Powered By Blogger

Translate

18 Απριλίου 2022

Το όνομά της ήταν Λουλούδα - Διήγημα

 


Sir William Russell Flint, Green Slippers



                                Το όνομά της ήταν Λουλούδα 

                                                      

                                                        Διήγημα

 

  

 

Την έλεγαν Λουλούδα, βαφτισμένη Λουλούδω. Καταγόταν από τη Θύμαινα, το νησάκι κοντά στους Φούρνους, στο Ανατολικό Αιγαίο. Εκεί, της είχε πει η μητέρα της, είχε έρθει η οικογένειά της από τη Μικρά Ασία. Λουλούδω ήταν το όνομα της Μικρασιάτισσας γιαγιάς, έτσι βάφτισαν και την εγγονή• «αλλά και πάλι Λουλούδω θα σε βάπτιζα», της είχε πει η μητέρα της, «γιατί είχα διαβάσει μικρή το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού ‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’ και μου άρεσε πολύ ο στίχος που λέει:

                      Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
                       Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
                      Κι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
 Τι ωραίες κουβέντες που βρίσκουν οι ποιητές, Θεέ μου!», συνέχισε να λέει η μητέρα της. «Είπα πως, όταν παντρευτώ και κάμω κοριτσάκι, θα το βαφτίσω Λουλούδα! Ο Σολωμός μού έμαθε μια πανέμορφη  λέξη!»

Από τη Θύμαινα έφυγαν αρχές του ‘70 και ήρθαν στην Αθήνα. Οικονομικοί μετανάστες. Ο πατέρας της βρήκε δουλειά στην Κεντρική  Δημοτική Αγορά, τη Βαρβάκειο. Η μάνα της ήταν ράφτρα. Ήταν πολύ καλή ράφτρα. Είχε πάρει την τέχνη από τη Μικρασιάτισσα μητέρα της, τη Λουλούδω. Η μικρή Λουλούδα όταν έφυγαν από τη Θύμαινα ήταν πέντε χρονώ κοριτσάκι. Ήταν ντροπαλό παιδί και λιγομίλητο. Στο σχολείο δεν είχε καλή απόδοση κι αργότερα στο γυμνάσιο, όταν πέρασε και την τρίτη τάξη, είπε στους γονείς της ότι ήθελε να σταματήσει και να καθίσει δίπλα στη μητέρα της να μάθει ραφτική. Εκείνοι, δέχτηκαν. Η φιλόλογος του γυμνασίου, όταν ενημερώθηκε ότι η Λουλούδω δεν θα συνέχιζε το σχολείο, είχε καλέσει τη μητέρα της και της είχε πει: «καλό παιδί, η κόρη σας. Είναι ήσυχη και φρόνιμη. Δεν έχει μεγάλη έφεση στα γράμματα αλλά δεν πειράζει. Έχει μια ψυχική καλοσύνη δική της, αυτοδίδακτη. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι που την παρατηρούσα να κάθεται πάντα λίγο πιο πέρα από τις συμμαθήτριές της. Ποτέ με μεγάλες παρέες. Συνήθως, ήταν μόνη. Σαν να ήθελε να στέκεται απέναντι από τη ζωή και όχι μέσα στη ζωή. Σαν να ήθελε να κοιτάει τους άλλους από τη θέση του θεατή που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση χωρίς ο ίδιος να λαμβάνει μέρος σε αυτήν την παράσταση. Καλό κορίτσι, η Λουλούδω. Θα τη θυμάμαι σαν τη μαθήτρια που σταύρωνε τα χέρια της πάνω στο θρανίο και καθόταν απέναντί μου ήσυχη και ήσυχη επίσης απέναντι από τη φασαρία του διαλείμματος στην αυλή. Καλή τύχη, να έχει…»

Αν κάτι αγαπούσε η Λουλούδα πολύ ήταν η θάλασσα, ιδίως όταν έβρεχε και ήταν φουρτουνιασμένη. Η θάλασσα τής έλειπε στη νέα γειτονιά που ήρθαν. Βρήκαν σπίτι στα Μυκονιάτικα, τη συνοικία των Αγίων Αναργύρων. Η μικρή μονοκατοικία που νοίκιασαν θύμιζε τη γειτονιά του νησιού της. Είχε πράσινη σιδερένια αυλόπορτα, τσιμεντένια αυλή με γλάστρες από τενεκέδες λαδιού και σκεπή με κεραμίδια. Χαμηλό σπιτάκι ήταν, με τρία δωμάτια, σόμπα στο χωλ και μωσαικό στα πατώματα. Αλλά δεν είχε θάλασσα κοντά του. Στο νησί, τη θάλασσα την έβλεπε από το παράθυρο της κουζίνας, την είχε ακριβώς απέναντί της. Στο σπιτάκι στα Μυκονιάτικα, από το παράθυρο της κουζίνας έβλεπε δυο τενεκέδες λαδιού που είχαν γίνει γλάστρες, με κόκκινα γεράνια ο ένας, κι ένα κοράλλι ο άλλος.

Η Λουλούδα έσκυβε το κεφάλι στα υφάσματα και έραβε αμίλητη. Ήσυχη, όπως είχε πει η φιλόλογος στη μητέρα της. Τα δάχτυλά της έπιαναν με καλοσύνη το ρούχο, σαν να ήταν έργο τέχνης που τους πρέπει σεβασμός, κι έφτιαχνε φουστάνια που τα έβλεπαν οι πελάτισσες και έλαμπαν τα μάτια τους. Στα χρόνια που έραβε, έφτασε να ράβει μέχρι και νυφικά, όχι πολύπλοκα αλλά από αραχνοΰφαντα υφάσματα και τούλια, σχεδόν παραμυθένια. Είχε γίνει η αγαπημένη μοδίστρα σε ολόκληρη την περιοχή των Αγίων Αναργύρων και πιο πέρα ακόμα• τη γνώριζαν και στον Πειραιά, είχε πλούσιες πελάτισσες που έμεναν στην Καστέλα.

Η ίδια, όμως, νυφικό δεν φόρεσε ποτέ.

Αγάπησε κάποτε έναν Ιταλό. Τον Σιμόνε. Τον γνώρισε ένα πρωί στον Πειραιά, στην αποθήκη υφασμάτων που πήγαινε για τα υφάσματά της. Θα ‘ταν είκοσι έξι χρονώ κοπέλα. Εκείνος είχε πάει στην αποθήκη για να αγοράσει κόκκινο καρό ύφασμα να φτιάξει τραπεζομάντιλα για το μαγαζί του. Είχε έρθει πριν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα και μ’ έναν φίλο του Έλληνα είχαν ανοίξει συνεταιρικά μια ιταλική Trattoria κοντά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Εκείνο το διάστημα θα άλλαζαν τη διακόσμηση του μαγαζιού και θα έβαζαν καινούργια τραπεζομάντιλα. Δεν ήθελαν να αγοράσουν έτοιμα• προτιμούσαν να διαλέξουν το ύφασμα μόνοι τους και να το δώσουν σε μοδίστρα να τους το ράψει. Και βέβαια, τα κόκκινα καρό τραπεζομάντιλα της τρατορίας του Σιμόνε, τα έραψε η Λουλούδα.

Τους σύστησε ο μαγαζάτορας, εκείνη την ημέρα. «Αν ψάχνετε για μοδίστρα να σας ράψει τα τραπεζομάντιλα», είπε στον Σιμόνε, «να σας γνωρίσω μία από τις καλύτερες μοδίστρες μας. Είναι πελάτισσά μου. Την ξέρω από μικρή. Η Λουλούδα μας».

Γύρισε ο Ιταλός στη Λουλούδα, της χαμογέλασε και της έδωσε το χέρι του. Η Λουλούδα έκανε το ίδιο. Ήταν ψηλότερός της. Σήκωνε τα μάτια και τον κοίταζε και κοκκίνιζε. Έπιασαν κουβέντα. Της ζήτησε να περάσει από την τρατορία μία από τις επόμενες ημέρες, να πάρει τα μέτρα για τα τραπεζομάντιλα. Έτσι γνωρίστηκαν.

Ήταν από την Τοσκάνη ο Σιμόνε, από ένα χωριό περίπου τριάντα χιλιόμετρα έξω από την Πίζα. Santa Luce, το όνομά του - Άγιο Φως, στα ελληνικά. «Είναι γεμάτο σιτάρι και σιωπή το χωριό μου», της είπε ο Σιμόνε, «γεμάτο φως και γαλήνη. Τον Ιούνιο ανθίζουν τα χωράφια με τις λεβάντες, η εικόνα τους σε μαγεύει. Λίγο πιο πέρα είναι η Όαση Santa Luce, ένας υγρότοπος που σταματούν τα πουλιά που ταξιδεύουν στην Αφρική για να πιούν νερό. Δεν είναι τυχαίο το όνομα του χωριού μου, μικρή μου Λουλούδα… Η ηρεμία είναι διάχυτη στην περιοχή, σαν να βρίσκεσαι ολόκληρος μέσα σ’ ένα φως που σε ξεκουράζει. Μάλιστα η περιοχή αυτή επιλέχτηκε για να δημιουργηθεί εκεί ένα βουδιστικό κέντρο Θιβετιανού Βουδισμού στο οποίο έχει έρθει κάποιες φορές και έχει διδάξει ο Δαλάι Λάμα. Και μόνο η καθαρή φύση του τοπίου είναι ύψιστος διαλογισμός. Θα ‘θελα να πάμε μαζί κάποια φορά. Εγώ, πηγαίνω κάθε χρόνο. Οι γονείς μου είναι αγρότες• ο πατέρας μου ασχολείται με τις ελιές και η μητέρα μου με την παραγωγή μελιού. Ίσως να ήμουν κι εγώ αγρότης αν δεν μου έκανε την πρόταση ο φίλος μου ο Έλληνας να έρθω στον Πειραιά και να ανοίξουμε μια ταβέρνα. Ευτυχώς, το μαγαζί πήγε καλά και δεν το μετάνιωσα που έφυγα από τα χωράφια…»

Επτά χρόνια έμεινε με τον Σιμόνε η Λουλούδα. Σιωπηλή και ερωτευμένη. Δεν του μίλαγε για τα όνειρά της. Άλλωστε, δεν είχε πολλά όνειρα. Υπήρχαν φορές μάλιστα που δεν είχε καθόλου όνειρα. Της αρκούσε μόνο να έχει τη δουλειά της, να ράβει όμορφα φορέματα για τα κορίτσια που της ζητούσαν κάτι ξεχωριστό για τον καλό τους, της αρκούσε να μπορεί να φροντίζει τους γονείς της και να συναντιέται με τον Σιμόνε στο σπίτι του στην Καλλίπολη. Εκεί έμενε αυτός. Συνήθως πήγαινε στο σπίτι του τη Δευτέρα που η τραττορία ήταν κλειστή. Της άρεσε να του αγοράζει γλάστρες για το μπαλκόνι του και να φυτεύει σε αυτές αρωματικά φυτά. Τον πρώτο χρόνο της γνωριμίας τους, στην επέτειό τους, του είχε φέρει μια λεμονιά. Εφτά χρόνια αργότερα, η λεμονιά είχε γίνει ολόκληρο δένδρο.

«Δεν θα παντρευτείτε, κοριτσάκι μου;» τη ρωτούσε η μητέρα της.

«Δεν συζητάμε για γάμο, μαμά μου», της απαντούσε η Λουλούδα.

«Και τι λέτε; Τι συζητάτε; Περνάει ο καιρός, αγάπη μου…»

«Λέμε για την Τοσκάνη, μαμά μου, του λείπει πολύ το χωριό του, μου μιλάει συχνά για την πατρίδα του. Θέλει να πάμε να γνωρίσω τους γονείς του. Όπως μου το περιγράφει, το μέρος που γεννήθηκε θα πρέπει να είναι πολύ όμορφο».

«Αφού θέλει να σου γνωρίσει τους γονείς του, αυτό είναι καλό, σημαίνει ότι θέλει να κάνει τη σχέση σας πιο επίσημη».

«Δεν ξέρω μαμά μου τι θέλει, ειλικρινά. Ξέρεις ότι δεν τον ρωτάω».

