Powered By Blogger

Translate

18 Οκτωβρίου 2020

Σινέ Αμόρε - Διήγημα

                                     


   Σινέ Αμόρε
  Διήγημα


Το «Σινέ Αμόρε» ήταν ένα καλοκαιρινό σινεμά λίγο έξω από την Πάτρα, στον παραλιακό δρόμο προς τα Βραχναίικα. Δίπλα ακριβώς στη θάλασσα. Δεν είχε πολλά σπίτια κοντά του, αλλά είχε γίνει γνωστό σε όλη την περιοχή και, από την Άνοιξη και μετά που άνοιγε, είχε πάντα πολύ κόσμο. Οι ιδιοκτήτες του, ένα ζευγάρι παλιοί χίπις, ο Τζονάκος - από το Γιάννης - και η επί 40 χρόνια σύντροφός του Ευδοκία - Χρυσάνθη την έλεγαν, αλλά το άλλαξε από τότε που είδε την ομώνυμη ταινία του Δαμιανού - το είχαν κάνει πολύ όμορφο. Μάντρα γύρω του δεν έβλεπες. Είχαν φυτέψει κατά μήκος του τοίχου γιασεμί αναρριχώμενο, λευκό, που με τα χρόνια είχε γίνει πυκνό, είχε καλύψει ολόκληρη τη μάντρα και μοσχοβολούσε ο τόπος. Στο δάπεδο είχαν στρώσει γαρμπίλι και στον μακρύ διάδρομο βότσαλα από φυσικά πετρώματα• απέναντι από την οθόνη, εκεί όπου βρισκόταν το υπερυψωμένο καμαράκι με τη μηχανή προβολής, είχαν χτίσει έναν μεγάλο χώρο με εγκαταστάσεις κουζίνας. Τηγάνιζαν γαύρο και σαγανάκι, είχαν λευκό κρασί από το Αίγιο κι έφτιαχναν ποικιλίες που την προσέφεραν σε κεραμική πιατέλα με γαρνιτούρα ντομάτες και ελιές. Οι καρέκλες του σινεμά είχαν ανάμεσά τους τραπεζάκια καφενείου βαμμένα πορτοκαλί, πράσινα και θαλασσί. Το «Σινέ Αμόρε» ήταν το αγαπημένο στέκι των κατοίκων της Πάτρας και των Βραχναίικων.   

Αρχικά, ο Τζονάκος και η Ευδοκία, αγόρασαν το οικόπεδο για να έχουν κάπου να βάζουν το τροχόσπιτό τους• σπίτι δεν είχαν και ούτε ήθελαν να αποκτήσουν. Όσο ήσαν νέοι είχαν κάνει με το τροχόσπιτο πολλά ταξίδια, είχαν γυρίσει όλο τον κόσμο, χόρτασαν, μέθυσαν, ξενύχτησαν, κουράστηκαν, μεγάλωσαν, είχε τρεις αποβολές η Ευδοκία μέχρι που το πήραν απόφαση ότι παιδί δεν θα είχαν, και τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Πάτρα, πόλη καταγωγής και των δύο, και να μένουν στο τροχόσπιτο. Γάμο δεν τους ενδιέφερε να κάνουν. Είχαν κάνει ένα αθώο τελετουργικό στα νιάτα τους σ’ ένα ταξίδι στο Περού, με μια ασημένια βελόνα• είχαν τρυπήσει το δάχτυλό τους με τη βελόνα, άφησαν να τρέξει αρκετό αίμα, ένωσαν τις ματωμένες παλάμες τους σφιχτά και ορκίστηκαν ότι θα αγαπιώνται και θα νοιάζεται ο ένας για τον άλλον για πάντα. Κι αφού δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν το οικόπεδο για να χτίσουν σπίτι, σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τον χώρο που ήταν αρκετά μεγάλος και μακρόστενος και να φτιάξουν ένα καλοκαιρινό σινεμά. Άρχισαν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, πήραν άδεια και έκαναν το «Σινέ Αμόρε».

Η Ευδοκία είχε έναν οικογενειακό ελαιώνα στην Καλαμάτα. Παρήγαγε ελαιόλαδο, όχι πολύ, αλλά προμήθευε κάποια καταστήματα και σπίτια στην Πάτρα. Ένα εισόδημα από το λάδι κάθε χρόνο το είχε. Ο Τζονάκος είχε επιλέξει να ρευστοποιήσει την πατρική του κληρονομιά από νεαρός ακόμα, τρία διαμερίσματα στο εμπορικό κέντρο της Πάτρας. Από τα χρήματα εκείνα αγοράστηκε το τροχόσπιτο, μια μοτοσυκλέτα Yamaha κι έμεινε κι ένα ποσό στην άκρη να υπάρχει. Επιπλέον, ασχολιόταν με το ψάρεμα. Έβγαζε τσιπούρες και τις πουλούσε στην αγορά. Και παλιά που ταξίδευαν, σε όποια πόλη του εξωτερικού πήγαιναν, ανάλογα την εποχή φρόντιζε κι έβρισκε κάπου να δουλέψει, ή σε χωράφι ή σε αλιευτικό καΐκι, αν το μέρος ήταν παραθαλάσσιο. Δεν τη φοβόταν τη δουλειά, τα χέρια του «έπιαναν», έκανε πολλές χειρονακτικές εργασίες και τις έκανε καλά. Στο Σμόγκεν, πριν χρόνια, ένα σουηδικό ψαροχώρι σε μια περιοχή με τους μεγαλύτερους αστακούς της δυτικής όχθης της Σουηδίας, εργάστηκε στο ψάρεμα αστακού από τον Σεπτέμβρη που ξεκινάει κάθε χρόνο η εποχή του ψαρέματος μέχρι τον Απρίλη. Κι όταν άρχισε να λειτουργεί το θερινό σινεμά τα έσοδά τους αυξήθηκαν. Ζούσαν καλά. Άλλωστε, χρόνια τώρα, είχαν μάθει να βολεύονται μ’ ένα τροχόσπιτο κι ένα κρεβάτι, δεν ήθελαν πολλά. Για τη λειτουργία του σινεμά έχτισαν και καινούργια τουαλέτα, και δίπλα της έφτιαξαν έναν ξεχωριστό χώρο για ντους. Ο Τζονάκος πήγαινε στη θάλασσα και ψάρευε με φίλους πού είχαν καΐκι και η Ευδοκία έπλεκε εσάρπες, κασκόλ και πουλόβερ για τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους άστεγους της Πάτρας.

Στο οικόπεδο περιφερόταν και ο Μερέλας τους. Ένα αδύνατο αδέσποτο σκυλί που το περιμάζεψαν από τα σκαλοπάτια της Αγίου Νικολάου. Το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο και κούτσαινε. Το πήγαν σε κτηνίατρο, του έκαναν εμβόλια, το τάισαν. Το αγάπησαν. Το ονόμασαν Μερέλα, επειδή όταν έτρεχε με το κουτσό του ποδαράκι έκανε σαν «μερελό» - λέξη των Πατρινών που σημαίνει το τρελό γραφικό άτομο με το οποίο οι άλλοι συνήθως γελάνε μαζί του, κυρίως όταν πίνει.

Αρχές Μαρτίου, του 2020. Παλιόκαιρος. Κρύο και ψιλόβροχο στην Πάτρα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στα τέλη του Φλεβάρη, είχε ανακοινωθεί το πρώτο κρούσμα κορωνοϊού στην Ελλάδα. Ο Τζονάκος με την Ευδοκία, όταν το άκουσαν, είχαν κοιταχτεί με απορία. Ως όρος τούς ήταν πρωτόγνωρος. Τηλεόραση είχαν, αλλά μόνο για να βλέπουν ταινίες και ντοκιμαντέρ. Ειδήσεις όχι. Από επιλογή. Είχαν επιλέξει να ενημερώνονται από το διαδίκτυο, από τον φορητό υπολογιστή τους. Και μάλιστα τώρα κοντά, τις πρώτες ημέρες του Μάρτη, είχε γίνει γνωστή και η είδηση για τον πρώτο θάνατο από κορωνοϊό.

Η Ευδοκία είχε ανάψει τη σόμπα στην κουζίνα, άκουγε Τζόπλιν κι έπλεκε. Η μεγάλη ευρύχωρη κουζίνα του σινεμά είχε γίνει το καθιστικό τους• είχαν βάλει τραπέζι, καρέκλες, ντουλάπια για τα τρόφιμα και ράφια για τα βιβλία τους. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσαν εκεί. Ο Τζονάκος ήθελε να πάει να φέρει ψητές γαρίδες με λαχανικά στην Ευδοκία, που της άρεσαν. Τις έφτιαχνε ένας φίλος στα Ψηλαλώνια, σε μαγαζί με τσίπουρα. Φόρεσε το αδιάβροχο μπουφάν του, η Ευδοκία τού χτένισε την αλογοουρά, της άρεσε πάντα να του χτενίζει τα μακριά μαλλιά του, - τα δικά της τα έκοβε αγορίστικα -, ξεσκέπασε την Yamaha από τον μουσαμά, συλλεκτικής αξίας πλέον, την τσούλησε ως την αυλόπορτα, ανέβηκε, άναψε τη μηχανή κι έφυγε. Ουρανός βαρύς, χρώμα μολύβι, το σκούρο. Ο Μερέλας, κουλουριασμένος από ώρα ανάμεσα στην Ευδοκία και τη σόμπα.

