. Αυτός, όχι. Δεν την είχε ακούσει. Ήταν Χριστούγεννα και ήταν άνεργη. Ο θίασός της θα ξεκινούσε περιοδεία μετά την Πρωτοχρονιά, με Λόρκα. Έμενε τότε σε ένα δυάρι, στα Πατήσια. Υγρό. Είχε μια σόμπα στο σαλονάκι της κι όταν ξάπλωνε στον καναπέ και την έπαιρνε ο ύπνος εκεί δεν σηκωνόταν να πάει στην κρεβατοκάμαρά της. Την έβρισκε το ξημέρωμα κουλουριασμένη στον καναπέ, σκεπασμένη με την υφαντή κουβέρτα από φέρει από το νησί της και τη σόμπα εν τω μεταξύ σβηστή, γιατί τη νύχτα το πετρέλαιο είχε τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που έβλεπε όταν άνοιγε τα μάτια της ήταν το άχαρο μουτζουρωμένο μπουρί στο ταβάνι, που έπαιρνε τον καπνό από τη σόμπα και τον έβγαζε στον ακάλυπτο.

 Αν κάτι τη στενοχωρούσε πολύ ήταν να είναι Χριστούγεννα και να μην υπάρχει κάποιος στη ζωή της να του ευχηθεί «Καλά Χριστούγεννα» και να της ευχηθεί κι αυτός το ίδιο. Το απόγευμα των Χριστουγέννων στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας της και φόρεσε το καλό της φουστάνι. Το είχε χρόνια. Αλλά της άρεσε. Εφαρμοστό, γυαλιστερό σκούρο ύφασμα. Το είχε πάρει από την οδό Αιόλου. Έβαλε κραγιόν, ψηλές γόβες, χτένισε όμορφα τα μαλλιά της. Φόρεσε και το παλτό της κι έφυγε. Είχε προγραμματίσει να πάει στο θέατρο. Ήθελε να συναντήσει συναδέλφους της, να πάει στο τέλος στα καμαρίνια και να καθίσει μαζί τους. Ήταν Χριστούγεννα. Να πει σε κάποιους «Καλά Χριστούγεννα», κάποιοι να της πουν το ίδιο.

Σε εκείνη την παράσταση γνώρισε τον Σπύρο Σαρρή. Ήταν μια παλιά κωμωδία που την ανέβαζαν συχνά οι θίασοι γιατί είχε πάντα επιτυχία. Ο κόσμος ήθελε να γελάσει, να ξεσκάσει μέρες που ήσαν και το έργο αυτό ήταν από τα αγαπημένα. Στο τέλος της παράστασης πήγε στα καμαρίνια. Τι χαρά ένοιωσε! Μίλησε με τόσους ηθοποιούς! Την αγκάλιασαν τόσοι συνάδελφοί της, τη ρώτησαν με ενδιαφέρον για την επαγγελματική της ζωή. Τους είπε ότι μετά τις γιορτές θα έφευγε για την επαρχία με τον θίασο. Πήγε και στο καμαρίνι του Σπύρου Σαρρή. Ήταν γεμάτο κόσμο. Κάθισε σε μια γωνιά και κοίταζε προς το μέρος του. Ήταν ευδιάθετος, δεχόταν από όλους συγχαρητήρια. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν οι ματιές τους μέσα από τον μεγάλο καθρέφτη. Η ματιά εκείνου στάθηκε πάνω της αρκετά. Κολακεύτηκε η Ρενέ αλλά και ντράπηκε. Κοκκίνισε… Ο Σπύρος Σαρρής την πλησίασε. Τον κοίταξε στα μάτια και το μόνο που βρήκε μεσ’ στη σαστιμάρα της να πει, ήταν «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Σαρρή…» 