«Φαίνεται καλό παιδί, Λουλούδω μου. Και εγώ και ο μπαμπάς τον συμπαθούμε. Όποτε έρχεται στο σπίτι μας η επίσκεψή του μας γεμίζει χαρά. Μακάρι να πάτε στην Τοσκάνη και να γυρίσεις να μου πεις ότι μιλήσατε για γάμο…»

Στο χωριό του, τη Santa Luce, πήγαν δύο φορές στη διάρκεια της σχέσης του. Εκείνος πήγαινε σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Είχε ανάγκη, της έλεγε, να φεύγει από τη φασαρία του λιμανιού του Πειραιά και να ξεκουράζεται για λίγες ημέρες στη γαλήνη του χωριού του και ότι αυτό το ταξίδι ήθελε να το κάνει μόνος. Το σεβόταν εκείνη. Δεν είχε αντίρρηση. Την πρώτη φορά που πήγαν μαζί ήταν άνοιξη και αργότερα ξαναπήγαν ένα χειμώνα. Όταν είδε το μέρος η Λουλούδα τού είπε ότι θα μπορούσε κάλλιστα να ζήσει εκεί για πάντα, ότι θα μπορούσε να μετακομίσει στο χωριό του και να έφευγε μόνο τα καλοκαίρια για να πηγαίνει στο νησάκι της, τη Θύμαινα. Ότι, ευχαρίστως θα μπορούσε να μοιράζεται τη ζωή της ανάμεσα στη Santa Lucia και τη Θύμαινα• θα  ήταν ευτυχισμένη. Δεν θα ήθελε τίποτ’ άλλο. Ο τόπος εκείνος της ταίριαζε. Είχε την ησυχία που άρεσε στην ψυχή της και τη γαλήνη που άρεσε στην καρδιά της να ταυτίζεται. Είχε απέραντη ομορφιά και μια ανεξήγητη θεία οσμή στον αέρα από καθαρότητα και αγνότητα. Η Λουλούδα όλη μέρα χανόταν στα χωράφια και τους αγρούς. Είχε ζητήσει από τους γονείς του Σιμόνε να της μάθουν τις αγροτικές δουλειές που έκαναν καθημερινά. Ο σινιόρ Μάρκο, ο πατέρας του και η σινιόρα Ροζαρίνα, η μητέρα του, με το χρυσό μέλι που έφτιαχνε με άρωμα τριαντάφυλλο. Γλυκύτατοι άνθρωποι. Αγρότες. Όμορφοι όπως η φύση που καλλιεργούσαν…

Η Λουλούδα ξυπνούσε σχεδόν χαράματα, έβγαινε στον κήπο και κοίταζε με δέος την ανατολή απέναντί της. Έπειτα ετοίμαζε το πρωινό για όλους και πήγαινε στο μποστάνι να ποτίσει το μάραθο, το σέλινο, τον κόλιανδρο και τις φράουλες πιο πέρα, που φύτευε η σινιόρα Ροζαρίνα. Θα ‘θελα να έχει οικογένεια σε αυτό τον τόπο, σε αυτούς τους αγρούς. Παιδιά να παίζουν στα χωράφια και σκυλιά να τρέχουν στο χωματόδρομο…

«Η κορούλα σας είναι καλό παιδί, αλλά είναι σαν να στέκεται πάντα δυο βήματα απέναντι από τη ζωή, σαν να μη θέλει να μπει μες στη ζωή και να τη ζήσει. Μοιάζει σαν να στέκεται λίγο πιο πέρα από τους ανθρώπους», θυμόταν να λέει η φιλόλογός της στη μητέρα της, την ημέρα που θα έφευγε για πάντα από το σχολείο. Εντέλει, όσο κι αν η Λουλούδα ήθελε παιδιά δικά της και σκυλιά να βλέπει να παίζουν στους χωματόδρομους δεν μίλησαν ποτέ για γάμο με τον Σιμόνε. Εκείνη ντρεπόταν να του το πει και εκείνος δεν είχε θίξει ποτέ αυτό το θέμα.

Εφτά χρόνια αργότερα ξεκίνησε ένα απόγευμα να πάει στην τραττορία χωρίς να έχουν δώσει ραντεβού και χωρίς να το έχει σχεδιάσει από πριν. Ένοιωσε ξαφνικά την ανάγκη μα κάνει μια βόλτα στον Πειραιά• ήταν άνοιξη και ο καιρός ήταν γλυκός. Ήθελε να πει στον Σιμόνε να φύγει νωρίτερα από το μαγαζί αν μπορεί και να πάνε στην Καστέλα για παγωτό. Αυτό το απλό πράγμα. Ένα παγωτό στην Καστέλα με τον αγαπημένο της. Δεν ζητούσε πολλά.

Στάθηκε στο πεζοδρόμιο, στον κεντρικό δρόμο, ακριβώς απέναντι από την τραττορία και περίμενε να ανάψει το φανάρι πράσινο για τους πεζούς. Στο σημείο που στεκόταν η τραττορία ήταν ακριβώς μπροστά της. Πίσω από τη φωτισμένη τζαμαρία διέκρινε τον Σιμόνε. Καθόταν με μια κοπέλα σ’ ένα τραπέζι και της χάιδευε τα μαλλιά. Συγκεκριμένα, έβλεπε μια πολύ τρυφερή σκηνή ανάμεσά τους. Εκείνη πλησίαζε το πρόσωπό της κοντά του και τον φιλούσε πεταχτά στα χείλη και εκείνος χαμογελούσε να τη χάιδευε συνέχεια.

Το φανάρι άναψε πράσινο. Η Λουλούδα δεν πέρασε απέναντι. Δεν μπορούσε. Είχε μουδιάσει. Στεκόταν εκεί και είχε κολλήσει το βλέμμα στον Σιμόνε και στην κοπέλα. Άναψε κόκκινο το φανάρι, μετά ξανάναψε πράσινο για τους πεζούς, αλλά η Λουλούδα δεν κουνιόταν από τη θέση της. Πέρασαν αρκετά λεπτά. Για την ακρίβεια, πέρασε αρκετή ώρα. Το απογευματινό φως άρχισε σιγά – σιγά να σκουραίνει. Τότε μόνο έσκυψε το κεφάλι, γύρισε προς τα πίσω και απομακρύνθηκε. Πήγε στη στάση και πήρε το λεωφορείο για τους Αγίους Αναργύρους. Μπήκε στο σπίτι σιγά, οι γονείς της ήσαν στην κάμαρά τους. Κάθισε στη ραπτομηχανή της κι άρχισε μέχρι τα μεσάνυχτα να ράβει το φόρεμα που της είχε παραγγείλει η κυρία Δέσποινα, η γειτόνισσά της.

Τον Σιμόνε τον είδε τη Δευτέρα που πήγε στο σπίτι του.

«Τι έχεις;» της είπε εκείνος. «Σε βλέπω στενοχωρημένη».

«Σε είδα στην τραττορία να χαϊδεύεις μια κοπέλα», του είπε μουδιασμένα η Λουλούδα. «Είχα έρθει χωρίς να το έχουμε κανονίσει, για να σου πω να πάμε μια βόλτα. Αλλά δεν μπήκα στο μαγαζί μετά από αυτό που είδα. Έφυγα…»

Άργησε να μιλήσει εκείνος. Κοίταζε έξω από το παράθυρο.

«Είμαι ερωτευμένος μαζί της, Λουλούδα», της είπε σε λίγο. « Λυπάμαι… Δεν ήξερα πώς να στο πω. Τη γνώρισα εδώ στο μαγαζί, πριν έξι μήνες. Είχε έρθει με φίλες της να γιορτάσουν τα γενέθλιά της. Είναι από την Κολομβία. Είναι οικονομική μετανάστρια. Ήρθε στον Πειραιά πριν μερικά χρόνια, να βρει δουλειά. Βοηθάει εργαζόμενες μητέρες• κρατάει τα παιδιά, σιδερώνει ρούχα, πλένει, τα πηγαίνει σε παιδικές παραστάσεις. Αλλά θέλει να φύγει και να πάει στην Ιταλία να εργαστεί. Είναι ο αδελφός της εκεί. Στο Μιλάνο. Μετανάστης και αυτός. Θέλω να πάω μαζί της. Σκέφτομαι να ανοίξω ένα εστιατόριο στα περίχωρα του Μιλάνου, σε κάποια εργατική συνοικία. Εγώ, αυτή και ο αδελφός της. Θα πουλήσω το μερίδιό μου στην τραττορία στον συνέταιρό μου και θέλω να κάνω ένα καινούργιο ξεκίνημα στην Ιταλία. Άλλωστε, εκεί είναι η πατρίδα μου, θα είμαι και πιο κοντά στο χωριό μου. Το Μιλάνο απέχει περίπου τριακόσια χιλιόμετρα από την Τοσκάνη. Πας και αυθημερόν. Συγχώρα με, Λουλούδα μου. Ειλικρινά. Αλλά την ερωτεύτηκα… Δεν το προσπάθησα. Έγινε μόνο του. Εσένα θα σε έχω πάντα στην καρδιά μου, δεν θα βγεις ποτέ. Σε νοιάζομαι, το ξέρεις. Όμως, η αγάπη μου για σένα εδώ και καιρό έχει γίνει φιλική, σχεδόν συγγενική. Σε βλέπω σαν αδελφή μου…»

Ήταν η τελευταία φορά που είδε τον Σιμόνε.

Επέστρεψε στη ραπτομηχανή της, στους γονείς της. Επέστρεψε στα νυφικά που έραβε στα κορίτσια στους Αγίους Αναργύρους. Πάντα απέναντι από τις επιθυμίες της, πάντα απ’ έξω από τα θέλω της. Μακριά πολύ από τα όνειρά της. Τα σχεδόν, ανύπαρκτα. Δεν υπήρξε άλλος άντρας στη ζωή της. Τα χρόνια περνούσαν σαν νεράκι. Ο Σιμόνε άρχισε να ξεθωριάζει στη μνήμη της. Η Τοσκάνη όμως όχι. Είχε έντονα μπροστά της το χωριό Santa Luce, τα χρυσαφένια χωράφια με τα στάχυα, τους ελαιώνες, την Όαση, τα αποδημητικά πουλιά, τη γαλήνη, το βουδιστικό κέντρο Θιβετιανού Βουδισμού, τις λεβάντες στο φως της ανατολής. Δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο Σιμόνε, αν πήγε στο Μιλάνο, αν άνοιξε καινούργιο μαγαζί, αν επισκέπτεται το πατρικό του στην Τοσκάνη, αν έκανε οικογένεια με την κοπέλα από την Κολομβία. Τίποτε… Εκείνη, μόνο έραβε, έραβε, έραβε.

Πρώτα έχασε τον πατέρα της και λίγους μήνες μετά τη μητέρα της. Ηλικιωμένοι πια και οι δύο, συνταξιούχοι, γονείς μέχρι την τελευταία στιγμή.

 «Κοίτα τώρα που θα πεθάνουμε», της έλεγαν, «να μην μείνεις μόνη. Κοίτα να βρεις ένα καλό παιδί, να παντρευτείς». Συνταξιούχος πια και η ίδια, συνέχισε να ράβει μόνο για να περνάει την ώρα της. Είχε κουραστεί. Πολύ αργότερα, μάζεψε τα πράματά της και μετακόμισε στη Θύμαινα. Εβδομήντα χρόνων. Λεπτή κορμοστασιά, ήσυχη, γαλήνια στο βλέμμα, με τη ραπτομηχανή στις αποσκευές της, τα ρούχα της, κάποια πράματα της μητέρας και του πατέρα της, και τις φωτογραφίες που είχε βγάλει στην Τοσκάνη. Σε καμία ο Σιμόνε. Σε όλες το τοπίο μονάχα• το μποστάνι της σινιόρας Ροζαρίνα, το σκυλί του σινιόρ Μάρκο, οι λεβάντες, ο ήλιος, ο ορίζοντας, ο μάραθος, ο κόλιανδρος, οι φράουλες, το φως.