Περνώντας από το Εργοστάσιο του Λαδόπουλου  ο Τζονάκος γύριζε πάντα και κοίταζε. Με χαμηλή ταχύτητα. Σε πλήρη εγκατάλειψη ο χώρος, το περιβάλλον, οι άνθρωποι. Κυρίως οι άνθρωποι. Μετανάστες και πρόσφυγες, από το Αφγανιστάν, τη Συρία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη. Κακοντυμένοι, σκυθρωποί, τρομαχτικοί κάποιοι. Τριγυρνούσαν στους εγκαταλελειμμένους χώρους του παλιού εργοστασίου σαν τον αδέσποτο Μερέλα στην Αγίου Νικολάου, για ένα κομμάτι ψωμί, για ένα ποτήρι νερό, για ένα φλιτζάνι γάλα. Ο Τζονάκος πήγαινε αρκετές φορές μέσα στο εργοστάσιο και έδινε ψάρια και φρούτα στην κοινωνική κουζίνα που είχε δημιουργηθεί από εθελοντές, και πλεκτά που έπλεκε η Ευδοκία. Λίγο πιο πέρα είδε πάλι εκείνη την κοπέλα με το μωρό στην αγκαλιά. Την είχε δει αρκετές φορές το τελευταίο διάστημα, όταν περνούσε από εκεί. Ήταν λεπτούλα, με κοριτσάκι έμοιαζε περισσότερο, κι όλο έσκυβε το κεφάλι της στο μετωπάκι του παιδιού και το φιλούσε. Απόκοσμη εικόνα. Τραγική. Μια ξεσπιτωμένη κοπέλα ποιος ξέρει από πού, ποιος ξέρει πόσο χρονώ, κι ένα μωρό που ίσως είχε γεννηθεί σε διεθνή ύδατα ή ίσως σε κάποια αποθήκη του Λαδόπουλου. Μια βουβή έκκληση για βοήθεια. Απεγνωσμένη έκκληση. Άλαλη.

Έσβησε την Yamaha και κατέβηκε. Μπήκε στο εργοστάσιο. Προχώρησε στο προαύλιο. Πλησίασε την κοπέλα με το παιδί. Εκείνη καθόταν χάμω, στα τσιμεντένια σκαλάκια ενός υπόστεγου. Παρόλο τον άσχημο καιρό ίσως είχε βγει να πάρει αέρα. Τον είδε που την πλησίασε και σηκώθηκε. Ο Τζονάκος την κοίταξε από κοντά. Ήταν μια απλή νέα κοπέλα μ’ ένα βλέμμα θλιμμένο που δεν ταίριαζε καθόλου ούτε με τα χρόνια της, αλλά ούτε και με τη χαρά της μητρότητας που κανονικά θα έπρεπε να νιώθει. Ένα μικρό κορίτσι, που φαινόταν πως είχε μεγαλώσει απότομα και με φοβισμένο βλέμμα κοίταζε γύρω να δει πού στο καλό βρισκόταν.

 «Ξέρεις αγγλικά;» τη ρωτάει ο Τζονάκος.

«Ναι», απαντάει η κοπέλα.

«Με ποιον είσαι εδώ;»

«Με τον άντρα μου».

«Από πού είστε;»

«Από τη Συρία».

«Πού είναι ο άντρας σου;»

«Μέσα».

Σκέφτεται ο Τζονάκος.

«Μπορείς να του πεις να έρθει εδώ; Θέλω να του πω».

Η κοπέλα απομακρύνεται με το παιδί στην αγκαλιά. Το βάδισμά της είναι κάπως αργό, φανερώνει αδυναμία. Πάει μέσα. Ο Τζονάκος περιμένει. Περνάνε λίγα λεπτά. Η κοπέλα ξανάρχεται. Πίσω αυτή, μπροστά ένας άντρας. Νέος. Αδύνατος και αυτός. Πλησιάζουν τον Τζονάκο. Κάτι λένε μεταξύ τους, στη γλώσσα τους.

«Είπε η γυναίκα μου ότι με θες», λέει ο άντρας στα αγγλικά.

Ο Τζονάκος, τους κοιτάει και τους δύο. Το παιδάκι στην αγκαλιά της μητέρας του μάλλον κοιμάται.

«Τι πράγματα έχετε;» τους ρωτάει μετά.

Η κοπέλα με τον άντρα κοιτάζονται με απορία.

«Τι εννοείς;» λέει ο άντρας.

«Έχετε πράγματα εδώ; Μέσα στο κτήριο;» ρωτάει ο Τζονάκος.

Επικρατεί αμηχανία. Δεν μιλάει κανείς από τους δύο. Δεν έχουν καταλάβει την ερώτηση.

«Πράματα… Αν εννοείς δικά μας πράματα… Μόνο εμείς είμαστε τα πράματα. Η γυναίκα μου, το παιδί μου κι εγώ. Δεν έχουμε άλλα πράματα…»

«Άκου», λέει ο Τζονάκος, «θα πάρεις τη γυναίκα σου και το παιδί και θα ‘ρθετε μαζί μου. Έχω χώρο να σας βάλω. Έχω σόμπα. Θα ζεσταθείτε. Θα κοιμηθείτε στο σπίτι μου. Τροχόσπιτο είναι το σπίτι μου, αλλά υπάρχει μια  κουζίνα μεγάλη. Θα χωρέσουμε. Μόνο εγώ και η γυναίκα μου είμαστε. Θα σας βάλω στην κουζίνα».

Ο νεαρός με την κοπέλα κοιτάζονται.

«Πράματα, έχετε να πάρετε μαζί σας; Ή να φύγουμε;» ξαναλέει ο Τζονάκος.

Οι ξένοι ξανακοιτάζονται απορημένοι.

«Να με περιμένετε εδώ», λέει ο Τζονάκος, χωρίς αυτή τη φορά να περιμένει απάντηση. «Πάω να φέρω έναν φίλο μου που έχει αυτοκίνητο, να σας πάρει. Σε δέκα λεπτά το πολύ, θα έχω επιστρέψει. Να μη σας χάσω, εδώ να είστε».

Έτρεξε γρήγορα στα Ψηλαλώνια με την Yamaha, πήρε τον φίλο του από την ταβέρνα μαζί με το αυτοκίνητό του, μπροστά ο Τζονάκος στο δρόμο, πίσω ο άλλος με το αυτοκίνητο και σε λίγα λεπτά ήσαν στου Λαδόπουλου. Η κοπέλα με τον άντρα ήσαν ακόμα εκεί. Ακίνητοι. Κάτω από το υπόστεγο. Όπως τους είχε αφήσει. Βουβοί. Όταν ο Τζονάκος πλησίασε κοντά τους του λέει ο άντρας χωρίς να ερωτηθεί, «δεν έχουμε πράματα… εμείς είμαστε τα πράματα που έχουμε…» Μπήκαν στο αυτοκίνητο του φίλου, ο Τζονάκος ανέβηκε στην Yamaha και σε λίγα λεπτά έφτασαν στο «Σινέ Αμόρε». Ο φίλος του Τζονάκου άφησε τους ξένους κι έφυγε να επιστρέψει στην ταβέρνα. Τα παιδιά με τον Τζονάκο κατευθύνθηκαν στην κουζίνα. Η Ευδοκία εκείνη τη στιγμή έβαζε φαγητό στο πιατάκι του Μερέλα. Γυρνάει, κοιτάει τον Τζονάκο που μπήκε με τους ξένους, κατάλαβε. Οι ξένοι έδειχναν εξαντλημένοι. Η Ευδοκία τους προσέφερε αμέσως καρέκλες να καθίσουν. Η κοπέλα έσφιγγε στην αγκαλιά της το μωρό. Κοίταζε τον Τζονάκο και την Ευδοκία με αγωνία. Η Ευδοκία χαμογέλασε, για να την κάνει να χαλαρώσει.

 «Πώς σας λένε;», τους ρώτησε στα αγγλικά. «Εμένα, με λένε Ευδοκία και τον άντρα μου Τζονάκο».

«Αχμάντ», λέει ο άντρας. «Τη γυναίκα μου Σέλντα».

«Το έχεις ταΐσει;» λέει η Ευδοκία στη Σέλντα, για το παιδί.

«Θα το θηλάσω αργότερα», απαντάει η κοπέλα.

 

Η μεγάλη ευρύχωρη κουζίνα του «Σινέ Αμόρε» έγινε ο χώρος φιλοξενίας του Αχμάντ, της Σέλντα και του μωρού τους. Το πρώτο βράδυ τα παιδιά από τη Συρία με το μωρό κοιμήθηκαν στο τροχόσπιτο, στο διπλό κρεβάτι. Ο Τζονάκος με την Ευδοκία έστρωσαν χάμω, στην κουζίνα. Την επομένη κιόλας ημέρα ο Τζονάκος πήγε και αγόρασε ένα διπλό κρεβάτι, σκεπάσματα, ρούχα για την κοπέλα, τον άντρα της και το παιδί. Στριμώχτηκαν κάπως τα πράγματα εκεί μέσα, αλλά και πάλι ήταν όμορφα, σαν οικογενειακή κουζίνα έμοιαζε, με κρεβάτι δίπλα στο ψυγείο για τη γιαγιά που την έφεραν από το χωριό μετά τον θάνατο του παππού. Ο καιρός ήταν υγρός και έκανε κρύο. Η σόμπα ήταν συνέχεια αναμμένη. Η κουζίνα έκλεινε με μια ψηλή ξύλινη πόρτα, απομονωνόταν. Είχε παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Ώσπου να ξεκινήσουν τη συγκατοίκηση όλοι μαζί, να πούνε πέντε πράματα για τις ζωές τους, να γνωριστούν καλύτερα, να αποκτήσουν οικειότητα, πήγε ο μήνας 23 Μαρτίου, η μέρα που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση η απαγόρευση της κυκλοφορίας, λόγω κορωνοϊού. Όπως – όπως προσπάθησαν να εξηγήσουν η Ευδοκία με τον Τζονάκο στα παιδιά από τη Συρία τι συνέβαινε και τι σήμαινε καραντίνα, κορωνοϊός, επιδημία. Εκείνα κοίταζαν και άκουγαν βουβά. Η πρώτη «ανάγνωση» που έκανε κανείς στο βλέμμα τους, ήταν θλίψη.