Από εκείνη το βράδυ έμειναν μαζί για πάντα. Μέχρι που εκείνος πέθανε, σχετικά νέος, από καρκίνο των πνευμόνων – κάπνιζε πολύ και ποτέ δεν το έκοψε. Της έκανε πρόταση γάμου ένα μήνα μετά τη γνωριμία τους. Παντρεύτηκαν στην εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ Μεταξουργείου. Μάζεψε τα πράγματά της από το υγρό δυάρι της Πατησίων και μετακόμισε στο δικό του σπίτι. Εκείνος, έμενε στο Μεταξουργείο, σ’ ένα νεοκλασικό στον πρώτο όροφο, με φαρδιά μπαλκόνια και πολύ φως, κάτι που άρεσε πολύ στη Ρενέ. Έβαλε το προσωπικό της γούστο και διακόσμησε το σπίτι σαν σκηνικό έργου Ρώσου θεατρικού συγγραφέα. Ο Σπύρος Σαρρής την αγαπούσε και της έκανε όλα τα χατίρια. Της έδωσε τις οικονομίες που είχε από το θέατρο και άφησε το κουμάντο σε εκείνη. Η Ρενέ, τον λάτρευε. Είχε σταματήσει να ακολουθεί τον δικό της θίασο και πλέον ο Σπύρος με τις γνωριμίες του της έδινε δουλειές σε θέατρα της Αθήνας. Πρωταγωνίστρια δεν έγινε ποτέ, αλλά είχε μια αξιοπρεπή παρουσία στα θεατρικά δρώμενα και μια αξιοπρεπή παρουσία σε τηλεοπτικές σειρές.

Τρεις αποβολές είχε κάνει, μέχρι που ο γιατρός τής είπε ότι πλέον ήταν μάταιο να προσπαθεί, δεν θα μπορούσε να μείνει έγκυος. Ο Σπύρος δεν ήθελε να την βλέπει να πικραίνεται.

«Για μένα θα είσαι πάντα η Ουρανία μου», της έλεγε. «Το ντροπαλό κορίτσι με το εφαρμοστό φουστάνι που μπήκε ένα βράδυ στο καμαρίνι μου και από τότε δεν ξαναβγήκε ποτέ. Έχεις παιδί εμένα, Ουρανία μου. Έτσι δεν μου λες; Ότι είμαι ένα παιδί που δεν έχει μεγαλώσει; Γιατί θέλεις κι άλλο; Πας γυρεύοντας για μπελάδες;»

Τον αγαπούσε η Ρενέ. Σκεφτόταν πως, πράγματι, αν δεν είχε αγαπήσει τόσο πολύ τον άντρα της θα ένοιωθε μεγάλο πόνο που δεν είχε μπορέσει να γίνει μητέρα. Αλλά είχε τον Σπύρο της. Ένα μεγάλο, υπέροχο παιδί. «Μην καπνίζεις, αγάπη μου», του έλεγε, «η φωνή σου έχει βραχνιάσει, δεν την ακούς;». Εκείνος έβηχε και της έλεγε, «μια χαρά δουλεύεις με βραχνή φωνή στο θέατρο, αφού το ξέρεις. Με φαντάζεσαι στον Πατέρα; Του Στρίντμπεργκ;» Κι αμέσως δραματοποιούσε τη σκηνή. Έπαιρνε θεατρική πόζα, άφηνε το ταλέντο του να εκφραστεί και της έλεγε κοιτώντας την με απόγνωση στα μάτια τα λόγια που έλεγε ο Ίλαρχος, ο Πατέρας, στη Λάουρα, τη σύζυγό του:

«Δεν βλέπεις πως είμαι ανήμπορος σαν μωρό; Δεν μ' ακούς που σε παρακαλάω, όπως το παιδί τη μάνα του; Σε ικετεύω εγώ, ένας άνδρας, ένας στρατιωτικός… Το μόνο που σου ζητάω είναι να με λυπηθείς, όπως θα λυπόσουν έναν άρρωστο».