Πλέον στη Θύμαινα, το σπίτι της ήταν κοντά στη θάλασσα.  Ξαναπήγε στο σπίτι των γονιών της. Εκεί ήταν. Μισοτσακισμένο, ερειπωμένο. Το έφτιαξε από την αρχή, με τις οικονομίες και τη σύνταξή της. Φύτεψε τις γλάστρες της, φύτεψε το κήπο της. Κοίταζε τη θάλασσα και γαλήνευε. Το πέλαγο ήταν έξω από την πόρτα της. Πήγαινε στο κοιμητήριο του χωριού και καθόταν ώρες. Είχε μεταφέρει τα οστά των γονιών της αλλά δεν άναβε μόνο το δικό τους καντήλι. Άναβε σχεδόν όλα τα καντηλάκια των τάφων. Της έπαιρνε ώρα. Και μετά πήγαινε άκρη – άκρη στη μάντρα του νεκροταφείου και κοίταζε απέναντι. Η θάλασσα, τα κύματα, οι βάρκες, οι γλάροι. Πόση γαλήνη ένοιωθε! Αλλά δεν υπήρχε απόσταση. Δεν υπήρχε «απέναντι», «δίπλα», «πιο πέρα», «μακριά», «κοντά». Δεν υπήρχε τίποτα που να τη χωρίζει από όσα της έδιναν χαρά. Μόνο η  ένωση μαζί τους υπήρχε. Μόνο η ένωση…








Δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2022 στο τεύχος  Νο 69 του περιοδικού
«δε|κατα» με θέμα 
                               «Απέναντι».
                          
Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού   ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη,                                   για τη δημοσίευση.

                             


15 Ιανουαρίου 2022

Κάπου στη Λιοσίων


Κάθε απόγευμα ο Φαΐζ από το Πακιστάν βοηθάει τον Ασημάκη από το χωριό Λεοντάρι της Βοιωτίας να ανέβει το πεζοδρόμιο με το αναπηρικό του καροτσάκι. Μένουν και οι δύο στην ίδια πολυκατοικία, κάπου στη Λιοσίων. Είναι η ώρα που ο Ασημάκης επιστρέφει από τη δουλειά του.

 «Θες τσιγάρα, Ασημάκη;», ο Πακιστανός. «Έχω, φίλε μου, ευχαριστώ», ο Έλληνας. «Όταν κλείσεις το μαγαζί σε περιμένω», του λέει ο Έλληνας. «Έχω φτιάξει κοτόσουπα» και μπαίνει με το αναπηρικό του καροτσάκι στην πολυκατοικία.

Ο Φαΐζ και ο Ασημάκης είναι χρόνια φίλοι. Ο ένας έχει το μαγαζί με τα ψιλικά στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ο άλλος παίρνει ένα επίδομα αναπηρίας και συγχρόνως δουλεύει. Έτσι ζουν. Κανείς από τους δύο δεν έχει οικογένεια. Μοιράζονται το φαγητό και την παρέα. Βλέπουν μαζί ποδόσφαιρο στο διαμέρισμα του Φαΐζ που έχει μια τεράστια LG και στις χριστιανικές και μουσουλμανικές γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα και Κουρμπάν Μπαϊράμ, είναι μαζί.

Ο Ασημάκης έχει μάθει με το αναπηρικό καροτσάκι να κινείται σβέλτα στην κουζίνα του σπιτιού του. Μαγειρεύει ψητά στο φούρνο και λαχανικά στο γκριλ. Υπήρξε οικοδόμος στο χωριό του το Λεοντάρι, μέχρι που έπεσε από τη σκαλωσιά και χτύπησε στη μέση του. Άσχημο χτύπημα. Εγχειρήσεις, φυσιοθεραπείες, πόνοι, απογοήτευση. Δεν μπόρεσε να ξαναδουλέψει. Ήρθε στην Αθήνα και βρήκε δουλειά μέσω ΟΑΕΔ στο τηλεφωνικό κέντρο μιας εταιρείας• έχει και το επίδομα αναπηρίας και είναι ευχαριστημένος που στο χάος της πρωτεύουσας βρήκε έναν αδελφό, όπως αποκαλεί τον Φαΐζ, κι ένα δυάρι σ’ ένα ισόγειο χωρίς σκάλες. Στο υπόγειο μένει ο Φαΐζ. Πριν μερικά χρόνια αρραβωνιάστηκε μια συμπατριώτισσά του, τη Ζάχρα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Πήγαινε στον Ασημάκη και του έλεγε: «Αδελφέ μου, απόψε θα έρθει η Ζάχρα, τι να της μαγειρέψω; Τι λουλούδια να πάρω; Πες μου εσύ που ξέρεις, που είσαι μεγαλύτερός μου». Τρία χρόνια διαφορά έχουν αυτοί οι δύο, Ασημάκης και Φαΐζ, σχεδόν συνομήλικοι, αλλά ο Πακιστανός τον σέβεται πολύ τον Έλληνα. Τριάντα οκτώ χρονώ σήμερα ο Ασημάκης, τριάντα πέντε ο Φαΐζ, τριαντάρης τότε, στον αρραβώνα του.

 Εντέλει, ο Φαΐζ μαγείρευε στην καλή του το «ιερό κρέας» των μουσουλμάνων, το «Χαλάλ», που όπως είχε εξηγήσει στον Ασημάκη είναι το κρέας το επιτρεπτό από τον ισλαμικό νόμο καθώς προέρχεται από τελετουργική σφαγή ζώων κατά την οποία ο μουσουλμάνος σφαγέας επικαλείται τον Αλλάχ. Συνοδευτικό με το Χαλάλ έφτιαχνε σπανάκι με πατάτες, άσπρα ρεβίθια, γλυκό ρύζι, πίτα και προσέφερε στη Ζάχρα αναψυκτικό τριαντάφυλλο, που της άρεσε.

Λίγους μήνες μετά τους αρραβώνες η Ζάχρα άφησε ένα γράμμα στον Φαΐζ ότι χωρίζουν και επιστρέφει μόνιμα στο Ισλαμαμπάντ. Του εξηγούσε ότι οι γονείς της ήταν εξ αρχής αντίθετοι με αυτόν τον αρραβώνα, ότι είχαν άλλα όνειρα γι αυτήν, καθώς την προόριζαν για έναν πλούσιο μακρινό της ξάδελφο και ότι εκείνη δεν ήθελε να τους χαλάσει το χατίρι• εντέλει είχε δεχτεί το προξενιό. Για μήνες ο Φαΐζ πήγαινε τα βράδια όταν έκλεινε το μαγαζί στο σπίτι του Ασημάκη και έκλαιγε. Ο Ασημάκης κάποιες φορές καλούσε στο διαμέρισμα δυο κορίτσια από ένα μπορντέλο στη Λιοσίων. Κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί ο αδελφός του ο Πακιστανός, κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί κι ο ίδιος…

Με τον καιρό ο Φαΐζ την ξεπέρασε τη Ζάχρα. Με τον αδελφό του τον Έλληνα συνέχισαν να βλέπουν ποδόσφαιρο στην τεράστια LG, να μαγειρεύει ο ένας για τον άλλον, πότε – πότε να καλούν κοπέλες για συντροφιά και κάπως έτσι να περνάει ο χρόνος, η ζωή, να περνούν οι μέρες και οι νύχτες στη Λιοσίων, τη γεμάτη υπόγεια και ισόγεια δυάρια με Πακιστανούς και Έλληνες.

 

 

ΥΓ. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αλήθεια. Ή μπορεί και να είναι, να υπάρχουν αυτοί οι δύο τύποι, και να μην το ξέρω. Αλλά έπαθα πάλι αυτό που παθαίνω όταν βλέπω μια εικόνα που με εμπνέει να γράψω δυο λόγια σ’ ένα χαρτί – σ’ ένα word, εν προκειμένω. Τη συγκεκριμένη φωτογραφία τη βρήκα στο internet. Αμέσως φαντάστηκα ότι στο υπόγειο της πολυκατοικίας αυτής μένει κάποιος Φαΐζ από το Πακιστάν και στο ισόγειο κάποιος Ασημάκης από το Λεοντάρι της Βοιωτίας. Φαντάστηκα επίσης ότι, κάποια όμορφη Πακιστανή Ζάχρα που κάποτε είχε έρθει στην Ελλάδα επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι στο Ισλαμαμπάντ, φοράει το ακριβό χρυσοκέντητο νυφικό που της έραψε η ράφτρα η μητέρα της και παντρεύεται τον πλούσιο μακρινό της ξάδελφο που της υπέδειξε ο πατέρας της. Και ότι, κάπως έτσι είναι η ζωή.



(Ανάρτηση στο facebook 07/11/2021) 



20 Δεκεμβρίου 2021

Καλά Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ - Διήγημα


Νίκη Καραγάτση, Η πλατεία του Μεταξουργείου το 1977



Καλά Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ
 Διήγημα



Ρενέ Μπατίστα. Το καλλιτεχνικό της όνομα. Παλιά αρτίστα του θεάτρου κυρίως, ηλικιωμένη σήμερα, άυλη σαν αερικό, σαν ζωγραφιά πίνακα της σχολής του κλασικισμού, σαν τις εικόνες εκείνες που επιχειρούν με απαλά περιγράμματα και αρμονία στα χρώματα να εκφράσουν το συναίσθημα.

Την έλεγαν Ουρανία Παππά. Αλλά το άλλαξε στα δέκα οκτώ της χρόνια όταν έφυγε πρώτη φορά με ένα θεατρικό μπουλούκι για περιοδεία στην επαρχία. Ήθελε να γίνει θεατρίνα. Τίποτ’ άλλο δεν την ενδιέφερε. Ήθελε να είναι στη σκηνή με τα φώτα στραμμένα πάνω της. Και ντυμένη ηρωίδα του Τσέχωφ, Όλγα, Μάσσα, Ιρίνα, ή ηρωίδα του Τενεσί Ουίλιαμς, η Λώρα, αλλά και του Παπαδιαμάντη, η αγαπημένη της Σταχομαζώχτρα, η θεία Αχτίτσα.

«Πώς σε λένε, παιδί μου;» τη ρώτησε ο θιασάρχης, όταν του ζήτησε να μπει στο μπουλούκι και να τους ακολουθήσει στην περιοδεία.

«Ουρανία Παππά, κύριε. Αλλά άμα με πάρετε μαζί σας σκέφτομαι να το αλλάξω».

«Δηλαδή;»

«Θα μου άρεσε να με λένε Ρενέ Μπατίστα. Ακούγεται πιο καλλιτεχνικό…»

«Πόσο χρονώ είσαι παιδί μου;»

«Δέκα οκτώ».

«Η μάνα σου το ξέρει ότι θέλεις να έρθεις στο μπουλούκι;»

«Ναι».

«Συμφωνεί;»

«Όχι».

«Ο πατέρας σου το ξέρει;»

«Ναι».

«Συμφωνεί;»

«Όχι».

«Και πώς θα έρθεις χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών σου;»

«Είμαι ενήλικη, κύριε. Δεν χρειάζομαι συγκατάθεση κηδεμόνα. Οι δικοί μου ήθελαν να παντρευτώ, να κάνω παιδιά και να δουλεύω στις ελιές. Εγώ ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο. Δεν ταιριάζανε οι απόψεις μας. Τους αποχαιρέτησα κι έφυγα. Απλά πράματα».

«Σε ποιο μέρος έγιναν όλα αυτά;»

«Στη Μυτιλήνη».

«Λοιπόν, Ουρανία, έχουμε πρόγραμμα να πάμε σε πολλές πόλεις. Σου εύχομαι να μην το μετανιώσεις μια μέρα και πεις: ‘καλύτερα να καθόμουν στο χωριό μου, να μάζευα ελιές’».