Σε όλο το διάστημα της απαγόρευσης ήσαν όλοι μαζί• Ευδοκία, Τζονάκος, Αχμάντ, Σέλντα, μωρό, Μερέλας. Στην κουζίνα. Μια ομάδα. Με ζεστασιά και αγάπη. Με χαμόγελα. Η Ευδοκία μαγείρευε μακαροτσίνι, όπως έλεγε σαν γνήσια Πατρινιά το κοφτό μακαρονάκι, με ντομάτα και χταπόδι που της έφερνε ο Τζονάκος, ή έφτιαχνε κεφτεδάκια με φρέσκο μακεδονήσι που μοσχοβολούσε – είχε δικό της, έξω, σε γλάστρα, μαζί με τ’ άλλα φιόρα της. Τα πράματα για την Ευδοκία είχαν τη δική τους τοπική ονομασία της Πάτρας και το σεβόταν αυτό. Δεν ήθελε να αλλάξει καμία από τις λέξεις που άκουγε μικρή, γύρω της: ο μαϊντανός, ήταν το μακεδονήσι της, και τα λουλούδια, τα αγαπημένα της φιόρα. Είχε κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα από τη μια άκρη της Γης έως την άλλη με τον Τζονάκο, το τροχόσπιτο, και τη Yamaha στις καλές της εποχές, ήξερε άπταιστα τρεις ξένες γλώσσες, διάβαζε ιταλική, αγγλική και γερμανική λογοτεχνία στη γλώσσα των συγγραφέων, είχε επισκεφθεί τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, αλλά στη μνήμη των γονιών της που τους έχασε δέκα τεσσάρων χρονώ κοριτσάκι είχε επιλέξει να χρησιμοποιεί τις λέξεις της τοπικής διαλέκτου που χρησιμοποιούσαν εκείνοι. Έλεγε στον Τζονάκο:

«Τζονάκο, σύρε κλείσε το πορτόνι (την αυλόπορτα), θα βγει το μερελό σκυλί έξω και θα το χάσουμε. Η καψερή (η καημένη) η Σέλντα έρεψε (αδυνάτισε). Να πάρεις μοσχαράκι να φτιάξω κρεατόσουπα, να δυναμώσει, και να μου φέρεις και τσιμπίμπο (λευκή σταφίδα), να ζυμώσω ψωμάκια με κανέλλα για το τσάι. Ο Αχμάντ πρέπει να έχει υπέρταση. Ώρες – ώρες το πρόσωπό του είναι κατακόκκινο. Άμα λήξει η απαγόρευση να τον πάμε σε γιατρό. Θα φτιάξω αλιάδα (σκορδαλιά) μεθαύριο. Το σκόρδο κάνει καλό στην πίεση. Γαλέο έχω. Το Σάββατο, βρέχει δεν βρέχει, θα στείλω μήνυμα να βγω εγώ για ψώνια. Θέλω να πάρω από το μερκάτο (το σούπερ μάρκετ) κάνα δυο τρεις ακόμα ντεμέλες (μαξιλαροθήκες), δεν φτάνουν αυτές που έχουμε, και η μεσάλα (τραπεζομάντηλο) είναι σχισμένη, ο Μερέλας τη δαγκώνει συνέχεια• ό,τι σκουτί (πανί) δει, πάει και το δαγκώνει. Μερελό, τελείως. Έτσι, Τζονάκο; Θυμάσαι, τι σου είπα να φέρεις; Να σε δω, γιατί είσαι έτσι, σαν νυσταγμένος; Νίφτηκες; (έπλυνες το πρόσωπο;) Άντε νίψου, κι άμα νοιώθεις κουρασμένος δεν πειράζει, θα πάω εγώ. Έτσι αγαπημένο μου;».

Απρίλης μήνας, η απαγόρευση της κυκλοφορίας συνεχιζόταν. Η μέρα είχε ήλιο και το πρωί είχαν βγει να καθίσουν στο λιακωτό (μέρος της αυλής ή της ταράτσας που έχει ήλιο). Οι καρέκλες του σινεμά είχαν τραβηχτεί στο πλάι από το φθινόπωρο και ήσαν σκεπασμένες με χοντρό μουσαμά. Το ίδιο και τα τραπεζάκια καφενείου. Λίγο πιο πέρα από το οικόπεδο «ακουγόταν» η θάλασσα• ακόμα και ήσυχη να ήταν «ακουγόταν» με την οσμή του ιωδίου της και την αλμύρα της, που τα έφερνε το αεράκι στην αύρα του. Ο Μερέλας χοροπηδούσε στο οικόπεδο από τη μια άκρη ως την άλλη, δεν είχε ησυχία και, παρόλο που χοροπηδούσε αστεία, ήταν πανέμορφος• ένιωθε ότι τον αγαπούν κι αυτό τον ομόρφαινε…

Αρωματικός καφές στα χέρια τους, σπιτικά ψωμάκια με τσιμπίμπο από την Ευδοκία, το μωρό στην αγκαλιά τής Σέλντα που όλο έσκυβε και το φιλούσε τρυφερά, και τους άρεσε να μιλάνε, να γνωρίζονται, έστω κι αν αυτά που έλεγαν δεν ήσαν πάντα ευχάριστα. Λειτουργούσαν όμως θεραπευτικά, έβγαινε από μέσα τους βάρος.

«Τι έκανες στη Συρία;»

«Έχω σπουδάσει δάσκαλος».

«Τέλειωσες;»

«Ναι, έχω πτυχίο. Δούλεψα σε σχολείο».

«Η Σέλντα;»

«Είναι μικρότερή μου τρία χρόνια. Έχουμε παντρευτεί. Αλλά δεν προλάβαμε να ζήσουμε πολύ στο σπίτι μας. Βομβαρδίστηκε. Φύγαμε έπειτα. Περιπλανηθήκαμε στην Τουρκία. Το παιδί γεννήθηκε την ημέρα που εσείς έχετε Χριστούγεννα, στο εργοστάσιο που ήρθες και μας βρήκες…»

«Η Ελλάδα ήταν ο τελικός προορισμός σας;»

«Όχι, μας είπαν να περιμένουμε την κατάλληλη ευκαιρία και να πάρουμε από το λιμάνι της Πάτρας καράβι για την Ιταλία».

«Γιατί, εκεί;»

«Δεν ξέρω… Όπου και να πάμε, για μας είναι το ίδιο. Θέλουμε κάπου να ζήσουμε, να βρω μια δουλειά, να μπορώ να συντηρώ το παιδί και τη Σέλντα».

«Έχει προβλήματα η Ιταλία, δεν σου λέω τι λένε στις ειδήσεις; Ανεργία κι εκεί, επιδημία κορωνοϊού, θάνατοι. Τα πράγματα αλλάζουν καθημερινά. Κάποτε που λογαριάζατε να πάτε στην Ιταλία η κατάσταση ήταν αλλιώς, ήταν καλύτερη. Τώρα όμως…»

Σιωπή για λίγο.

«Έχετε ζητήσει άσυλο;»

«Όχι…»

«Ζητείστε άσυλο εδώ και μείνετε μαζί μας, δεν θέλετε; Πού θα πάτε μ’ ένα μωρό και μια παγκόσμια επιδημία; Τα σύνορα είναι κλειστά. Και κανείς δεν ξέρει πότε θ’ ανοίξουν».

«Τα σύνορα ήταν πάντα κλειστά για εμάς. Με ή χωρίς επιδημία. Όποιος φεύγει από πόλεμο ή φτώχεια αυτό το ξέρει. Οι πρόσφυγες και οι οικονομικοί μετανάστες δεν είναι αρεστοί στον κόσμο. Αντανακλούν στους άλλους την εικόνα που απεύχονται για τους ίδιους και την οικογένειά τους. Έχω δει στο βλέμμα ανθρώπων που με κοίταξαν αποστροφή. Και ξέρω πως δεν ήταν για μένα. Ήταν ο φόβος για το ενδεχόμενο η δυστυχία να χτυπήσει και τη δική τους πόρτα».

Ξανά σιωπή. Τρώνε ζεστά ψωμάκια βουτηγμένα στον καφέ. Ο Μερέλας χοροπηδάει χαρούμενος. Είναι ένα κουτσό σκυλί που μπορεί και είναι χαρούμενο μ’ ένα λιακωτό, δυο ανθρώπους που το αγαπάνε κι έναν αέρα που μυρίζει θάλασσα. Αυτά, του αρκούν.

«Και τι θα κάνουμε εδώ, αν μείνουμε;»

«Ό,τι θα κάνατε και στην Ιταλία, αν πηγαίνατε. Εκεί, τι θα κάνατε;»

«Δεν θα το μάθουμε ποτέ αυτό…»

 

Ο Μάης ήταν ζεστός. Στις δέκα πέντε αυτού του μήνα άρχισε σιγά- σιγά η άρση των περιοριστικών μέτρων. Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας έμπαιναν και πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Διαφορετική η καθημερινότητα αυτή τη φορά. Άγχος και αγωνία για την οικονομία και τη δημόσια υγεία. Ο Αχμάντ είχε πράγματι υπέρταση. «Ιδιογενής υπέρταση», η διάγνωση του γιατρού που τον εξέτασε. Του έδωσε χάπια κι έκανε εξετάσεις που έδειξαν πως παθολογικά δεν είχε τίποτα. Η Σέλντα ανησυχούσε. Η Ευδοκία την καθησύχαζε, προσπαθούσε να την πείσει ότι όλα θα πάνε καλά• το έλεγε δυνατά, για να το ακούει και η ίδια.

 Το «Σινέ Αμόρε» ετοιμαζόταν για τη θερινή περίοδο – αν τελικά άνοιγε. Ακόμα δεν ήξεραν. Ο Τζονάκος κάποιες μέρες έπαιρνε την παλιά Yamaha και πήγαινε με τον Αχμάντ βόλτες. Τον είχε δει να κλαίει κρυφά. Τον πόνεσε αυτό. Τον θεωρούσε παιδί του. Με την Ευδοκία τα είχαν αγαπήσει πολύ αυτά τα παιδιά. Το μωρό το είχαν σαν εγγόνι τους. Είπε στην Ευδοκία για το σιωπηλό κλάμα του Αχμάντ. Εκείνη βούρκωσε. Αποφάσισαν να τους κάνουν πρόταση να μείνουν μαζί τους. Θα τα κατάφερναν. Είχαν το εισόδημα από το λάδι, είχαν το σινεμά, το ψάρεμα. Μια καλή ιδέα ήταν να έβγαζαν άδεια από την πολεοδομία και να έκαναν επέκταση στην κουζίνα, να έφτιαχναν έναν ακόμα χώρο για το ζευγάρι και το μωρό – αποθήκη σινεμά, θα δηλωνόταν. Αλλά όλα αυτά, από το φθινόπωρο. Τώρα θα έπρεπε να δώσουν το βάρος της προσοχής τους στα οικονομικά, έπρεπε να δουλέψει το σινεμά.