Μετά τη βραχνάδα ο Σπύρος Σαρρής έχασε τελείως τη φωνή του. Σταδιακά η φωνή του άρχισε να γίνεται αδύναμη, έπειτα σιγανή, μέχρι που εκείνος μίλαγε αλλά φωνή δεν έβγαινε. Ψυχικά όμως είχε μεγάλες αντοχές. Έπιανε τη Ρενέ σφιχτά από το χέρι και την οδηγούσε μέχρι το πιάνο που είχε στο γραφείο του. Την έβαζε να καθίσει στην πολυθρόνα. Της έφερνε δίπλα στο τραπεζάκι το λικέρ αρμπαρόριζα που της άρεσε και που το έφτιαχνε μόνη της, αφήνοντας στον ήλιο της ταράτσας για μερικές ημέρες ένα γυάλινο μπουκάλι με ημίγλυκο κρασί, κρυσταλλική ζάχαρη και κλαράκια αρμπαρόριζας. Έπειτα καθόταν στο πιάνο και έπαιζε. Δεν ήξερε πολύ καλό πιάνο αλλά τα μαθήματα που είχε κάνει παλιά τα θυμόταν. Άλλωστε, τα κομμάτια που ήξερε να παίζει δεν ήταν πολλά• καμιά δεκαριά όλα κι όλα, κάτι ερωτικές ξένες μελωδίες από ταινίες του Χόλυγουντ και κάποια τραγούδια που είχε τραγουδήσει η Σοφία Βέμπο. Γύρναγε τα μάτια, κοίταζε τη Ρενέ με αγάπη και ανοιγόκλεινε το στόμα λέγοντας τους στίχους του τραγουδιού που έπαιζε στο πιάνο:

«Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα

πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,

μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω

γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ...»[1]

 

Τα πρώτα Χριστούγεννα με τη φωνή του να έχει κλείσει τελείως, της έγραψε ένα σημείωμα και το έβαλε στην τσέπη της μακριάς ρόμπας, που η Ρενέ φορούσε στο σπίτι. Εκείνη, έβαλε κάποια στιγμή τυχαία το χέρι στην τσέπη, έπιασε το χαρτάκι, το έβγαλε, το κοίταξε παραξενεμένη, το ξετύλιξε και διάβασε: «Καλά Χριστούγεννα, αγαπημένη μου. Το μικρό σου παιδί από δω και πέρα θα είναι ήσυχο, δεν θα ξανακούσεις φωνές στο σπίτι…»

Επί τρία χρόνια τις ευχές του για τα Χριστούγεννα ο Σπύρος τις έγραφε σε χαρτάκι που το έχωνε στις τσέπες της ρόμπας της Ρενέ. Ήξερε πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη μια απλή τρυφερή ευχή, δυο λόγια που να λένε «Καλά Χριστούγεννα, Ρενέ μου», για να λάμψουν αμέσως τα μάτια και η ψυχή της… Τέταρτος χρόνος δεν υπήρξε. Ήταν βαρύς χειμώνας, Φλεβάρης μήνας, όταν ο Σπύρος «έφυγε» από μετάσταση του καρκίνου.

 

Έμεινε μόνη η Ρενέ στο όμορφο νεοκλασικό σπίτι στο Μεταξουργείο και στη ζωή. Τα πρώτα χρόνια παρακολουθούσε πολλές θεατρικές παραστάσεις για να συναντάει τους συναδέλφους του Σπύρου και τους δικούς της. Καθόταν μαζί τους στα καμαρίνια, συζητούσε, γελούσε, ξεχνιόταν. Επέστρεφε μετά στο σπίτι, φορούσε τη μακριά της ρόμπα και πήγαινε στο βάζο που είχε δίπλα στη φωτογραφία του Σπύρου, στο πιάνο, και άλλαζε το νερό για να διατηρηθούν φρέσκα τα λουλούδια. Έπειτα κουλουριαζόταν στην πολυθρόνα, ανέβαζε τα πόδια της πάνω κι έβαζε το χέρι στην τσέπη. Έβγαζε το χαρτάκι. Το ξεδίπλωνε και διάβαζε: «Καλά Χριστούγεννα, Ρενέ μου…» Το κοίταζε, το ξανακοίταζε… το ξαναδίπλωνε μετά και το ξανάβαζε στην τσέπη. Γύριζε τα μάτια στη φωτογραφία του Σπύρου και στο βλέμμα της ο πόνος εναλλάσσονταν με τη γλύκα…