«Δηλαδή, με δέχεστε στον θίασο;»

«Σε δέχομαι. Αλλά μην περιμένεις να βγάλεις λεφτά στο μπουλούκι. Θα τρως και θα κοιμάσαι μαζί μας και ό,τι μεροκάματο μπορώ θα στο δίνω. Αλλά θα πρέπει να μάθεις από τώρα ότι η δουλειά του θεατρίνου δεν είναι για χρήματα. Οι θεατρίνοι έχουν όνειρα, δεν έχουν καταθέσεις. Έτσι, Ουρανία;»

«Ρενέ να με λέτε, κύριε…»

 

Τρεις – τέσσερις φορές ντύθηκε Όλγα, του Τσέχωφ, τρεις – τέσσερις φορές ντύθηκε Λώρα, του Τενεσί Ουίλιαμς, μία φορά Σταχομαζώχτρα, του Παπαδιαμάντη και πάντα σε περιφερειακά θεατρικά σχήματα. Σε μεγάλους θιάσους ντυνόταν πάντα κομπάρσα, με την ιδιότητα της οποίας πήρε κάποτε σύνταξη. Πρωταγωνίστρια δεν έγινε ποτέ. Το όνομά της, Ρενέ Μπατίστα, υπήρχε πάντα στο πρόγραμμα της παράστασης που έπαιρνε μέρος, αλλά στη στήλη που έλεγε: ‘λαμβάνουν επίσης μέρος οι ηθοποιοί’.

Το λάτρευε, όμως, το θέατρο! Ποτέ δεν της πέρασε από το μυαλό να το εγκαταλείψει και να επιστρέψει στο νησί. Οι γονείς της κάποτε πέθαναν. Μια αδελφή είχε ακόμα, που είχε μεταναστεύσει μαζί με τον άντρα της στον Καναδά. Επικοινωνούσε αραιά μαζί της. Όλη της η έγνοια και το πάθος ήταν το θέατρο. Και όταν γνώρισε τον Σπύρο, όλη της έγνοια και το πάθος ήταν ο Σπύρος και το θέατρο. Με αυτή τη σειρά.

Σπύρος Σαρρής, το όνομά του. Ηθοποιός από τους πολύ καλούς της γενιάς της. Τον ήξερε και πριν τον γνωρίσει προσωπικά. Αυτός, όχι. Δεν την είχε ακούσει. Ήταν Χριστούγεννα και ήταν άνεργη. Ο θίασός της θα ξεκινούσε περιοδεία μετά την Πρωτοχρονιά, με Λόρκα. Έμενε τότε σε ένα δυάρι, στα Πατήσια. Υγρό. Είχε μια σόμπα στο σαλονάκι της κι όταν ξάπλωνε στον καναπέ και την έπαιρνε ο ύπνος εκεί δεν σηκωνόταν να πάει στην κρεβατοκάμαρά της. Την έβρισκε το ξημέρωμα κουλουριασμένη στον καναπέ, σκεπασμένη με την υφαντή κουβέρτα από φέρει από το νησί της και τη σόμπα εν τω μεταξύ σβηστή, γιατί τη νύχτα το πετρέλαιο είχε τελειώσει. Το πρώτο πράγμα που έβλεπε όταν άνοιγε τα μάτια της ήταν το άχαρο μουτζουρωμένο μπουρί στο ταβάνι, που έπαιρνε τον καπνό από τη σόμπα και τον έβγαζε στον ακάλυπτο.

 Αν κάτι τη στενοχωρούσε πολύ ήταν να είναι Χριστούγεννα και να μην υπάρχει κάποιος στη ζωή της να του ευχηθεί «Καλά Χριστούγεννα» και να της ευχηθεί κι αυτός το ίδιο. Το απόγευμα των Χριστουγέννων στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας της και φόρεσε το καλό της φουστάνι. Το είχε χρόνια. Αλλά της άρεσε. Εφαρμοστό, γυαλιστερό σκούρο ύφασμα. Το είχε πάρει από την οδό Αιόλου. Έβαλε κραγιόν, ψηλές γόβες, χτένισε όμορφα τα μαλλιά της. Φόρεσε και το παλτό της κι έφυγε. Είχε προγραμματίσει να πάει στο θέατρο. Ήθελε να συναντήσει συναδέλφους της, να πάει στο τέλος στα καμαρίνια και να καθίσει μαζί τους. Ήταν Χριστούγεννα. Να πει σε κάποιους «Καλά Χριστούγεννα», κάποιοι να της πουν το ίδιο.

Σε εκείνη την παράσταση γνώρισε τον Σπύρο Σαρρή. Ήταν μια παλιά κωμωδία που την ανέβαζαν συχνά οι θίασοι γιατί είχε πάντα επιτυχία. Ο κόσμος ήθελε να γελάσει, να ξεσκάσει μέρες που ήσαν και το έργο αυτό ήταν από τα αγαπημένα. Στο τέλος της παράστασης πήγε στα καμαρίνια. Τι χαρά ένοιωσε! Μίλησε με τόσους ηθοποιούς! Την αγκάλιασαν τόσοι συνάδελφοί της, τη ρώτησαν με ενδιαφέρον για την επαγγελματική της ζωή. Τους είπε ότι μετά τις γιορτές θα έφευγε για την επαρχία με τον θίασο. Πήγε και στο καμαρίνι του Σπύρου Σαρρή. Ήταν γεμάτο κόσμο. Κάθισε σε μια γωνιά και κοίταζε προς το μέρος του. Ήταν ευδιάθετος, δεχόταν από όλους συγχαρητήρια. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν οι ματιές τους μέσα από τον μεγάλο καθρέφτη. Η ματιά εκείνου στάθηκε πάνω της αρκετά. Κολακεύτηκε η Ρενέ αλλά και ντράπηκε. Κοκκίνισε… Ο Σπύρος Σαρρής την πλησίασε. Τον κοίταξε στα μάτια και το μόνο που βρήκε μεσ’ στη σαστιμάρα της να πει, ήταν «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Σαρρή…» 

Από εκείνη το βράδυ έμειναν μαζί για πάντα. Μέχρι που εκείνος πέθανε, σχετικά νέος, από καρκίνο των πνευμόνων – κάπνιζε πολύ και ποτέ δεν το έκοψε. Της έκανε πρόταση γάμου ένα μήνα μετά τη γνωριμία τους. Παντρεύτηκαν στην εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ Μεταξουργείου. Μάζεψε τα πράγματά της από το υγρό δυάρι της Πατησίων και μετακόμισε στο δικό του σπίτι. Εκείνος, έμενε στο Μεταξουργείο, σ’ ένα νεοκλασικό στον πρώτο όροφο, με φαρδιά μπαλκόνια και πολύ φως, κάτι που άρεσε πολύ στη Ρενέ. Έβαλε το προσωπικό της γούστο και διακόσμησε το σπίτι σαν σκηνικό έργου Ρώσου θεατρικού συγγραφέα. Ο Σπύρος Σαρρής την αγαπούσε και της έκανε όλα τα χατίρια. Της έδωσε τις οικονομίες που είχε από το θέατρο και άφησε το κουμάντο σε εκείνη. Η Ρενέ, τον λάτρευε. Είχε σταματήσει να ακολουθεί τον δικό της θίασο και πλέον ο Σπύρος με τις γνωριμίες του της έδινε δουλειές σε θέατρα της Αθήνας. Πρωταγωνίστρια δεν έγινε ποτέ, αλλά είχε μια αξιοπρεπή παρουσία στα θεατρικά δρώμενα και μια αξιοπρεπή παρουσία σε τηλεοπτικές σειρές.

Τρεις αποβολές είχε κάνει, μέχρι που ο γιατρός τής είπε ότι πλέον ήταν μάταιο να προσπαθεί, δεν θα μπορούσε να μείνει έγκυος. Ο Σπύρος δεν ήθελε να την βλέπει να πικραίνεται.

«Για μένα θα είσαι πάντα η Ουρανία μου», της έλεγε. «Το ντροπαλό κορίτσι με το εφαρμοστό φουστάνι που μπήκε ένα βράδυ στο καμαρίνι μου και από τότε δεν ξαναβγήκε ποτέ. Έχεις παιδί εμένα, Ουρανία μου. Έτσι δεν μου λες; Ότι είμαι ένα παιδί που δεν έχει μεγαλώσει; Γιατί θέλεις κι άλλο; Πας γυρεύοντας για μπελάδες;»

Τον αγαπούσε η Ρενέ. Σκεφτόταν πως, πράγματι, αν δεν είχε αγαπήσει τόσο πολύ τον άντρα της θα ένοιωθε μεγάλο πόνο που δεν είχε μπορέσει να γίνει μητέρα. Αλλά είχε τον Σπύρο της. Ένα μεγάλο, υπέροχο παιδί. «Μην καπνίζεις, αγάπη μου», του έλεγε, «η φωνή σου έχει βραχνιάσει, δεν την ακούς;». Εκείνος έβηχε και της έλεγε, «μια χαρά δουλεύεις με βραχνή φωνή στο θέατρο, αφού το ξέρεις. Με φαντάζεσαι στον Πατέρα; Του Στρίντμπεργκ;» Κι αμέσως δραματοποιούσε τη σκηνή. Έπαιρνε θεατρική πόζα, άφηνε το ταλέντο του να εκφραστεί και της έλεγε κοιτώντας την με απόγνωση στα μάτια τα λόγια που έλεγε ο Ίλαρχος, ο Πατέρας, στη Λάουρα, τη σύζυγό του:

«Δεν βλέπεις πως είμαι ανήμπορος σαν μωρό; Δεν μ' ακούς που σε παρακαλάω, όπως το παιδί τη μάνα του; Σε ικετεύω εγώ, ένας άνδρας, ένας στρατιωτικός… Το μόνο που σου ζητάω είναι να με λυπηθείς, όπως θα λυπόσουν έναν άρρωστο».

Μετά τη βραχνάδα ο Σπύρος Σαρρής έχασε τελείως τη φωνή του. Σταδιακά η φωνή του άρχισε να γίνεται αδύναμη, έπειτα σιγανή, μέχρι που εκείνος μίλαγε αλλά φωνή δεν έβγαινε. Ψυχικά όμως είχε μεγάλες αντοχές. Έπιανε τη Ρενέ σφιχτά από το χέρι και την οδηγούσε μέχρι το πιάνο που είχε στο γραφείο του. Την έβαζε να καθίσει στην πολυθρόνα. Της έφερνε δίπλα στο τραπεζάκι το λικέρ αρμπαρόριζα που της άρεσε και που το έφτιαχνε μόνη της, αφήνοντας στον ήλιο της ταράτσας για μερικές ημέρες ένα γυάλινο μπουκάλι με ημίγλυκο κρασί, κρυσταλλική ζάχαρη και κλαράκια αρμπαρόριζας. Έπειτα καθόταν στο πιάνο και έπαιζε. Δεν ήξερε πολύ καλό πιάνο αλλά τα μαθήματα που είχε κάνει παλιά τα θυμόταν. Άλλωστε, τα κομμάτια που ήξερε να παίζει δεν ήταν πολλά• καμιά δεκαριά όλα κι όλα, κάτι ερωτικές ξένες μελωδίες από ταινίες του Χόλυγουντ και κάποια τραγούδια που είχε τραγουδήσει η Σοφία Βέμπο. Γύρναγε τα μάτια, κοίταζε τη Ρενέ με αγάπη και ανοιγόκλεινε το στόμα λέγοντας τους στίχους του τραγουδιού που έπαιζε στο πιάνο:

«Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα

πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,

μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω

γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ...»[1]

 

Τα πρώτα Χριστούγεννα με τη φωνή του να έχει κλείσει τελείως, της έγραψε ένα σημείωμα και το έβαλε στην τσέπη της μακριάς ρόμπας, που η Ρενέ φορούσε στο σπίτι. Εκείνη, έβαλε κάποια στιγμή τυχαία το χέρι στην τσέπη, έπιασε το χαρτάκι, το έβγαλε, το κοίταξε παραξενεμένη, το ξετύλιξε και διάβασε: «Καλά Χριστούγεννα, αγαπημένη μου. Το μικρό σου παιδί από δω και πέρα θα είναι ήσυχο, δεν θα ξανακούσεις φωνές στο σπίτι…»

Επί τρία χρόνια τις ευχές του για τα Χριστούγεννα ο Σπύρος τις έγραφε σε χαρτάκι που το έχωνε στις τσέπες της ρόμπας της Ρενέ. Ήξερε πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη μια απλή τρυφερή ευχή, δυο λόγια που να λένε «Καλά Χριστούγεννα, Ρενέ μου», για να λάμψουν αμέσως τα μάτια και η ψυχή της… Τέταρτος χρόνος δεν υπήρξε. Ήταν βαρύς χειμώνας, Φλεβάρης μήνας, όταν ο Σπύρος «έφυγε» από μετάσταση του καρκίνου.