Ιούνιος, Ιούλιος, στην Πάτρα. Τα παιδιά από τη Συρία έδειχναν ότι προσαρμόζονται. Η Σέλντα άφηνε το παιδί στο καροτσάκι, μέσα στην κουζίνα, κι ασχολιόταν με τις παραγγελίες των θεατών. Τεχνίτρα! Έπαιρνε την κεραμική πιατέλα, τη σφούγγιζε με καθαρή πετσέτα κι ας ήταν πλυμένη, τοποθετούσε στο κέντρο αχνιστό γαύρο που μόλις είχε τηγανίσει η Ευδοκία και τον γαρνίριζε με πατάτες τηγανισμένες χωριάτικες, χοντροκομμένες με τη φλούδα, πασπαλισμένες με αρωματική ρίγανη και γίδινο τυρί της Αχαΐας. Σε ξεχωριστό πιάτο έφτιαχνε ντοματοσαλάτα με λεπτές ροδέλες κρεμμυδιού, κάπαρη και πράσινες ελιές από τους ελαιώνες της Ευδοκίας. Έβαζε τα ποτήρια στο δίσκο παγωμένα από το ψυγείο για τις μπύρες και το ούζο, έστρεφε νομοτελειακά το βλέμμα κατ’ αρχάς στην Ευδοκία για να πάρει το ok ότι όλα είναι εντάξει και κατόπιν πήγαινε την παραγγελία. Φορούσε τζιν παντελόνι, σανδάλια, λεπτές χρωματιστές μακρυμάνικες μπλούζες που της αγόραζε η Ευδοκία, και τη θρησκευτική μαντήλα στα μαλλιά της τυλιγμένη γύρω από το λαιμό. Απόλυτα προσαρμοσμένη στα μέτρα για την προστασία από τον Covid 19 μέσα από την μαντήλα φορούσε με στρατιωτική πειθαρχία τη χειρουργική μάσκα. Χαμογελούσε στον κόσμο και εκείνοι διέκριναν το χαμόγελο στα μάτια της. Ανταπέδιδαν.

Ακόμα και αναγκαστικά αλλαγμένο το «Σινέ Αμόρε» για τις ανάγκες των υγειονομικών μέτρων, εξακολουθούσε να είναι το αγαπημένο παραλιακό στέκι των Πατρινών και των κατοίκων των Βραχναίικων. Πήγαιναν εκεί να δουν ταινίες τέχνης, να παραγγείλουν ποικιλία με θαλασσινά και παγωμένη μπύρα, και στα διαλείμματα να ακούσουν μουσική από το ακριβό στερεοφωνικό συγκρότημα του Τζονάκου, που είχε μια πλούσια δισκοθήκη με αυθεντικές ηχογραφήσεις rhythm and blues, soul και classic rock, πολλές με τον Τζόνι Κας και τον Μπι Μπι Κινγκ, από τα ταξίδια του στο Μέμφις της Αμερικής. Οι καρέκλες με τα τραπεζάκια σε απόσταση μεταξύ τους. Οι άνθρωποι, ποτέ. Οι άνθρωποι, ακόμα και με δυο μέτρα απόσταση ανάμεσά τους, ήταν πάντα εκείνη η μεγάλη παρέα με τα προβλήματα, με τα προσωπικά και τα επαγγελματικά αδιέξοδα, αλλά και με τα φωτεινά μάτια, τα γεμάτα αγάπη, που δεν ήθελε να φύγει ακόμα κι όταν τέλειωνε η ταινία. Πολλοί έμεναν στο σινεμά μέχρι αργά και συνέχιζαν το ούζο τους για τη χαρά της συντροφικότητας• με την οθόνη σβηστή, με τα διακοσμητικά φώτα αναμμένα πάνω στα φιόρα της Ευδοκίας, με τις κουβέντες και το γέλιο τους:

«Τζονάκο, πες στη Σύρια να μου φέρει μια μπύρα, διψάω».

«Ευδοκία, ο Σύριος έχει συγγενείς εδώ, στην Ελλάδα; Έχω αδελφή ανύπαντρη. Κάνα προξενιό με Σύριο, έχεις θα της κάνεις; Πέρυσι αρραβωνιάστηκε μ’ έναν  μούργο που της έφαγε χρήματα. Ο Σύριος, μου φαίνεται καλό παιδί. Έχετε άλλον; Πού τον βρήκατε αυτόν; Στου Λαδόπουλου; Να στείλω δηλαδή αύριο την αδελφή μου στου Λαδόπουλου με μακαρόνια;»

«Μερέλα; Άσε κάτω, μαλάκα, το πέδιλό μου!»

«Τζονάκο, βάλε Αρίθα Φράνκλιν και πότε φέρνεις Τορνατόρε, είπες;»

 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020. Η μεγάλη αυγουστιάτικη πανσέληνος. Λαμπερή, φωτεινή. Κατάλευκη όπως οι ψυχές που δεν τις μαυρίζει η κακία και η αδιαφορία. Το «Σινέ Αμόρε» έπαιζε το 8½ του Φελίνι. Ο Τζονάκος, από τα ταξίδια που είχε κάνει σε όλο τον κόσμο, είχε αποκτήσει πολλούς φίλους, ήταν επικοινωνιακός και πρόσχαρος άνθρωπος, επικοινωνούσε μαζί τους μέσω Skype• αρκετοί από αυτούς έρχονταν για διακοπές στην Πάτρα τα καλοκαίρια ή τα Χριστούγεννα.  Όταν άνοιξε το θερινό σινεμά, ο φίλος του ο Μπρούνο στη Ρώμη, με τις γνωριμίες που είχε στην παλιά Cinecittà, τον έφερε σε επαφή με κινηματογραφικούς παράγοντες που του παραχωρούσαν ιταλικές ταινίες της επιλογής του. Φέτος με τον κορωνοϊό τού έστειλαν ταινίες με πολύ καλό ενοίκιο, με δεδομένη την κατάσταση με τα αραιωμένα καθίσματα και άρα με τα μειωμένα έσοδα. Αυτή τη βδομάδα είχε αφιέρωμα στον Φελίνι και το βράδυ της πανσελήνου παιζόταν το 8½ .  

Η ατμόσφαιρα στο «Σινέ Αμόρε» έμοιαζε μυσταγωγική• η αλμύρα της θάλασσας στον αέρα, οι μυρωδιές από το γιασεμί, το φως της πανσελήνου, ο ήσυχος Μερέλας κουλουριασμένος δίπλα στο καροτσάκι με το μωρό, οι μαυρόασπρες σκιάσεις στα εκφραστικά πρόσωπα της Σάντρα Μίλο και της Ανούκ Αιμέ, η νύχτα, το αλκοόλ. Οι φωνές του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι και της Κλάουντια Καρντινάλε με την τραγουδιστική ιταλική προφορά τους:

«Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα μας βοηθούσε να θάψουμε όλα όσα έχουν πεθάνει μέσα μας!»

«Όμως η σύγχυση ήμουν εγώ ο ίδιος…»

«Γιατί δεν ξέρεις ν’ αγαπάς! Γιατί δεν ξέρεις ν’ αγαπάς!»

«Ευτυχία είναι να μπορείς να λες την αλήθεια χωρίς να πληγώνεις κανέναν».

Είχε πάει δύο και η ώρα, όταν έφυγαν οι τελευταίοι θεατές. Η ταινία ήταν μεγάλη και παίχτηκαν δύο παραστάσεις. Σβήσανε τα φώτα στο σινεμά, τη μουσική κι έφεραν τα ποτήρια και τις πιατέλες στην κουζίνα να τα πλύνουν αύριο. Απόψε κανόνισαν να πάνε στη θάλασσα• Ευδοκία, Τζονάκος, Αχμάντ, Σέλντα, το παιδί κοιμισμένο στο καροτσάκι, Μερέλας. Φόρεσαν τα μπανιερά τους (τα μαγιό), έκλεισαν το πορτόνι, πήγαν στην παραλία. Είχαν χαρά. Σαν παιδιά που κανείς δεν μπορεί να αγγίξει την βεβαιότητα που νιώθουν ότι τα μεσάνυχτα ο άγιος θα τους φέρει το δώρο που ζήτησαν. Το νερό ήταν ζεστό, θαυματουργό. Η θάλασσα λαμποκοπούσε, η πανσέληνος είχε τη δύναμη να γλυκαίνει και την πιο βαθιά πίκρα της ψυχής. Άφησαν τα σώματά τους ανάσκελα να επιπλέουν. Με τα μάτια κλειστά. Χωρίς να κολυμπούν. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Συγγενείς τώρα πια. Το μωρό κοιμόταν από ώρα. Δίπλα του φύλακας ο Μερέλας. Πιο πέρα τα Βραχναίικα, η Πάτρα. Πιο πέρα το κλειστό εργοστάσιο της Πειραϊκής Πατραϊκής. Πιο κει το κλειστό εργοστάσιο του Λαδόπουλου και της Pirelli. Ο εγκαταλελειμμένος εμπορικός σιδηροδρομικός σταθμός του Αγίου Ανδρέα στην Μαιζώνος, με σκουριασμένες ράγες και άστεγους ανθρώπους δίπλα στις σκουριές. Το λιμάνι της Πάτρας πιο κάτω, τα φώτα της Ιταλίας κάπου απέναντι από το λιμάνι, και εκατοντάδες μάτια προσφύγων να κοιτάνε στο πέλαγο και να ονειρεύονται νταλίκες να τους πάνε στην Ανκόνα, κρυμμένους μέσα σε καρπούζια.