Τελευταία δεν είχε όρεξη να πηγαίνει στο θέατρο. Πολλοί συνάδελφοι δικοί της και του Σπύρου είχαν πεθάνει. Η ίδια ένοιωθε κουρασμένη. Προτιμούσε να φροντίζει τις γλάστρες της στο μπαλκόνι και να ακούει μουσική από το στερεοφωνικό ραδιόφωνο που είχε φέρει ο Σπύρος από την Σικελία, από την περιοδεία στα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας. Απέναντι από το σπίτι τους είχε ανοίξει πριν μερικά χρόνια ένα παντοπωλείο με ελληνικά και ξένα προϊόντα. Το είχε ένας Πακιστανός, ο Σαλίμ. Στις αρχές είχε πιάσει κουβέντα μαζί του και είχε μάθει ότι ήταν από την πόλη Λαχόρη, που βρισκόταν στις όχθες του ποταμού Ράβι. Της είχε πει ότι η πόλη του είναι γνωστή για την ταπητουργία της, καθώς τα χειροποίητα χαλιά που παράγει συγκαταλέγονται στα κορυφαία προϊόντα που εξάγει το Πακιστάν. Σε μια τέτοια βιοτεχνία χειροποίητων χαλιών δούλευαν οι γονείς του και τους βοηθούσε και ο ίδιος, στέλνοντάς τους χρήματα από το παντοπωλείο του. Στην Ελλάδα είχε έρθει πριν δέκα χρόνια. Είχε κάνει πολλές και διάφορες δουλειές, σκληρές όλες, μέχρι που εντέλει μπόρεσε και άνοιξε αυτό το μαγαζί.

Τον συμπαθούσε πολύ τον Σαλίμ. Πήγαινε και αγόραζε πράγματα που η ίδια δεν χρησιμοποιούσε, μπισκότα και σοκολάτες κυρίως, έπαιρνε και κονσέρβες γάλα και τα πήγαινε σε μια φτωχή οικογένεια, δυο στενά πιο πέρα. Του είχε χαρίσει και ρούχα του Σπύρου, πουλόβερ και πουκάμισα. Ο Σαλίμ την έβλεπε σαν τη μάνα του και τον συγκινούσε πάντα ο ερχομός της στο μαγαζί του. Της έλεγε, «κυρία Ρενέ, τι θα θέλατε να σας δώσω;»

«Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν», του έλεγε εκείνη. «Δως μου μια ευχή, τίποτ’ άλλο. Πες μου Καλά Χριστούγεννα και θα μου έχεις δώσει όλα τα καλά του κόσμου!»

«Δεν ξέρω τι είναι τα Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ», της απαντούσε εκείνος, «είμαι Μουσουλμάνος. Αλλά αν είναι να σας δώσω χαρά, τότε σας εύχομαι ολόψυχα Καλά Χριστούγεννα!»

Τα μάτια της Ρενέ έλαμπαν. Ανέβαινε στο σπίτι, άλλαζε το νερό στα λουλούδια, έβαζε καθαρό, καθόταν κοντά στο πιάνο κι έβγαζε το χαρτάκι από την τσέπη της. Το κοίταζε. Το διάβαζε. Ξανά και ξανά. Χαμογελούσε…

«Μεγάλη θεατρίνα δεν έγινα ποτέ, μητέρα», μουρμούριζε, φέροντας στη μνήμη της την αγαπημένη μορφή της μητέρας της, στο νησί. «Κατάφερα όμως να γίνω ευτυχισμένη. Ξέρω πως θα συμφωνούσες κι εσύ πως αυτό είναι πολύ σημαντικό…»

Όταν σε λίγες μέρες δεν φάνηκε στο παντοπωλείο του Σαλίμ και τα πατζούρια της ήταν συνέχεια κλειστά εκείνος ανησύχησε και το είπε στους γείτονες. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Άνοιξαν με κλειδαρά την πόρτα του σπιτιού και τη βρήκαν καθισμένη στην πολυθρόνα κοντά στο πιάνο, με το βάζο δίπλα στη φωτογραφία του άντρα της να έχει κατέβει και μυρίσει το νερό, με τα λουλούδια μαραζωμένα και με ένα σημείωμα κουβαριασμένο σφιχτά στο χέρι της που δυσκολεύτηκαν να το πάρουν από τα δάχτυλά της, λόγω της νεκρικής ακαμψίας…

 


[1] Πόσο λυπάμαι – Συνθέτης Κώστας Γιαννίδης, στιχουργός Βασίλης Σπυρόπουλος και Πάνος Παπαδούκας, ερμηνεία Σοφία Βέμπο από την επιθεώρηση «Βιολέττα», 1938.




        

        Δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2021                                                                                                       στο τεύχος Νο 68  του περιοδικού  
                             «δε|κατα» με θέμα 
                        «Καλά Χριστούγεννα».
                          
        Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, 
          ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                         για τη δημοσίευση.