 

Έμεινε μόνη η Ρενέ στο όμορφο νεοκλασικό σπίτι στο Μεταξουργείο και στη ζωή. Τα πρώτα χρόνια παρακολουθούσε πολλές θεατρικές παραστάσεις για να συναντάει τους συναδέλφους του Σπύρου και τους δικούς της. Καθόταν μαζί τους στα καμαρίνια, συζητούσε, γελούσε, ξεχνιόταν. Επέστρεφε μετά στο σπίτι, φορούσε τη μακριά της ρόμπα και πήγαινε στο βάζο που είχε δίπλα στη φωτογραφία του Σπύρου, στο πιάνο, και άλλαζε το νερό για να διατηρηθούν φρέσκα τα λουλούδια. Έπειτα κουλουριαζόταν στην πολυθρόνα, ανέβαζε τα πόδια της πάνω κι έβαζε το χέρι στην τσέπη. Έβγαζε το χαρτάκι. Το ξεδίπλωνε και διάβαζε: «Καλά Χριστούγεννα, Ρενέ μου…» Το κοίταζε, το ξανακοίταζε… το ξαναδίπλωνε μετά και το ξανάβαζε στην τσέπη. Γύριζε τα μάτια στη φωτογραφία του Σπύρου και στο βλέμμα της ο πόνος εναλλάσσονταν με τη γλύκα…

Τελευταία δεν είχε όρεξη να πηγαίνει στο θέατρο. Πολλοί συνάδελφοι δικοί της και του Σπύρου είχαν πεθάνει. Η ίδια ένοιωθε κουρασμένη. Προτιμούσε να φροντίζει τις γλάστρες της στο μπαλκόνι και να ακούει μουσική από το στερεοφωνικό ραδιόφωνο που είχε φέρει ο Σπύρος από την Σικελία, από την περιοδεία στα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας. Απέναντι από το σπίτι τους είχε ανοίξει πριν μερικά χρόνια ένα παντοπωλείο με ελληνικά και ξένα προϊόντα. Το είχε ένας Πακιστανός, ο Σαλίμ. Στις αρχές είχε πιάσει κουβέντα μαζί του και είχε μάθει ότι ήταν από την πόλη Λαχόρη, που βρισκόταν στις όχθες του ποταμού Ράβι. Της είχε πει ότι η πόλη του είναι γνωστή για την ταπητουργία της, καθώς τα χειροποίητα χαλιά που παράγει συγκαταλέγονται στα κορυφαία προϊόντα που εξάγει το Πακιστάν. Σε μια τέτοια βιοτεχνία χειροποίητων χαλιών δούλευαν οι γονείς του και τους βοηθούσε και ο ίδιος, στέλνοντάς τους χρήματα από το παντοπωλείο του. Στην Ελλάδα είχε έρθει πριν δέκα χρόνια. Είχε κάνει πολλές και διάφορες δουλειές, σκληρές όλες, μέχρι που εντέλει μπόρεσε και άνοιξε αυτό το μαγαζί.

Τον συμπαθούσε πολύ τον Σαλίμ. Πήγαινε και αγόραζε πράγματα που η ίδια δεν χρησιμοποιούσε, μπισκότα και σοκολάτες κυρίως, έπαιρνε και κονσέρβες γάλα και τα πήγαινε σε μια φτωχή οικογένεια, δυο στενά πιο πέρα. Του είχε χαρίσει και ρούχα του Σπύρου, πουλόβερ και πουκάμισα. Ο Σαλίμ την έβλεπε σαν τη μάνα του και τον συγκινούσε πάντα ο ερχομός της στο μαγαζί του. Της έλεγε, «κυρία Ρενέ, τι θα θέλατε να σας δώσω;»

«Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν», του έλεγε εκείνη. «Δως μου μια ευχή, τίποτ’ άλλο. Πες μου Καλά Χριστούγεννα και θα μου έχεις δώσει όλα τα καλά του κόσμου!»

«Δεν ξέρω τι είναι τα Χριστούγεννα, κυρία Ρενέ», της απαντούσε εκείνος, «είμαι Μουσουλμάνος. Αλλά αν είναι να σας δώσω χαρά, τότε σας εύχομαι ολόψυχα Καλά Χριστούγεννα!»

Τα μάτια της Ρενέ έλαμπαν. Ανέβαινε στο σπίτι, άλλαζε το νερό στα λουλούδια, έβαζε καθαρό, καθόταν κοντά στο πιάνο κι έβγαζε το χαρτάκι από την τσέπη της. Το κοίταζε. Το διάβαζε. Ξανά και ξανά. Χαμογελούσε…

«Μεγάλη θεατρίνα δεν έγινα ποτέ, μητέρα», μουρμούριζε, φέροντας στη μνήμη της την αγαπημένη μορφή της μητέρας της, στο νησί. «Κατάφερα όμως να γίνω ευτυχισμένη. Ξέρω πως θα συμφωνούσες κι εσύ πως αυτό είναι πολύ σημαντικό…»

Όταν σε λίγες μέρες δεν φάνηκε στο παντοπωλείο του Σαλίμ και τα πατζούρια της ήταν συνέχεια κλειστά εκείνος ανησύχησε και το είπε στους γείτονες. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Άνοιξαν με κλειδαρά την πόρτα του σπιτιού και τη βρήκαν καθισμένη στην πολυθρόνα κοντά στο πιάνο, με το βάζο δίπλα στη φωτογραφία του άντρα της να έχει κατέβει και μυρίσει το νερό, με τα λουλούδια μαραζωμένα και με ένα σημείωμα κουβαριασμένο σφιχτά στο χέρι της που δυσκολεύτηκαν να το πάρουν από τα δάχτυλά της, λόγω της νεκρικής ακαμψίας…

 


[1] Πόσο λυπάμαι – Συνθέτης Κώστας Γιαννίδης, στιχουργός Βασίλης Σπυρόπουλος και Πάνος Παπαδούκας, ερμηνεία Σοφία Βέμπο από την επιθεώρηση «Βιολέττα», 1938.




        

        Δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2021                                                                                                       στο τεύχος Νο 68  του περιοδικού  
                             «δε|κατα» με θέμα 
                        «Καλά Χριστούγεννα».
                          
        Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, 
          ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                         για τη δημοσίευση. 








18 Οκτωβρίου 2021

Loredana - Διήγημα

Maria Grazia Cucinotta, Italiana αttrice da Messina di Sicilia 



                                                                              Λορεντάνα 

                                                              (ημι) αυτοβιογραφικό διήγημα


Όταν ήμουν στο Μιλάνο για σπουδές κατοικούσα σε μια λαϊκή συνοικία, περίπου σαράντα λεπτά από το κέντρο. Κόρσικο, τη λένε. Οικονομικοί μετανάστες από τον ιταλικό Νότο, εργάτες στη βαριά βιομηχανία της Λομβαρδίας, φοιτητές, έμποροι ναρκωτικών• η ταυτότητα των κατοίκων της.

Η πολυκατοικία εργατικής αρχιτεκτονικής, πολυώροφη και άχρωμη, και συχνά βρώμικη, με αποτσίγαρα στην είσοδο που παρέμεναν εκεί μια βδομάδα. Είχα νοικιάσει ένα διαμέρισμα στο ισόγειο και συγκατοικούσα με δυο Ιταλίδες. Στο διπλανό διαμέρισμα έμενε μια μητέρα από τη Σικελία με τους δύο γιους της. Είχαν έρθει στο Μιλάνο για να βρουν δουλειά τ’ αγόρια. Πατέρας δεν υπήρχε. Και οι τρεις μού θύμιζαν την ταινία «Ο Ρόκκο και τα αδέλφια του», του Λουκίνο Βισκόντι. Η μάνα ήταν σχεδόν ίδια η Κατίνα Παξινού. Έντονες σακούλες κάτω από τα μάτια γεμάτες υγρό, βλέμμα που έβγαζε σπίθες, μαλλιά τραβηγμένα πίσω άβαφα, χείλη σκασμένα από το κρύο. Έδειχνε βράχος. Πατέρας και μάνα μαζί• ότι είχε αναλάβει να πάρει στις ράχες την οικογένεια να τη στηρίξει και το έφερνε σε πέρας με επιτυχία.

Αλλά και τα αγόρια είχαν κάτι από τους ήρωες του Βισκόντι. Σκληρά παιδιά• στη Σικελία έπαιζαν μπάλα σε χωμάτινες αλάνες περιτριγυρισμένες από μακρόστενες άχαρες πολυκατοικίες, οι περισσότεροι κάτοικοι των οποίων είχαν δουλειά μόνο εάν είχαν καλές σχέσεις με την μαφία – περιγραφές από τη μάνα όλα αυτά, όταν αργότερα γνωριστήκαμε. Τα πρόσωπά τους είχαν μια μόνιμη μελαγχολία και κατήφεια, μου έλεγαν καλημέρα χωρίς χαμόγελο και χωρίς να με κοιτάνε, τα ρούχα τους μύριζαν από μακριά τσιγάρο και τα μαλλιά τους ήσαν μαύρα και στιλπνά. Ήταν ο Φιλίππο και ο Σαλβατόρε. Τη μητέρα την έλεγαν Λορεντάνα.

«Σιτσιλιάνα κι εσύ;» μου είχε πει την πρώτη φορά που ειδωθήκαμε στην είσοδο.

«Ελληνίδα», της είχα απαντήσει.

Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Φορούσε μια χοντρή ρόμπα χειμωνιάτικη κι από πάνω μια μακριά ζακέτα και κάτι μαύρα χοντρά παπούτσια. Είχε βγει να πετάξει τα σκουπίδια και επέστρεφε. Εγώ, έφευγα. Ήταν πρωί, πήγαινα στη σχολή.

«Λοιπόν Ελληνίδα», μου είπε μετά, «έχω έτοιμο καφέ. Άμα δεν βιάζεσαι να φύγεις, πάμε στην κουζίνα μου. Εμείς στον Νότο έτσι κάνουμε. Μιλάμε μεταξύ μας και γνωριζόμαστε. Οι Μιλανέζες εδώ με το στανιό μου λένε καλημέρα. Εσύ μου χαμογέλασες και μου άρεσε. Έλα. Ο καφές είναι ζεστός».

Έτσι γνώρισα την Λορεντάνα, τη Σιτσιλιάνα. Δεν βιαζόμουν εκείνη την ημέρα και αποδέχτηκα την πρόσκλησή της. Ήπια αχνιστό εσπρέσο κι έφαγα δυο φέτες ψωμί που το είχε ζυμώσει η ίδια και τυρί πεκορίνο σιτσιλιάνο - ένα τυρί από τη Σικελία από τα πιο παλιά αλλαντικά της Ευρώπης, που η Λορεντάνα το έβρισκε σε μια αλυσίδα σούπερ μάρκετ με προϊόντα ιταλικής γαστρονομίας, στην περιοχή Πόρτα Γκαριμπάλντι. Τα λέγαμε για καμιά ώρα.

«Η μόνη οικογένεια που έχω», μου διηγήθηκε, «είναι οι δύο γιοι μου. Τους γονείς μου τους έχασα όταν ήμουν μικρή. Με πάντρεψε πολύ νέα μια θεία που με είχε αναλάβει μετά τον θάνατο των γονιών μου, αλλά χήρεψα γρήγορα. Ο άντρας μου πέθανε από καρκίνο, τα παιδιά πήγαιναν στο δημοτικό• σφουγγάριζα γραφεία για να μπορώ να τα συντηρώ. Μια αδελφή είχα μόνο. Ήταν πόρνη, δούλευε για έναν μαφιόζο. Μου έδινε και μένα χρήματα. Κάποια στιγμή τής έκανε πρόταση γάμου ένας υπάλληλος τράπεζας, γείτονάς της, ήξερε πως είναι πόρνη αλλά την ερωτεύτηκε και ήθελε να την παντρευτεί και να τη σταματήσει από την πορνεία. Χαρά που κάναμε και οι δύο! ‘Θα αλλάξει η ζωή μου’, μου έλεγε η αδελφούλα μου. ‘Θα σταματήσω την πορνεία και θα είμαι κυρία. Ο υπάλληλος είπε ότι θα βοηθάει και σένα’. Να σε ρωτήσω Ελληνίδα, ξέρεις καμιά πόρνη που να είχε καλό τέλος στη ζωή της; Γιατί εγώ, πάντως, δεν ξέρω• γι’ αυτό σε ρωτάω.