«Τζονάκο, Ευδοκία, λέμε με την Σέλντα να ζητήσουμε άσυλο εδώ…»

Η Ευδοκία είναι ευτυχισμένη. Έρχεται στο νου της μια κουβέντα, παραλλαγμένη, που την κάνει να χαμογελάει: «άμα θέλετε την ευτυχία, να την πάρετε στο σπίτι σας». Ανοίγει τα μάτια και κοιτάει την πανσέληνο. Το ίδιο και ο Τζονάκος. Απλώνει το χέρι του στη θάλασσα, ψάχνει, βρίσκει το δικό της, το σφίγγει. Της μιλάει:

«Ευδοκία, εάν για κάποιους αυτή η ζωή οφείλει να γίνεται καλύτερη είναι για κείνο το μωρό που κοιμάται στην παραλία και που έχει ένα ολόκληρο άγνωστο μέλλον μπροστά του, και για εκείνο το κουτσό σκυλί που οι μισοί το κλωτσάνε και οι άλλοι αδιαφορούν. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ, αγαπημένο μου… Τον Σεπτέμβρη, τι λες να κάνουμε;»

«Τη ζωή, καλύτερη…»

«Συμφωνώ, Τζονάκο…»

 






 

Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2020 στο φθινοπωρινό τεύχος Νο 63 
του περιοδικού  «δε|κατα» με θέμα: 

«Ραντεβού το Σεπτέμβρη – Το τέλος ενός παράξενου καλοκαιριού».

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
για τη δημοσίευση. 


15 Αυγούστου 2020

Ανισότητες - Διήγημα

Φωτογραφία Βασίλης Μακρής - Λούνα Παρκ RODEO 1986, Μαρίνα Αλίμου 


Ανισότητες

Διήγημα                  

 

Η Λου είχε γεννηθεί σε τσίρκο, από τσιγγάνους της Ουγγαρίας. Οι γονείς της πνίγηκαν σε μια καταιγίδα που παρέσυρε τροχόσπιτα στον καταυλισμό που είχε κατασκηνώσει το τσίρκο, όταν ελάχιστα μέτρα δίπλα τους πέρασε χείμαρρος που ξεχείλισε. Ήταν ακριβώς 23 Απριλίου, η πρώτη ημέρα της Γιορτής της Άνοιξης, μια γιορτή που τη γιορτάζουν όλοι οι τσιγγάνοι της Γης. Δεν πρόλαβε κανείς από τον καταυλισμό να γιορτάσει. Μεσημέρι και ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα, φύσηξε δαιμονισμένα κι ώσπου να καταλάβουν τι γίνεται άρχισε να πέφτει ο ένας κεραυνός μετά τον άλλον και ο αέρας να παρασέρνει τα πάντα. Κάποιοι φώναζαν και κάποιοι είχαν παγώσει από τον τρόμο. Το κακό κράτησε ελάχιστα λεπτά. Μετά απλώς συνέχισε να βρέχει κανονικά. Τότε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους να δουν αν λείπει κάποιος. Έλειπαν οι γονείς της Λου και μια ράφτρα που φρόντιζε τη γκαρνταρόμπα των καλλιτεχνών. Οι σοροί τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Η Λου ήταν τότε δέκα χρονώ. Τη στιγμή της ξαφνικής καταιγίδας δεν ήταν με τους γονείς της• είχε πάει στο χώρο με τα ζώα του τσίρκου που τ’ αγαπούσε πολύ κι όταν άρχισε η καταρρακτώδης βροχή και ο δυνατός άνεμος κουλουριάστηκε από τον φόβο της στο χοντρό πόδι του ελέφαντα. Άνοιξε τα χεράκια της όσο μπορούσε να το αγκαλιάσει και σφίχτηκε πάνω του. Έμεινε εκεί μέχρι που αργότερα τη βρήκε τρομαγμένη ο υπεύθυνος των ζώων. Την κράτησαν στο τσίρκο και τη μεγάλωναν σαν παιδί τους μαζί με τα παιδιά των άλλων εργαζόμενων. Την τακτοποίησαν σ’ ένα άλλο τροχόσπιτο, γιατί των γονιών της είχε πάθει μεγάλες ζημιές στην καταιγίδα και είχε αχρηστευτεί. Μάθαινε να διαβάζει και να γράφει. Το τσίρκο είχε δασκάλα που τους ακολουθούσε όπου πήγαινε, για να διδάσκει τα παιδιά τα βασικά, αριθμητική, γραμματική, ιστορία, γεωγραφία. Ήταν μια ηλικιωμένη παιδαγωγός που δεν είχε κανέναν στον κόσμο και μετά τη σύνταξη είχε ζητήσει μόνη της να μπει στην οικογένεια του τσίρκου πιο πολύ για συντροφιά, γιατί φοβόταν να πεθάνει μόνη. Δεν ήθελε χρήματα, παρόλο που κάτι της έδιναν. Το μόνο που ζήτησε ήταν να της παραχωρήσουν ένα τροχόσπιτο να το μετατρέψει σε σπίτι και να βάλει τα λιγοστά πράγματα που είχε, και τα βράδια να τρώει με τους ανθρώπους του τσίρκου. Δεν ήθελε τίποτ’ άλλο. Της έφτανε αυτό.

Δέκα πέντε χρόνων η Λου ήταν ήδη ακροβάτρια. Όμορφο κορίτσι και με χαρακτήρα ιδιαίτερο. Δεν μίλαγε πολύ, δεν έπιανε εύκολα φιλίες ακόμα και με άτομα από το τσίρκο. Στα δέκα οκτώ της τη ζητούσαν κι άλλα τσίρκο να την πάρουν, της έδιναν μάλιστα περισσότερα χρήματα, αλλά εκείνη τους έλεγε ότι δεν θα έφευγε ποτέ από τα πατρικά της χώματα, από τη γη των γονιών της. «Μα, οι τσιγγάνοι των τσίρκο, δεν έχουν δικά τους χώματα…», της έλεγαν εκείνοι. «Γι’ αυτό δεν θα έρθω ποτέ σε εσάς», τους απαντούσε η Λου. «Γιατί δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε πόσο πολύ δένονται οι τσιγγάνοι με τη γη που πεθαίνουν. Η γη αυτή, γίνεται πατρίδα για εκείνους…» Ήταν ανεξάρτητη με μια δική της ερμηνεία που είχε δώσει στον όρο ανεξαρτησία. Από μικρό παιδί ήταν απόμακρη και δεν γελούσε εύκολα. Άλλαξε, όταν ερωτεύτηκε.

Είκοσι χρονώ γνωρίζει τον Τζίτζη. Είκοσι οκτώ, εκείνος. Επαγγελματίας ακροβάτης, αναγνωρισμένος στον χώρο, τον προσέλαβε το τσίρκο όταν ο προηγούμενος ακροβάτης δήλωσε πως για προσωπικούς του λόγους θα σταματήσει να εργάζεται. Γυμνασμένο σώμα, ευγενικός, ευχάριστος χαρακτήρας. Είχε σύζυγο από την οποία δεν πήρε ποτέ διαζύγιο παρότι είχαν διακόψει οριστικά τον γάμο πριν μερικά χρόνια. Εκτός το ατομικό νούμερο που θα είχε, θα συνεργαζόταν και με τη Λου, θα έκαναν ένα δύσκολο και ιδιαίτερα εντυπωσιακό νούμερο οι δυο τους και στο τέλος θα συμμετείχε σε ομαδικό νούμερο με όλους ακροβάτες. Στο ντουέτο με τη Λου εκείνος θα ισορροπούσε στο υψηλότερο σημείο και με όλους τους δυνατούς προβολείς πάνω του και η Λου θα βρισκόταν δυο μέτρα πιο κάτω. Όταν έμαθε η Λου τον σχεδιασμό του ντουέτο της με τον Τζίτζη, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασε αμέσως. Δεν είχε σκοπό να δεχτεί άλλον ακροβάτη πάνω από το δικό της σύρμα. Πήγε στον διευθυντή. «Πιο πάνω από μένα είναι μόνο οι γονείς μου!» του είπε με θυμό. Εκείνος την κοίταξε με απόγνωση γιατί ήξερε το πείσμα της και καταλάβαινε τι θα επακολουθούσε. «Λου, κάποιες φορές νομίζω πως ξεχνάς ότι οι γονείς σου έχουν πεθάνει», της είπε. «Τους έχεις στην καρδιά σου, όμως. Αυτό είναι το ψηλό σημείο που τους έχεις τοποθετήσει. Όταν δουλεύεις ως ακροβάτρια…» Τον διέκοψε. «Όταν δουλεύω ως ακροβάτρια οι γονείς μου είναι μερικά μέτρα πιο ψηλά από μένα. Σε εκείνο το σημείο δεν βάζω κανέναν άλλον. Μόνο ο Θεός είναι πιο πάνω από εκεί. Κανείς άλλος. Ποιος Τζίτζη! Όταν θα κάνει το ατομικό του ακροβατικό θα τοποθετεί το σύρμα του όπου θέλει. Αλλά όταν θα είμαστε μαζί, το δικό μου σύρμα, θα είναι πιο πάνω από το δικό του. Πες του, ή δέχεται την πρότασή μου ή να ψάξει άλλο τσίρκο. Και μια άλλη εναλλακτική είναι να φύγω εγώ. Αποφασίζεις τι θες και μου λες». Γύρισε την πλάτη κι έφυγε με νεύρα.

Ήταν απελπισμένος ο διευθυντής. Δεν ήξερε πώς να χειριστεί το θέμα γιατί η Λου είναι ξεροκέφαλη και σε ό,τι αφορά τους γονείς της αδιαπραγμάτευτη. Μίλησε με τον Τζίτζη. Του είπε να προσπαθήσει να βρει αυτός μια λύση, να συζητήσει μαζί της μήπως και μπορέσει να την μεταπείσει. Ντρεπόταν που έφερε στον τσίρκο έναν επαγγελματία ακροβάτη όπως ο Τζίτζη και θα έπρεπε στο νούμερό του με τη Λου να ισορροπεί πιο χαμηλά από μια νεαρή και σχετικά άπειρη ακροβάτρια. 

Το βράδυ ο Τζίτζη πήγε στο τροχόσπιτο της Λου. Τη βρήκε να διαβάζει μια παλιά έκδοση με ποιήματα της Ανδαλουσίας που της είχε χαρίσει η δασκάλα. Στη Λου ασκούσε γοητεία ο Τζίτζη αλλά μέχρι τότε δεν του το είχε δείξει. Αποφάσισε αυθόρμητα να το δείξει εκείνο το απόγευμα. Μόλις τον είδε να μπαίνει στο τροχόσπιτο πήγε στην πόρτα, την κλείδωσε, τον κοίταξε αμίλητη και μετά πήγε στο μπουκάλι με το κρασί. Γέμισε δύο ποτήρια. Του προσέφερε το ένα. Ήπιε αμίλητη όλο το δικό της και άφησε το ποτήρι να πέσει από το χέρι της. Το ποτήρι έπεσε χάμω κι έσπασε. Δεν έδωσε σημασία εκείνη. Πάνω στα γυαλιά άφησε να πέσουν τα ρούχα της. Έμεινε γυμνή. Τον κοίταξε.

«Υπάρχει και ο έρωτας αν θες να είσαι πάνω από μένα», του είπε αργά και γλυκά. «Το δέχομαι. Αλλά, στα ακροβατικά, άσε να έχω την ψευδαίσθηση ότι είμαι πριγκίπισσα. Δεν είμαι, το ξέρω και το ξέρεις. Είσαι χίλιες φορές καλύτερος από μένα. Έχω όμως ανάγκη να το πιστεύω για να μπορώ να ισορροπώ στη ζωή μου. Πριγκίπισσα με έλεγαν οι γονείς μου. Μου έδινε δύναμη η πίστη που μου είχαν, ο θαυμασμός τους όταν με έβλεπαν να γυμνάζομαι από μικρό παιδί. Κανείς δεν με έκανε έκτοτε να νιώσω σημαντική. Λένε πως ο έρωτας σε κάνει να νιώθεις πολύ σημαντικός. Δείξ’ το μου, σε παρακαλώ. Το έχω ανάγκη, Τζίτζη...»

Ήταν η πρώτη φορά για τη Λου που έκανε έρωτα. Ο Τζίτζη ξεμυαλίστηκε μαζί της. Από εκείνη την ημέρα έκανε ό,τι ήθελε η Λου για να τη βλέπει ευτυχισμένη. Ο διευθυντής τού έλεγε ότι δεν είναι σωστό να αφήνει ένα εικοσάχρονο κορίτσι να ισορροπεί πιο πάνω από αυτόν, τον επαγγελματία.

«Και τι είναι σωστό;» του έλεγε ο Τζίτζη. «Ξέρει κανείς τι είναι σωστό και λάθος;»

«Μα, Τζίτζη, η Λου δίνει και το κακό παράδειγμα στις άλλες», του απαντούσε εκείνος. «Θα χαθεί η ιεραρχία. Θα μπαίνουν κοριτσόπουλα στο επάγγελμα του ακροβάτη και θα απαιτούν το σύρμα τους να είναι πιο πάνω από κορυφαίους ακροβάτες. Δεν θα υπάρχει ισορροπία, θα χαθεί το μέτρο. Θα υπάρχει ανισότητα μεταξύ σας…»

«Στον έρωτα, έτσι κι αλλιώς, είσαι χαμένος…», του απαντούσε ο Τζίτζη. «Δεν υπάρχει ισότητα, δεν υπάρχει ανισότητα, δεν υπάρχει μέτρο, δεν υπάρχει νους, δεν υπάρχει τίποτα… Τους ορισμούς της ισότητας και της ανισότητας τους θέτει η λογική. Στον έρωτα δεν έχεις λογική. Είσαι αναρχικός, έχεις τις δικές σου αρχές, τη δική σου κοσμοθεωρία. Οι κανόνες των άλλων δεν σε αφορούν, συγκρούεσαι μαζί τους. Αγαπάω, στο έχω ξαναπεί. Η μικρή, ισορροπεί πάνω από το κεφάλι μου και εγώ είμαι το δίχτυ ασφαλείας της. Μου λες να υποχωρήσω; Να την αφήσω να πέσει;»

 

Δυο χρόνια μετά, εμφανίστηκε στον καταυλισμό η πρώην γυναίκα του Τζίτζη. Ρώτησε ποια είναι η Λου. Της είπαν. Την πλησίασε. Εκείνη τη στιγμή η Λου είχε πάρει ένα πανέρι με άγρια χόρτα και τα ξέπλενε στη βρύση, λίγο πιο πέρα από τα τροχόσπιτα. Η γυναίκα πήγε κοντά της. Δεν έμοιαζε με τσιγγάνα. Είχε την εικόνα αστής• κομψό ταγιέρ, προσεχτικά χτενισμένη, δερμάτινα ακριβά παπούτσια. Η Λου διαισθητικά κατάλαβε ποια είναι. Σταμάτησε αυτό που έκανε και την κοίταζε για λίγο σιωπηλή.

«Ξαναθές τον άντρα σου;» της είπε μετά με φυσικότητα, σαν να είχαν να μιλήσουν από χθες. «Γι’ αυτό ήρθες;»

Η άλλη αιφνιδιάστηκε. Πήρε βαθιά ανάσα. Άργησε να απαντήσει.

«Ξαναθέλω έναν γάμο», είπε μετά στη Λου. «Όχι τον Τζίτζη. Αυτόν, όχι. Θέλω το διαζύγιο που δεν μου έχει δώσει. Αυτό. Τίποτ’ άλλο. Θέλω να ξαναπαντρευτώ».

«Τώρα το θυμήθηκες;» συνέχισε η Λου. «Τόσα χρόνια πού ήσουν;»

«Τόσα χρόνια δεν είχα ερωτευτεί. Τώρα ερωτεύτηκα. Τώρα μου χρειάστηκε το διαζύγιο. Ελπίζω να με καταλαβαίνεις, κι εσύ ερωτευμένη είσαι, υποθέτω».

Σώπασε λίγο η Λου. Άφησε το πανέρι με τα χόρτα και πλησίασε κοντά στη γυναίκα.

«Πώς σε λένε;»

«Ναΐμα».

«Δεν είσαι τσιγγάνα».

«Όχι. Κατάγομαι από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Έχω το όνομα της γιαγιάς μου. Το όνομα αυτό σημαίνει ‘αρχόντισσα’».

«Αισθάνεσαι αρχόντισσα;»

«Σου είπα, μικρή. Ερωτεύτηκα. Άρα, ναι. Αισθάνομαι αρχόντισσα».

Η Λου κοίταξε τη Ναΐμα σιωπηλή.  Το βλέμμα της είχε ζεσταθεί.

«Είμαστε συγγενείς, Ναΐμα», είπε μετά. «Άνθρωποι που νοιώθουν πως αποκτούν αξίωμα επειδή ερωτεύτηκαν, είναι συγγενείς. Νοιώθω ότι ξαφνικά έχω αισθήματα για σένα. Είσαι αδελφή μου. Ερωτεύτηκες και ομολόγησες πως αισθάνθηκες αρχόντισσα. Είπες μεγάλη κουβέντα. Είμαι υπερήφανη που σε συνάντησα. Το διαζύγιο θεώρησε πως το έχεις. Άστο σε μένα αυτό. Ποιος Τζίτζη… Δεν υπάρχει Τζίτζη… Τώρα μιλάμε εμείς οι δύο σαν αδελφές. Τώρα μαθαίνω από την αδελφή μου ότι είναι αρχόντισσα επειδή αγαπάει. Και είμαι ευτυχισμένη. Θέλω να με επισκεφθείς μετά από καιρό και να μου πεις ότι είσαι ακόμα αρχόντισσα, ότι αγαπάς ακόμα, ότι δεν έπαψες να αγαπάς επειδή παντρεύτηκες. Έτσι αδελφή μου;»

Η Ναΐμα χαμογέλασε μάλλον πικρά.

«Δεν μπορώ να υποσχεθώ κάτι τέτοιο», είπε. Σώπασε για λίγο και συνέχισε.

«Ξέρεις, κάποτε είχα μια φίλη, έχει πεθάνει εδώ και χρόνια, που μου είχε πει μια κουβέντα που δεν την έχω ξεχάσει: ‘όταν ερωτεύομαι παθιασμένα’, είχε πει, ‘φροντίζω να παντρεύομαι για να πάψω να είμαι τόσο πολύ ερωτευμένη. Δεν αντέχω όλα αυτά του έρωτα, να σκέφτομαι πού είναι, να υποφέρω που άργησε, να υποψιάζομαι, να τρελαίνομαι..’ Είχε κάνει τέσσερις γάμους η φίλη μου. Κάπως έτσι, μικρή μου, λειτουργώ κι εγώ. Τον Τζίτζη τον πόθησα πολύ. Κοίταζε άλλες και πόναγα. Ήρθαν στιγμές που έλεγα να πέσει από κει πάνω που ισορροπεί, να τραυματιστεί, να σπάσει το πόδι του, να καθηλωθεί σε μια καρέκλα και να ασχολούμαι συνέχεια μαζί του κι αυτός αναγκαστικά να με έχει ανάγκη. Είναι άδικο αυτό, το ξέρω, αλλά έρχονταν στιγμές που σχεδόν το παρακαλούσα. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στον έρωτα, δεν είσαι ίσος με τον άλλον, υπάρχει ανισότητα, θες να άρχεις πάνω στον άλλον, να εξουσιάζεις, θες να είσαι τα πάντα γι’ αυτόν, να μην υπάρχει Θεός, να είσαι εσύ θεός για εκείνον. Αναιρείς όσα πίστευες και ταυτίζεσαι με όσα σιχαινόσουν: την εξουσία, την έλλειψη δημοκρατίας, την απουσία διαλόγου… Είσαι ένας μικρός δυνάστης που για αυτόν ισότητα σημαίνει δυστυχία, διότι όχι, δεν πρέπει όλες οι γυναίκες να είναι ίσες απέναντι στα μάτια του αγαπημένου, δεν πρέπει ο αγαπημένος να έχει δικαιώματα πάνω στην ίδια του την ύπαρξη, πάνω στα ρούχα του• οι τσέπες υπόκεινται στον εξονυχιστικό έλεγχο που έχεις δικαίωμα να κάνεις, οι σκέψεις του επίσης, δεν είναι δικές του οι σκέψεις του, είναι δικές σου, ανήκουν πρωτίστως σε εσένα, στην κρίση σου, στην ανάκρισή σου. Θες να ξέρεις τι σκέφτεται ακόμα κι όταν είναι αφηρημένος».