»Μια μέρα ήρθε ξαφνικά στο σπίτι μου η μάνα του υπάλληλου και μου λέει: ‘Πες στην πουτάνα την αδελφή σου να αφήσει ήσυχο τον γιο μου. Σε πουτάνες δεν τον δίνω’. Κι έφυγε. Το είπα στην αδελφή μου, εκείνη στον υπάλληλο, την αγαπούσε όμως εκείνος και δεν έδωσε σημασία στα λόγια της μητέρας του. Κανόνισαν να παντρευτούν. Δέκα μέρες πριν τον γάμο η αδελφή μου πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι μου καθώς ερχόταν να με επισκεφθεί. Ένας αλήτης το έκανε, τον είδαν όλοι στη γειτονιά, τον ξέρανε χρόνια. Αλλά δεν μίλησε κανείς στην αστυνομία, από φόβο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κανείς δεν μιλάει, ποτέ. Ένας φουκαράς ήταν, που έκανε θελήματα στη μαφία. Και γω τον ήξερα. Τον πλήρωσε η μάνα του υπάλληλου για να σκοτώσει την αδελφούλα μου. Έστειλε και σε μένα μήνυμα η μάνα: ‘Δεν είδες, δεν ξέρεις τίποτα, δεν υποψιάζεσαι κανέναν. Πρόσεξε. Έχεις παιδιά’.

»Ο γιος της συνέχισε να εργάζεται στην τράπεζα και συμπεριφερόταν σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν τόλμησε να τα βάλει με τη μάνα του. Ούτε συλλυπητήρια δεν ήρθε να μου πει. Ποιος έρωτας, ποια αδελφή μου, ποιος γάμος… Αργότερα, παντρεύτηκε μια συνάδελφό του. Εγώ, μετά από λίγο, πήρα τα παιδιά κι ήρθα στο Μιλάνο. Αυτά, δεν είχαν όρεξη για γράμματα. Μετά το γυμνάσιο μού ξεκαθάρισαν ότι ήθελαν να παρατήσουν το σχολείο. Για σπουδές, ούτε κουβέντα. Κι έτσι, αποφασίσαμε να φύγουμε από τη Σικελία και να έρθουμε στον Βορρά. Ήθελαν και οι δύο να ψάξουν καμιά καλή δουλειά στα εργοστάσια εδώ, στη Λομβαρδία. Όχι ότι βρήκαν. Χαμάληδες είναι, στην αγορά κρεάτων. Κουβαλάνε σφαγμένα ζώα από τους εμπόρους και τα πηγαίνουν στα καταστήματα. Ο μεγάλος, τώρα τελευταία, νομίζω πως κάπου έχει μπλέξει και δεν μου λέει. Φοράει μια χοντρή χρυσή καδένα στο λαιμό. Άμα κουβαλάς κρέατα στην πλάτη δεν έχεις λεφτά για χρυσές καδένες. Από την άλλη, αν ήθελε παρτίδες με μαφιόζους δεν ήταν ανάγκη να ξεσηκωθούμε από το σπίτι μας, καθόμασταν και στη Σικελία. Έχουμε μία από τις καλύτερες μαφίες του κόσμου. Κόζα Νόστρα, τη λένε. Ακουστά θα την έχεις. Τον φοβάμαι τον μεγάλο, Ελληνίδα. Πώς είπες ότι σε λένε;»

«Βικτώρια».

Σκέφτηκε λίγο.

«Βιττόρια, θα σε λέω», είπε μετά. «Το Βικτώρια το λένε οι Άγγλοι. Εγώ είμαι Σιτσιλιάνα».

 

Το Μιλάνο με γοήτευε μέσα στην ομίχλη του. Απόμακρο και ονειρικό μαζί. Σαν περιτύλιγμα πακέτου που σου κρύβει την κούκλα που έχει μέσα. Όλο τον χειμώνα το Ντουόμο έμοιαζε στα μάτια μου σαν μια μυστηριώδης εικαστική εγκατάσταση με τεράστιο όγκο, ανερμήνευτη για τους μη μυημένους στην τέχνη. Λίγο πιο κει, στην πλατεία της Σκάλας του Μιλάνου, το άγαλμα του Λεονάρντο ντα Βίντσι με τους τέσσερις μαθητές του ξεπρόβαλε αμυδρά μέσα από την ομίχλη σαν Δάσκαλος που υπάρχει εκεί από αιώνες για να σου διδάσκει τον τρόπο να βλέπεις το φως της ύπαρξης μέσα στις σκιές της άγνοιας. Με γοήτευαν ακόμα και τα τραμ που τα άκουγα να έρχονται από μακριά αόρατα, να περνάνε από μπροστά μου και μόλις τότε να διακρίνω τα υπέροχα ζωηρά χρώματά τους, εκείνο το πορτοκαλί και το φωτεινό πράσινο, κι έπειτα να τα βλέπω να απομακρύνονται, να συνεχίζω να τα κοιτάζω και εκείνα να χάνονται ξανά στο βάθος, σαν φωτεινό τρενάκι σε λούνα παρκ που κινείται μέσα σ’ ένα μυστηριώδες σύννεφο και κάνει τα παιδιά να το κοιτάζουν μαγεμένα.

Με τους γιους της Λορεντάνα εξακολουθούσα να μην έχω πολλά-πολλά. Με απέφευγαν. Ουσιαστικά, είχα παρατηρήσει πως ήσαν απόμακροι με όλο τον κόσμο. Δύσκολα χαιρετούσαν συγκάτοικο στην πολυκατοικία, δύσκολα σήκωναν τα μάτια από κάτω.

Απέναντι από την πολυκατοικία μας ήταν ένα μπαρ από αυτά στην Ιταλία που σερβίρουν καφέ, αλκοόλ, πωλούν τσιγάρα, έχουν και κάνα δυο στρογγυλά τραπέζια για χαρτιά, ένα φλίπερ στη γωνία και συγχρόνως είναι και πρακτορεία Totocalcio, του αντίστοιχου δικού μας ΠΡΟ-ΠΟ. Bar Tabacchi, λέγονται. Με τα χρόνια βέβαια αυτά τα μπαρ διαφοροποιήθηκαν, αλλά τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια που ήμουν στο Μιλάνο ήταν χώροι που λειτουργούσαν ως σαββατιάτικη έξοδος των φοιτητών και των εργαζομένων. Πήγαιναν εκεί και έπιναν έναν καφέ, ένα αμαρέτο, έπαιζαν φλίπερ, αγόραζαν τα τσιγάρα τους, κάθονταν και παρακολουθούσαν αυτούς που έπαιζαν χαρτιά, έβαζαν ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ, Μίλβα ή Αντριάνο Τσελεντάνο, και περνούσε το σαββατόβραδο χωρίς ιδιαίτερα έξοδα και χωρίς να έχουν μείνει στο σπίτι. Αλλιώς, η διασκέδαση στο Μιλάνο ήταν πάντα ακριβή υπόθεση. Η Λορεντάνα πήγαινε συχνά εκεί. Με κάλεσε και μένα κάποια στιγμή, να πάμε παρέα. «Έλα να πιούμε grappa», μου είπε.

Πήγαμε το Σάββατο το βραδάκι στο μπαρ αλλά δεν ήπια grappa γιατί την έβρισκα πολύ δυνατή, κάτι σαν το τσίπουρο το δικό μας, το σπιτικό, των χωριών, που το βάζεις σε τασάκι, πετάς αναμμένο σπίρτο πάνω του και πιάνει φωτιά. Μου άρεσε από πάντα το λευκό μαρτίνι με πάγο. Η Λορεντάνα στο μπαρ, από φιγούρα της ταινίας «Ο Ρόκκο και τ’ αδέλφια του» που ήταν στην καθημερινότητά της, ερχόταν βαμμένη και στολισμένη σαν φιγούρα του Φελλίνι στην ταινία La Strada• μια Τζουλιέτα Μασίνα με έντονες βλεφαρίδες και κατακόκκινο κραγιόν που της λέρωνε τα δόντια. Της άρεσε να βάφει τα μάτια της με έντονη γαλάζια σκιά και να φοράει φανταχτερά σκουλαρίκια από το παζάρι. Οι μπλούζες της ήταν πάντα κάνα δυο νούμερα μικρότερες, με το ζόρι κάλυπταν το στήθος της και στους ώμους έριχνε πρόχειρα μια ροζ συνθετική γούνα που την έβγαζε αμέσως μόλις καθόμασταν. Παρατηρούσα με τρόπο τα χέρια της. Είχε δάχτυλα παραδουλεύτρας, κόκκινα και χοντρά, και νύχια κίτρινα από τους μύκητες. Φαινόταν ότι δούλευε από μικρή στο σφουγγάρισμα. Την αγαπούσα τη Λορεντάνα, μου ασκούσαν μια παράξενη γοητεία τα συμβάντα της ζωής της, πάνω από όλα όμως με γοήτευε η εγκαρδιότητα και η φιλοξενία του χαρακτήρα της. Έπινε τρεις γκράπες και γω δύο μαρτίνι. Μετά την πρώτη grappa σηκωνόταν με το κέρμα στο χέρι και πήγαινε στο τζουκ μποξ. Είχε ακούσει το 1966 στο ραδιόφωνο το Φεστιβάλ τού σαν Ρέμο και είχε λατρέψει το τραγούδι που ερμήνευσε η Κατερίνα Καζέλλι, το ‘nessuno mi può giudicare’ – κανείς δεν μπορεί να με κρίνει. Το έβαζε δυο τρεις φορές και το άκουγε, μέχρι που το συνήθισα και το αγάπησα κι εγώ.

«Κάναν Ιταλό, αγάπησες Βιττόρια;» με ρώταγε με το τσιγάρο στο στόμα – MS κάπνιζε.

«Συμπάθησα, Λορεντάνα, για την ακρίβεια. Δεν αγάπησα ακριβώς…», της απαντούσα. «Συμπάθησα. Γιατί, η αγάπη, είναι μεγάλη κουβέντα».

«Και πού είναι; Μένετε μαζί; Δεν τον έχω δει».

«Αφού ξέρεις, συγκατοικώ με δύο φοιτήτριες».

«Και ο Ιταλός;»

«Απ’ όσο ξέρω, τώρα πρέπει να είναι στη Γαλλία».

«Έχετε χωρίσει;»

«Έχω μια παραξενιά, Λορεντάνα, δεν μπορώ να έχω σχέση με παντρεμένο. Δεν θέλω να είμαι η δεύτερη στη ζωή ενός άντρα. Πες το ιδιοτροπία, δεν ξέρω.. Θα ‘ρθουν Χριστούγεννα, θα ‘ρθουν γιορτές, ο παντρεμένος αναγκαστικά θα μείνει με την οικογένειά του και η ερωμένη  θα μείνει μόνη. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Εγώ θέλω τα Χριστούγεννα ο αγαπημένος μου να μου φέρει Αλεξανδρινό και το βράδυ να κοιμηθεί μαζί μου. Έτσι καταλαβαίνω τα Χριστούγεννα. Αλλιώς, να με αφήσει στην ησυχία μου. Δεν μπορώ τα πέρα – δώθε.