 

Δέκα χρόνια είχαν περάσει από τότε. Η Λου εξακολουθούσε να είναι με τον Τζίτζη και να τον αγαπάει, κι αυτός εκείνη. Στο τσίρκο πολλά άτομα είχαν αλλάξει. Η δασκάλα είχε πεθάνει, ο διευθυντής είχε αποσυρθεί, τη διεύθυνση την είχε αναλάβει μια εταιρεία που διαχειριζόταν υπαίθρια θεάματα, τα ζώα σιγά-σιγά επέστρεφαν στον φυσικό τους χώρο έπειτα από καταγγελίες που έκαναν φιλοζωικές εταιρείες. Αλλά τα ακροβατικά, οι κλόουν και οι άλλοι ήταν πάντα λαμπεροί, με γυαλιστερές στολές και δυνατά φώτα πάνω τους. Ο Τζίτζη είχε δώσει το διαζύγιο στη Ναΐμα και είχε κάνει πρόταση γάμου στη Λου. Εκείνη δεν την είχε δεχτεί. Δεν είχε επηρεαστεί από την κουβέντα με τη Ναΐμα τότε, αλλά κάτι στην ιδέα να παντρευτεί τον Τζίτζη την ενοχλούσε.

«Θέλω μόνο ένα παιδί από σένα», του είχε πει κάποτε. «Ίσως δύο, και τρία. Αλλά όχι γάμο. Δώσε μου παιδιά, αντί για δαχτυλίδι…»

«Κρατάς από τους τσιγγάνους γονείς σου», της είχε απαντήσει ο Τζίτζη. «Ισχυρός δεσμός αυτός. Δεν θα μπορέσω ποτέ να σπάσω αυτόν τον δεσμό ή να τον χαλαρώσω λίγο και να ‘ρθω να χωθώ ανάμεσά σας. Πάντα οι τσιγγάνοι μέσα σου θα είναι λίγα εκατοστά πιο πάνω από μένα…»

Χαμογελούσε η Λου όταν τον άκουγε να της μιλάει για γάμο και τσιγγάνους και του προσέφερε κρασί γυμνή, όπως έκανε την πρώτη μέρα που ο Τζίτζη είχε έρθει στη σκηνή της. Ήταν το μόνο που έκανε τον Τζίτζη να σταματάει να σκέφτεται, να σταματάει να μιλάει κι απλώς να τη φιλάει.

Θα πήγαιναν στην Ανδαλουσία τον επόμενο μήνα. Θα έδιναν παραστάσεις σε πολλές πόλεις. Στο τσίρκο είχαν όλοι χαρά. Έκαναν κάθε μέρα πρόβες ο καθένας το πρόγραμμά του. Ο Τζίτζη εξακολουθούσε να ισορροπεί σε σύρμα που βρισκόταν δυο μέτρα κάτω από το σύρμα της Λου. Δεν της είχε χαλάσει ποτέ το χατίρι. Ήταν κάποια από εκείνες τις ημέρες με τις πρόβες που συνέβη το ατύχημα. Ανεβαίνοντας ο Τζίτζη στον στύλο γλίστρησε κι έπεσε από ύψος. Ένα πολύ σοβαρό κάταγμα στο δεξί του πόδι κι ένα χτύπημα στο κεφάλι που ήθελε προσοχή – όχι απότομες κινήσεις, όχι σκύψιμο. Σχεδόν, είχε γίνει άλλος άνθρωπος μετά από αυτό. Είχε αφήσει γένια, είχε μελαγχολήσει. Είχε κάνει εγχείρηση και για καιρό θα έπρεπε να κινείται με αναπηρικό καροτσάκι. Δεν μπόρεσε να πάει στην περιοδεία στην Ανδαλουσία και δεν πήγε ούτε η Λου. Έμεινε κοντά του και ένοιωθε να τον αγαπάει όλο και πιο πολύ. Έμεναν  στο τροχόσπιτό τους, μόνοι στο χωράφι έξω από την πόλη που κατασκήνωνε το τσίρκο, όλοι οι άλλοι είχαν φύγει.

Ο Τζίτζη δεν μίλαγε πολύ. Είχε ένα ποτήρι με κρασί δίπλα του κι έπινε. Η Λου δεν τον άφηνε να πίνει πολύ, έπαιρνε και χάπια, δεν έπρεπε να συνδυάζονταν με αλκοόλ είχε πει ο γιατρός.

«Θέλω να παντρευτούμε, Τζίτζη», του είπε μια μέρα ξαφνικά. Έβρεχε. Η μπόρα, κάθε φορά, της θύμιζε την καταιγίδα που χάθηκαν οι γονείς της. Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος και βουβός. Η Λου τον πλησίασε. Γονάτισε μπροστά στην αναπηρική του καρέκλα.

«Πάντα κάποιος φόβος θα υπάρχει μέσα μας», του είπε. «Παλιά, φοβόμουν τις μπόρες. Έχασα τους γονείς μου σε μπόρα. Ακόμα τις φοβάμαι. Γνώρισα εσένα. Σ’ αγάπησα. Μετά, μπήκε ο φόβος μέσα μου ότι θα σε χάσω. Είχα κι άλλον φόβο. Φοβόμουν τον θάνατο. Έβλεπα το προστατευτικό δίχτυ από κάτω όταν έκανα ακροβατικά κι έλεγα ότι αν πέσω μπορεί να σχιστεί, να μην αντέξει το βάρος μου, κι ακόμα χειρότερα μπορεί να χτυπήσω μεν αλλά να μην πεθάνω, να μείνω παράλυτη. Εάν υπάρχει Θεός, Τζίτζη, μας βάζει καθημερινά να παίζουμε σ’ ένα πολύ λεπτό παιχνίδι ισορροπίας. Ισορροπούμε ανάμεσα στη λογική και την παράνοια, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, τον πλούτο και τη φτώχεια, την ελευθερία και τη σκλαβιά. Ανάμεσα στον έρωτα και τη μοναξιά…»

Σώπασε λίγο. Έμεινε γονατιστή μπροστά του. Πήρε τα χέρια του, τα φίλησε.

«Είμαι έγκυος, Τζίτζη…»

Εκείνος σάστισε. Η Λου συνέχισε.

«Αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να δεχτείς να με παντρευτείς έτσι καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα… Έχω την αίσθηση ότι θα αποκτήσω νέο φόβο, ότι με παντρεύτηκες επειδή έχεις ανάγκη τη φροντίδα μου. Θα ήθελα να ήσουν υγιής, να κάναμε πρόβα, να ισορροπούσαμε στο κενό χωρίς δίχτυ και να σου έλεγα ότι δέχομαι την πρότασή σου…»

Ο Τζίτζη ήταν χλωμός αλλά τα μάτια του είχαν μια παράξενη λάμψη. Ίσως χαράς, ή και ευτυχίας ακόμα.

«Σε λίγες μέρες επιστρέφει το τσίρκο», της είπε τρυφερά. «Εσύ, θα είσαι έγκυος κι εγώ με πόδι σακατεμένο. Μπορούμε να ζήσουμε κοντά τους και να αρχίσουμε να κάνουμε παιδιά. Θα βοηθάς στην κουζίνα, πλένεις καταπληκτικά τα άγρια χόρτα, κι εγώ μπορώ να γίνω ο δάσκαλος που ψάχνουν να προσλάβουν. Θα ξαναμπορέσεις κάποτε να κάνεις ακροβατικά. Είναι σίγουρο. Θα μπορείς για χρόνια να εργάζεσαι. Και δεν χρειάζεται να παντρευτούμε, είχες δίκιο όταν μου έλεγες ότι προτιμάς να με αγαπάς και να φοβάσαι μη με χάσεις, παρά να με παντρευτείς και να φοβάσαι μη με χάσεις. Έτσι κι αλλιώς, για να παραφράσω τον Ευριπίδη στην Ελένη που είπε: ‘τι είναι θεός, τι μη θεός, τι το ανάμεσά τους’, τι είναι ζωή, αγαπημένη μου, τι μη ζωή, τι το ανάμεσά τους… Μπλεχτήκαμε πολύ με τα αντίθετα που μας κυκλώνουν από παντού. Ισότητα, ανισότητα, δίκιο, άδικο, σωστό, λάθος, μαζί, χώρια. Θέλω να μπορώ να εξισορροπώ τις ανισότητες. Θέλω να μπορώ να κάθομαι σε αυτήν την αναπηρική καρέκλα χωρίς να κάνω προσπάθεια να νοιώθω ευτυχισμένος. Θέλω να είμαι πατέρας χωρίς να κάνω προσπάθεια να είμαι πατέρας. Θέλω να μη σκέφτομαι τι μέρα θα ξημερώσει αύριο. Μπορεί να βρέχει, μπορεί να έχει λιακάδα. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί και να μη χαθούμε. Ισορροπούμε πάνω σε έννοιες ουσιαστικά άχρηστες και ψυχικά ζημιογόνες. Σε λίγο θα είμαστε τρεις. Ίσως μετά, τέσσερις. Σε λίγο δηλαδή, θα είμαστε ομάδα. Νομίζω Λου, και είναι πιο εύκολο να ζεις σε ομάδα, όπως είναι το τσίρκο, παρά σε μη ομάδα. Όταν ζεις μόνος σε παρασύρει ο εαυτός σου σε ατελείωτες σκέψεις. Με το τσίρκο, με την ομάδα, δεν έχεις την πολυτέλεια να σκέφτεσαι τον εαυτό σου. Ανεβαίνεις στο σχοινί και ξέρεις πως μαζί σου ισορροπεί ολόκληρη η ομάδα…»

Έπιασε να βρέχει πιο πολύ. Έμειναν για αρκετή ώρα έτσι, εκείνος στην αναπηρική καρέκλα, εκείνη γονατιστή μπροστά στα πόδια του. Αμίλητοι. Ήσυχοι. Αργά τη νύχτα η Λου τον βοήθησε να ξαπλώσει και ξάπλωσε στα χέρια του. Το τροχόσπιτό τους το αγαπούσε σαν σπίτι της. Ήταν όμορφο, καθαρό, περιποιημένο, το διακοσμούσε πάντα με λουλούδια από τους αγρούς κι εκείνο που της άρεσε περισσότερο και τη χαλάρωνε ήταν η μυρωδιά από το γάλα που έβαζε να ζεσταθεί...