»Ο Ιταλός που σου λέω ήταν παντρεμένος και μου το έκρυβε. Δεν είχα ιδέα, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Δεν είμαι καχύποπτη, άμα μου πεις κάτι το πιστεύω, δεν έχω λόγο να σε αμφισβητήσω. Ένα πρωί μού χτυπάει την πόρτα μια κοπελίτσα. Την είδα και νόμισα ότι ήταν κάποια συγκάτοικος από την πολυκατοικία που κάτι ήθελε. ‘Είμαι η γυναίκα του’, μου είπε δειλά και κοκκίνισε. ‘Ποιανού;’ τη ρώτησα απορημένη. Δεν μου μίλαγε, με κοίταζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Πιο πολύ διαισθητικά κατάλαβα ποια ήταν. Πρώτα ένιωσα σοκ και μετά άρχισα να το λυπάμαι αφάνταστα εκείνο το μαζεμένο κοριτσάκι που στεκόταν αμήχανο μπροστά μου. Ήταν είκοσι πέντε χρονώ τότε, αλλά ήταν λεπτούλα κι έδειχνε μικρότερη. Ο άλλος είχε κλείσει τα τριάντα έξι. Της είπα να περάσει μέσα και πήγαμε στην κουζίνα. Ήμουν μόνη. Οι συγκάτοικοί μου είχαν φύγει για τις σχολές τους, το μεσημέρι είχα κι εγώ μάθημα και θα έφευγα. Η κοπελίτσα έτρεμε. Της προσέφερα καφέ και μιλήσαμε. ‘Πήρε προίκα δύο ακριβά διαμερίσματα κοντά στην Πόρτα Νουόβα’, άρχισε να μου λέει όταν ένιωσε πιο άνετα, ‘όλες τις καταθέσεις μου στην τράπεζα και έξι μήνες μετά τον γάμο πούλησε ένα βενετσιάνικο σκρίνιο της γιαγιάς μου με τεράστια καλλιτεχνική αξία. Τον αγαπάω όμως πολύ και δεν μπορώ να του χαλάω το χατίρι, ό,τι και να μου ζητάει. Έμεινα έγκυος ένα χρόνο μετά τον γάμο και απέβαλα. Μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να ξαναμείνω έγκυος. Δεν με πειράζει να πηγαίνει με άλλες… Με πειράζει να με παρατήσει. Έχω εξάρτηση από αυτόν. Μη μου το κάνεις σε παρακαλώ αυτό, μην τον αφήσεις να φύγει από μένα και να έρθει σε σένα. Του αρέσεις, το έχω καταλάβει… Για να έρθω να σε βρω, σημαίνει πως φοβάμαι. Έχω ξαναβρεθεί σε αυτή τη θέση. Κάθε φορά με καθησυχάζει ότι είναι μια περιπέτεια χωρίς σημασία κι ότι δεν θα ξανασυμβεί, αλλά σε λίγο καιρό ξανασυμβαίνει…’»

Η Λορεντάνα έπινε την grappa και με άκουγε.

«Λορεντάνα, τον Ιταλό μέσα μου τον χώρισα εκείνη τη στιγμή που έβλεπα τη γυναίκα του να τρέμει μπροστά στα μάτια μου από φόβο μήπως τον χάσει και την άκουγα να με παρακαλάει να μην της τον πάρω. Πάγωσα μαζί του. Έχω μια παράξενη άμυνα στα συναισθηματικά μου. Άμα με πληγώσει κάποιος κατεβάζω αμέσως ρολά. Ακαριαία. Όσο πρόλαβε να με χτυπήσει, να με πονέσει, πρόλαβε. Τα επόμενα χτυπήματά του βρίσκουν σίδερο. Εκείνο που με πλήγωσε περισσότερο σε αυτόν ήταν η ατάκα που είπε στη γυναίκα του για μένα, ότι ήμουν μια περιπέτεια χωρίς σημασία. Σε εμένα έλεγε άλλα, ότι ονειρευόταν κάποτε να ζήσουμε μαζί σ’ ένα νησί του Αιγαίου και με έπειθε ότι έκανε σχέδια για μας. Παραμυθιαζόμουν, το παραδέχομαι, με κολάκευε να με θεωρεί κομμάτι της ζωής του ένας όμορφος Ιταλός με Alfa Romeo.

»Την κοπελίτσα την έχρισα αμέσως αδελφή μου. Ένιωσα συγγενής μαζί της. Κι εγώ στη θέση της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα αντιδρούσα. Είχαμε το ίδιο DNA. Τη συμπόνεσα, όπως θα συμπονούσα τη μάνα μου αν την έβλεπα να πονάει. Δέθηκα μαζί της. Της είπα ότι μπορεί να με θεωρεί φίλη της, να έρχεται στο σπίτι μου όποτε θέλει και να μιλάμε• τη διαβεβαίωσα ότι από μένα δεν κινδύνευε να χαλάσει ο γάμος της, δεν αισθανόμουν τίποτα το σοβαρό για τον άντρα της, δεν τον είχα ερωτευτεί, απλώς μια ερωτική συντροφιά ήταν, τίποτα πάρα πάνω και πως έπαψα να τον θέλω από τη στιγμή που έμαθα πως είναι παντρεμένος. Με πίστεψε, το ξέρω. Τα μάτια της έλαμψαν. Κανονίσαμε να ξαναβρεθούμε την Κυριακή, να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Εκείνο το διάστημα γινόταν ένα εβδομαδιαίο αφιέρωμα στον Μικελάντζελο Αντονιόνι που άρεσε και στις δυο μας. Είδαμε το ‘Επάγγελμα Ρεπόρτερ’. Μετά την ταινία ήθελε να μου δείξει τη συνοικία Brera, το ‘Σόχο του Μιλάνου’, όπως μου είπε ότι την αποκαλούν, λόγω των γκαλερί και γενικά της μποέμ ατμόσφαιρας που αποπνέει, και πήγαμε εκεί για βόλτα. Περάσαμε πολύ ωραία, περπατούσαμε για ώρα στα λιθόστρωτα σοκάκια. Φάγαμε χειροποίητα ζυμαρικά και ήπιαμε κόκκινο κρασί σε μια τραττορία που έμοιαζε με σκηνικό ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού.

»Ήταν πολύ συμπαθητικό κορίτσι και συνεσταλμένο. Θα πρέπει να έκανε τεράστια υπέρβαση για να μπορέσει να έρθει να με βρει και να μου πει αυτά που μου είπε. Γι’ αυτό την εκτίμησα τόσο. Για κάποιο διάστημα κάναμε αρκετή παρέα. Έδειχνε πως με ένιωθε κι αυτή σαν αδελφή της. Μου μίλαγε για τον άντρα της, ότι τελευταία είχε γνωρίσει μια Γαλλίδα τουρίστρια κι έβγαινε συνέχεια μαζί της. ‘Μα, πώς μπορείς και το ανέχεσαι…’, τη ρωτούσα. ‘Είμαι ερωτευμένη, τον θέλω’, μου απαντούσε αυθόρμητα. Εγώ σε εκείνον είχα αφήσει ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή της δουλειάς του αμέσως μόλις έφυγε η γυναίκα του το πρωί που ήρθε στο σπίτι μου, ότι δεν θέλω να τον ξαναδώ, έτσι ξερά, χωρίς να εξηγώ το γιατί. Ήμουν απόλυτη και κάθετη. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε ή αν του είπε κάτι η γυναίκα του, πάντως από τότε δεν ξαναεποικώνησε μαζί μου, ούτε η κοπέλα μού ξαναέκανε συζήτηση πάνω σε αυτό.

»Το καλοκαίρι επέστρεψα στην Αθήνα και το Φθινόπωρο που ξανάρθα στο Μιλάνο το κορίτσι είχε χαθεί. Περίμενα, ξαναπερίμενα να έρθει στο σπίτι, τίποτα. Τηλεφώνησα στο σπίτι τους, πρωί, ήξερα πως ο άλλος θα ήταν στη δουλειά. Δεν απάντησε κανείς. Άφησα να περάσουν λίγες μέρες και ξανατηλεφώνησα. Απάντησε μια άγνωστη κυρία. Το σπίτι είχε πουληθεί, μου είπε, και τώρα το είχε αυτή η κυρία. Της είπα ότι γνώριζα την κοπέλα που έμενε πριν εκεί και ήθελα να μάθω νέα της. Ήταν λιγομίλητη, λογικό ήταν, μιλούσε με μια άγνωστη. Μου είπε λίγα πράματα, ότι το ζευγάρι είχε χωρίσει, ότι ο άντρας είχε μετακομίσει στη Γαλλία και ότι η σύζυγός του μετά την πώληση του σπιτιού επέστρεψε στο πατρικό της, σε μια αγροικία κάτω από τις Άλπεις, στα σύνορα με την Ελβετία, όπως είχε μάθει. Δεν ήξερα το τηλέφωνο στο πατρικό της κοπέλας, ούτε εκείνη επικοινώνησε ξανά μαζί μου. Ακόμα όμως τη θεωρώ αδελφή μου, Λορεντάνα, και κατανοώ απόλυτα την ανάγκη της να θέλει να πάει να ζήσει στο βουνό. Θέλω πάντα να είναι καλά και δεν σου κρύβω ότι, υπάρχουν μέρες που, όταν ακούω κουδούνι λέω, ‘λες να ήρθε η αδελφή μου από τις Άλπεις;’ και τρέχω με λαχτάρα να ανοίξω την πόρτα…»

 

Κάπως έτσι περνούσαν τα Σάββατα στο Μιλάνο, γεμάτα ομίχλη, κρύο, και φιλική συντροφιά με τη σιτσιλιάνικη φωνή της Λορεντάνα στο μπαράκι. Αρκετά μεσημέρια της Κυριακής με καλούσε στο σπίτι της και μαγείρευε τοπικά φαγητά της Σικελίας που τα λάτρευα. «Έλα, Ελληνίδα, να σε μάθω να φτιάχνεις αραντσίνι», μου έλεγε, «να τα μαγειρεύεις στον αγαπημένο σου, να τον ξελογιάζεις». Τα αραντσίνι στα ελληνικά μεταφράζονται ως μικρά πορτοκαλάκια λόγω του σχήματος και του χρώματός τους, αν και η Λορεντάνα τα έφτιαχνε σε σχήμα κώνου, σαν αχλαδάκια. Μου είχε εξηγήσει πως πρόκειται για ένα πανάρχαιο φαγητό με καταγωγή από την Αραβία, όταν ακόμα η Σικελία ήταν υπό την κατοχή της. Πρόκειται για μικρές μπαλίτσες από ριζότο αρωματισμένο με σαφράν γεμισμένες με μοτσαρέλα και σάλτσα ντομάτας, ή άλλες φορές με ραγού και μπιζέλια, και τηγανισμένες στο τηγάνι αφού πρώτα περαστούν σε χτυπημένο αυγό και ψίχουλα ψωμιού. Της είχα πει ότι, ήμουν σίγουρη ότι πιο νόστιμα αραντσίνι δεν θα τύχει να ξαναφάω ποτέ στη ζωή μου και το εννοούσα. Και μετά μου προσέφερε τραγανά κανόλι για επιδόρπιο, ένα επίσης κλασικό σιτσιλιάνικο γλύκισμα, που είναι «σωληνάκια» από μπισκότο γεμισμένα με ricotta, το γλυκό λευκό τυρί των Ιταλών, και πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη. Εγώ της έφτιαξα κάποτε ένα κερκυραϊκό φαγητό, παστιτσάδα με κόκορα με χοντρά τρυπητά μακαρόνια και σημείωσε τη συνταγή να τη φτιάχνει στα παιδιά, της άρεσε πολύ. 

Στον τελευταίο χρόνο της σχολής έφυγα από το Κόρσικο και μετακόμισα κοντά στη σχολή γιατί είχα να ετοιμάσω την πτυχιακή μου εργασία κι έπρεπε να βρίσκομαι σχεδόν καθημερινά στη βιβλιοθήκη του Πολυτεχνείου. Την Λορεντάνα την ξαναείδα μετά από μήνες, λίγο πριν δώσω εξετάσεις το καλοκαίρι. Πήγα ένα Σάββατο βράδυ και της χτύπησα το κουδούνι• δεν απάντησε και κατάλαβα ότι θα ήταν απέναντι, στο μπαράκι. Πήγα στο μπαρ και πράγματι ήταν εκεί. Το τι χαρά έκανε που με είδε! Της ξέφυγαν κάτι σιτσιλιάνικες λέξεις που ούτε που τις κατάλαβα. Ήταν όπως την ήξερα τα σαββατόβραδα: βαμμένη σαν να παίζει σε  ταινία του Φελλίνι, εφαρμοστό χρωματιστό φουστάνι, λουστρινένιες γόβες, βραχιόλια και σκουλαρίκια ψεύτικα, τα χέρια της φουσκωμένα από τα νερά και πάντα τα νύχια της κίτρινα από τους μύκητες. Ένα λεπτό ολόκληρο αγκαλιασμένες ήμασταν. Την αγαπούσα τόσο πολύ! Μου παρήγγειλε μαρτίνι και αφού πρώτα ρώτησε για μένα αν είχα προετοιμαστεί για το πτυχίο κι αν είμαι καλά εκεί που μένω, άρχισε να μου λέει τα δικά της: 

«Βιττόρια, έχω αγαπημένο! Το πιστεύεις; Να, κοίτα;» και μου κάνει νόημα με τα μάτια να κοιτάξω στο φλίπερ. Γυρνάω προς το φλίπερ, κοιτάω, ήταν κάποιος και έπαιζε, αλλά τον είχα πλάτη. Δεν τον έβλεπα στο πρόσωπο.

«Αγάπησα, Βιττόρια! Πρώτη φορά στη ζωή μου! Άκουγα κι εγώ τόσο καιρό να μιλάνε για τον έρωτα και νόμιζα ότι είναι αυτό που κάνεις με τον άντρα σου από υποχρέωση που είναι άντρας σου. Αλλά όταν αγαπάς, είναι διαφορετικά, χτυπάει αλλιώς η καρδιά σου. Μ’ αγαπάει και εκείνος, το νοιώθω. Είναι ανύπαντρος. Είχε ένα εργατικό ατύχημα στο εργοστάσιο που δούλευε νεαρός, του κόπηκε το αριστερό πόδι από το γόνατο και κάτω. Του έχουν βάλει ψεύτικο. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι το πρόβλημα αυτό ήταν ανασταλτικός παράγοντας στο να κάνει σοβαρή σχέση με γυναίκα. Απέφευγε να φλερτάρει, μου είπε, ντρεπόταν να πλησιάζει τα κορίτσια γιατί φοβόταν ότι θα τον απέρριπταν και μόνο κάτι ευκαιριακές γνωριμίες έχει κάνει. Έμεινε για χρόνια μόνος. Εμένα δεν με νοιάζει καθόλου αυτό. Είναι ο άνθρωπός μου. Είναι καλός. Του έχουν δώσει αναπηρική σύνταξη, αλλά μετά το ατύχημα, για να μη μένει άπραγος, γράφτηκε σε ωδείο κι άρχισε να κάνει μαθήματα βιολοντσέλου. Αγαπάει πολύ τη μουσική και τώρα είναι μέλος σε ορχήστρα εδώ, στο Μιλάνο. Στην αρχή δείλιαζε να με πλησιάσει, μου είπε. Γείτονάς μας είναι Βιττόρια, εδώ στο Κόρσικο μένει, κι ένα Σάββατο που βρέθηκε στο μπαράκι με είδε. Εσύ είχες φύγει, τα παιδιά είχαν βγει με τις παρέες τους, είχα πάει μόνη. Του άρεσα από την πρώτη στιγμή που με είδε, μου εξομολογήθηκε αργότερα, αλλά τον έπιασε ο συνηθισμένος του φόβος ότι σε μένα μπορεί να μην αρέσει και σηκώθηκε κι έφυγε. Ξανάρθε όμως το άλλο Σάββατο με την ελπίδα να με ξαναδεί. Είχα πάει, ευτυχώς και με τον τρόπο του τράβηξε την προσοχή μου. Παρατήρησα κάποια στιγμή κάποιον να με κοιτάει και να κοκκινίζει… Τι να σου πω βρε Ελληνίδα, πολλές φορές είναι τυχερά αυτά τα πράγματα – το λέτε εσείς αυτό στην Ελλάδα; Εμείς στη Σικελία το λέμε.

»Άσε που κι εγώ, αμήχανη ήμουν, σχεδόν φοβισμένη. Εκτός από σφουγγαρίσματα και μαγειρέματα, δεν ξέρω να κάνω τίποτ’ άλλο• δεν έχω ιδέα τι είναι το φλερτ, δεν έχω πάει σε πάρτι, δεν έχω πάει εκδρομές με φίλες, δεν πρόλαβα καλά καλά να κάνω φίλες. Βρέθηκα μικρή σε εκκλησία να παντρεύομαι κάποιον που τον είχα ξαναδεί μια φορά την ημέρα του προξενιού κι άλλη μία όταν με πήγε μια βόλτα να με κεράσει παγωτό, συνοδεία με τη μητέρα του. Μετά χήρεψα, μετά πείνασα κι έπρεπε να δουλέψω για τα παιδιά μου, μετά πήρα τα παιδιά και μετανάστευσα στον Βορρά. Και μια μέρα βλέπω κάποιον να με κοιτάει και να κοκκινίζει κι αισθάνθηκα άλλος άνθρωπος. Ερωτεύτηκα, αγάπησα σ’ αυτή την ηλικία, με παιδιά της παντρειάς, εγώ με τα πρησμένα χέρια και τα παραπανήσια κιλά. Ενρίκο, τον λένε. Είμαστε συνομήλικοι.

» Μιλάω πολύ, Ελληνίδα; Από χαρά το κάνω, μη με παρεξηγείς. Η αλήθεια είναι ότι σε σκεφτόμουν, ήθελα να είχα κάποιον κοντά μου να του μιλήσω, μια φίλη, μου ‘λειψες. Πεθύμησα να ερχόσουν σπίτι, να φτιάχναμε αραντσίνι, να πίναμε κρασί και να σου έλεγα για τον Ενρίκο. Ζήτησε να με παντρευτεί. Και τα παλιόπαιδά μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Δεν έχω έναν άνθρωπο να με πάει στην εκκλησία. Ο μεγάλος, όπως το φοβόμουν, έχει μπλέξει με τη μαφία. Δηλαδή, δεν μου το λέει καθαρά, αλλά στη ηλικία του να έχει πάντα γεμάτο πορτοφόλι χωρίς να εξηγεί τι δουλειά κάνει, τι άλλο να συμβαίνει. Εξαφανίζεται από το σπίτι για μέρες, έρχεται μετά με ακριβό αμάξι, μου δίνει λεφτά και εξαφανίζεται πάλι. Τον ρωτάω πού τα βρίσκει τα λεφτά και μου απαντάει: ‘Δεν κάνει να ξέρεις, γιατί έχεις πίεση’ και φεύγει. Του λέω ότι θέλω να ξαναπαντρευτώ, ότι τον χρειάζομαι να με συνοδέψει στην εκκλησία κι έχει έτοιμη την απάντηση: ‘Να σε πάει ο μικρός’.

»Ο μικρός, ευτυχώς, δεν έχει μπλέξει με δαύτους. Μετακόμισε στη Μόντσα, βρήκε μια καλή δουλειά σε μια βιομηχανία υφαντών, έχει πολλές τέτοιες βιομηχανίες η Μόντσα. Έχει δεσμό με μια κοπέλα από εκεί, κι όταν του λέω ‘έλα να πας τη μάνα σου στην εκκλησία’, γελάει. ‘Εδώ, δεν σκέφτομαι τον γάμο εγώ, το παιδί σου, και τον σκέφτεσαι εσύ, η μάνα μου;’ ‘Μα, αγαπάω’, του λέω. ‘Μην μας πιστεύεις εμάς τους άντρες, μάνα’, μου απαντάει με χαμόγελο. ‘Γέρασες και μυαλό δεν έβαλες’. Ελληνίδα, δεν μου λες, έρχεσαι να με πας εσύ στην εκκλησία; Κανονικά. Με νυφικό εγώ, με τα καλά σου εσύ. Κάνε μου τη χάρη, Βιττόρια. Θα χαρεί και ο Ενρίκο. Ούτε αυτός έχει οικογένεια. Αλλιώς, αν δεν βρούμε κάποιον, έχει σκεφτεί να βάλει αγγελία στο ωδείο, ότι ζητείται άντρας με κοστούμι να συνοδέψει νύφη στην εκκλησία…»

Την ημέρα που έδινα εξετάσεις για το πτυχίο μού έκαναν παρέα η Λορεντάνα και ο Ενρίκο. Μετά πήγαμε σε τραττορία, φάγαμε ραβιόλι με θαλασσινά και ήπιαμε λευκό κρασί. Σε μια βδομάδα παντρεύτηκαν. Έβαλα τα καλά μου και συνόδεψα τη Λορεντάνα στην εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στο Κόρσικο. Πιο δακρυσμένη νύφη δεν νομίζω να ξαναδώ. Ήρθαν και οι δύο γιοι της και μετά τον γάμο έφυγαν αμέσως. Ο μαφιόζος ήρθε μ’ ένα πανάκριβο αυτοκίνητο και μια Ρωσίδα. Έδωσε στη μάνα του μια επιταγή με αρκετά χρήματα. Ο μικρός πέρασε από το σπίτι και της άφησε υφάσματα από τη βιομηχανία που δούλευε.

Έφυγα σε λίγες ημέρες και επέστρεψα στην Ελλάδα. Με τη Λορεντάνα και τον άντρα της είμαστε κοντά χάρη στην τεχνολογία. Τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα θα μιλήσουμε και θα ειδωθούμε μέσω skype. Την βλέπω χαμογελαστή στην κουζίνα με τη χοντρή χειμωνιάτικη ρόμπα και τα χέρια της πασαλειμμένα με ρύζι να πλάθει αραντσίνι. Πίσω στο τραπέζι βλέπω τον Ενρίκο με το βιολοντσέλο. Η Λορεντάνα μού είπε ότι ο Ενρίκο δεν την αφήνει ποτέ μόνη στην κουζίνα, φέρνει το βιολοντσέλο και της παίζει μελωδίες όσο εκείνη μαγειρεύει. Τους αγαπώ. Είναι συγγενείς μου. Είναι οικογένειά μου. Μιλάμε, γελάμε, σιωπούμε αρκετές φορές μπροστά στην ανοιχτή οθόνη, κάνουμε σχέδια να βρεθούμε το καλοκαίρι στην Ελλάδα ή στην Ιταλία.

«Τελικά, βρήκες αγαπημένο ή να σου προξενέψω κανέναν από την πατρίδα μου;» μου λέει με τα ρύζια στα χέρια. Συγχρόνως, ακούω το βιολοντσέλο του Ενρίκο και βλέπω το χαμόγελό του.

«Όταν τον βρω, θα ανοίξεις το skype και θα τον δεις στην κουζίνα μαζί με εμένα, όπως βλέπω εγώ εσένα με τον Ενρίκο…»

«Τελικά, Ελληνίδα, εμείς οι δύο μοιάζουμε σε πολλά. Έχουμε μετατρέψει την κουζίνα μας σε δωμάτιο για τον αγαπημένο μας. Χθες έφερα και λουλούδια κι έβαλα, να ομορφύνω το χώρο, κοίτα;» Και μου δείχνει τα βασιλικά της, τη ρίγανη και το θυμάρι που έχει φυτέψει σε γλάστρες.

Κοιτάω τον Ενρίκο. Έχει μια γλυκιά και ήσυχη έκφραση στο πρόσωπό του, μια έκδηλη ευτυχία πάνω του. Παίζει βιολοντσέλο σαν να μη βρίσκεται σε κουζίνα αλλά σε μια πολυτελή αίθουσα μουσικής. Δίπλα του είναι το παράθυρο με το κουρτινάκι τραβηγμένο και διακρίνω αμυδρά τη γνωστή γειτονιά του Κόρσικο, μέσα σε εκείνη τη γνώριμη ομίχλη του Μιλάνου.

Λορεντάνα. Η μακρινή, η τόσο κοντινή, αγαπημένη μου φίλη…






                                                                          
Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2021                                                                                                                          στο τεύχος Νο 67  του περιοδικού  

          «δε|κατα» με θέμα ελεύθερο.
                          
Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, 
ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
                    για τη δημοσίευση.