 

                     



Δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2020 στο καλοκαιρινό τεύχος 62 του περιοδικού «δε|κατα» με θέμα: 

«Οι Ανισότητες είναι υπαρκτές και δεν αστειεύονται». 

Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού, ποιητή και συγγραφέα, Ντίνο Σιώτη, 
για τη δημοσίευση.


 


21 Φεβρουαρίου 2020

«Η τρελή που δεν φοβόταν»


Κυριακή πρωί, με αχνιστό τσάι, μου αρέσει να ψάχνω στο internet και να βρίσκω σε ειδησεογραφικούς ιστότοπους ενδιαφέροντα άρθρα, κυρίως κοινωνικού περιεχομένου, και να τα διαβάζω όσο θα έχω τσάι στο φλιτζάνι. Συνήθως, με τραβάει ο τίτλος τους. Εκείνη την Κυριακή, ο τίτλος εκείνος με έκανε να ανατριχιάσω:

«Η γυναίκα που έθαβε τους γκέι με AIDS
για να μην μείνουν στα αζήτητα»
Υπότιτλος: Η συγκλονιστική ιστορία της «τρελής που δεν φοβόταν»

Το όνομά της, Ruth Coker Burks. Κοιτάζω τη φωτογραφία της• μια σοβαρή ξανθιά γυναίκα με ελαφρύ μακιγιάζ και διακριτικά σκουλαρίκια. Έχει σκύψει το βλέμμα και μοιάζει να κοιτάζει σε κάποιο γραπτό. Γύρω από τα μάτια και τα χείλη έχει λεπτές ρυτίδες από αυτές που τις χαρακτηρίζουμε ως «ρυτίδες σκέψης»: οι γνωστές γραμμές που σχηματίζονται σε συγκεκριμένα σημεία του προσώπου όταν η σκέψη είναι τέτοια που δεν επιτρέπει στους μύες να χαλαρώσουν, όταν οι μύες του προσώπου σκληραίνουν γιατί απλώς σκληρές είναι και οι εικόνες που έχουν αντικρίσει τα μάτια κι επίσης σκληρές και οι φωνές που έχουν ακούσει τα αφτιά και η ψυχή.   


Όταν ολοκλήρωσα το διάβασμα του άρθρου είχα πειστεί πως η Ruth είναι από τους ανθρώπους που θα ήθελα πάρα πολύ να είναι φίλη μου, ή ακόμα καλύτερα, συγγενής εξ αίματος. Παραθέτω το άρθρο:

 «Η Ruth Coker Burks ενδιαφέρθηκε για όλους εκείνους, κυρίως γκέι, που πέθαιναν από AIDS και οι οικογένειές τους τους εγκατέλειψαν. Ήταν το στήριγμά τους στις τελευταίες τους στιγμές. Έθαψε δεκάδες ανθρώπους αφού οι οικογένειές τους αρνήθηκαν να παραλάβουν τα νεκρά τους σώματα. Για πολλούς από αυτούς, είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρει πού είναι ο τάφος τους.

Όλα ξεκίνησαν το 1984 σε ένα διάδρομο νοσοκομείου. Η 25χρονη τότε Ruth Coker Burks επισκέφθηκε ένα φίλο της που είχε καρκίνο. Είχε υποβληθεί σε πέντε χειρουργικές επεμβάσεις κι έτσι η Ruth είχε περάσει πολλές μέρες σε εκείνο το νοσοκομείο για να είναι κοντά του. Τότε ήταν που την προσοχή της τράβηξε μία πόρτα, η οποία είχε απαγορευτικό εισόδου, και την οποία περνούσε μόνο μια νοσοκόμα.
Από περιέργεια ή από κάποια εσωτερική ανάγκη, μία μέρα αποφάσισε να περάσει αυτήν την απαγορευμένη πόρτα και να μπει μέσα στο δωμάτιο. Αντίκρισε τον άνθρωπο που κανένας δεν ήθελε να πλησιάσει. Είδε έναν άντρα εξαθλιωμένο, σχεδόν σκελετωμένο, που έπασχε από AIDS. Το βάρος του δεν ξεπερνούσε τα 45 κιλά. Εκείνος της ζήτησε να δει τη μητέρα του πριν πεθάνει.

Η Ruth μετέφερε την επιθυμία του στις νοσοκόμες. Εκείνες γέλασαν και της είπαν ότι ο συγκεκριμένος άντρας βρισκόταν εκεί ήδη έξι βδομάδες και κανένας δεν τον είχε αναζητήσει ή επισκεφθεί. Ζήτησε το τηλέφωνο της μητέρας του για να της μιλήσει και να της μεταφέρει την επιθυμία του γιου της.
Η μητέρα αρχικά της έκλεισε το τηλέφωνο. Η Ruth την ξαναπήρε και την έπεισε να την ακούσει, απειλώντας την ότι θα δημοσιοποιήσει το πιστοποιητικό θανάτου του γιου της στην τοπική εφημερίδα της περιοχής της και θα ανέφερε την αιτία του θανάτου του. Το τηλεφώνημα δεν είχε θετική κατάληξη. Η μητέρα είπε στην Ruth, ότι ο γιος της είναι αμαρτωλός και ότι για εκείνη είναι νεκρός, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θέλει καν να παραλάβει το σώμα του όταν πεθάνει.

Η Ruth επέστρεψε στο δωμάτιο προσπαθώντας να σκεφτεί τι θα του πει, αλλά εκείνος, λόγω του πυρετού, νόμιζε ότι στο δωμάτιο βρισκόταν η μητέρα του. «Μανούλα. Το ήξερα ότι θα έρθεις» της είπε και της έπιασε το χέρι. Η Ruth δεν του αποκάλυψε την αλήθεια. Τι νόημα θα είχε. Έμεινε δίπλα του φροντίζοντας τον για τις επόμενες ώρες, μέχρι που άφησε την τελευταία του πνοή.

Όταν επικοινώνησε με τη μητέρα του ξανά, για να της πει ότι ο γιος της έφυγε από τη ζωή, η μητέρα όχι μόνο δεν λύγισε στο άκουσμα της είδησης αλλά της είπε ότι δεν θέλει να θάψει το παιδί της.



Έτσι, η Ruth ανέλαβε και την ταφή του σε ένα κοιμητήριο το οποίο ήταν ουσιαστικά δικό της λόγω μιας παλιάς διαμάχης της μητέρας της με έναν θείο της, και τελώντας η ίδια μία «τελετή» αφού κανένας ιερέας δεν δεχόταν να την πραγματοποιήσει.
Αυτό το περιστατικό ήταν η αρχή. Όσο περνούσε ο καιρός γινόταν γνωστή ως η «τρελή που δεν φοβόταν», με αποτέλεσμα πολλοί να παραπέμπουν ασθενείς του AIDS σε εκείνη, για να μην τους αναλάβουν οι ίδιοι.
Μέσα σε περίπου μία δεκαετία είχε αναλάβει πάνω από 1.000 ανθρώπους, οι οποίοι πέθαιναν από AIDS, ενώ χρειάστηκε να θάψει η ίδια περισσότερους από 40, οι οποίοι θα έμεναν στα αζήτητα αφού κανείς δεν ήθελε να αναλάβει την ταφή τους.

Η κάλυψη των εξόδων για την φροντίδα αυτών των ανθρώπων γινόταν από χρήματα, τα οποία προέρχονταν πολλές φορές από την τσέπη της, από φίλους αλλά και από δωρεές.

Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων προερχόταν από γκέι κλαμπ. «Πραγματοποιούσαν ένα drag show κάθε σαββατόβραδο και από εκεί έρχονταν τα λεφτά. Έτσι πληρώναμε φάρμακα, έτσι πληρώναμε το ενοίκιο. Εάν δεν ήταν οι drag queens, δεν ξέρω τι θα είχαμε κάνει» είχε πει σε συνέντευξή της.

Το 2010, στα 51 της χρόνια έπαθε εγκεφαλικό. Η ίδια πίστευε ότι ο πόνος που βίωνε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους, που τους έβλεπε να αργοσβήνουν εγκαταλελειμμένοι από τις οικογένειές τους, συνετέλεσε σε αυτό.
Αυτό όμως που της έδινε δύναμη να συνεχίσει ήταν το να βλέπει ανθρώπους να νοιάζονται πραγματικά για τους φίλους και τους συντρόφους τους με ανιδιοτέλεια και αξιοπρέπεια.

«Έβλεπα εκείνους τους άντρες να φροντίζουν τους συντρόφους τους και να τους βλέπουν να πεθαίνουν. Τους έχω δει να τους κρατάνε μέσα στο ντουζ. Τους κράταγαν, ενώ εγώ τους έπλενα. Τους κουβαλούσαν στο κρεβάτι. Τους στέγνωναν και τους άπλωναν λοσιόν. Το έκαναν αυτό μέχρι το τέλος, γνωρίζοντας ότι σύντομα θα βρίσκονταν οι ίδιοι στη θέση τους. Θα μου πείτε ότι αυτό δεν είναι αγάπη και αφοσίωση; Εγώ, πάντως, δεν ξέρω πολλούς ετεροφυλόφιλους που θα έκαναν το ίδιο» έχει πει σε συνέντευξή της.

Πλέον, με το σύστημα υγείας να αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικά τους ασθενείς του AIDS, η βοήθεια της έχει πάψει να είναι απαραίτητη. Υπάρχει όμως κάτι που θα ήθελε να δει πριν πεθάνει και το έχει εκφράσει... Είναι ένα είδος μνημείου σε εκείνο το κοιμητήριο, που η ίδια έθαψε δεκάδες ανθρώπους, στο οποίο θα αναγράφονται τα ονόματα όλων τους μαζί με την σημείωση: «Αυτό συνέβη. Το 1984 ξεκίνησε. Απλά συνέχισαν να έρχονται και να έρχονται. Και ήξεραν ότι κάποιος θα τους θυμόταν, θα τους αγαπούσε και θα τους φρόντιζε και ότι κάποιος θα έλεγε μία ευγενική κουβέντα για αυτούς, όταν θα πέθαιναν».

                                                                                         

 12/01/2020 newsbeast

                                                                    20/01/2020 newsbeast