Powered By Blogger

Translate

19 Οκτωβρίου 2025

Σαν υπηρέτριες χωρίς ρεπό και αργίες - Διήγημα



Maria Callas 1959


Σε κάποια από τις πολυκατοικίες της Αθήνας που έχω μετακομίσει κατά καιρούς, είχα συγκάτοικο τη Νανά. Περιοχή, Ζωγράφου, κοντά στην πλατεία Γαρδένια. Πενήντα χρόνων τότε η Νανά. Μια κούκλα με εμφάνιση αριστοκράτισσας, που μοσχοβόλαγε πάντα ακριβά αρώματα. Έμενε στο υπόγειο, σε μια γκαρσονιέρα που έβλεπε στον ακάλυπτο. Το δωμάτιό της έμοιαζε με καμαρίνι ντίβας. Είχε επενδύσει τους τοίχους με καθρέφτες, είχε γαλλικά αμπαζούρ στις γωνίες με καπέλο από μεταξωτό ύφασμα, το τραπέζι ροτόντα στη γωνία ήταν στρωμένο με βελούδινο μπορντό τραπεζομάντηλο και παντού βιβλία κλασικής λογοτεχνίας, κυρίως αγγλικής, που λάτρευε. Άκουγε μουσική μόνο από δίσκους βινυλίου και της άρεσε ένα γαλλικό μοναστηριακό λικέρ που το έβρισκε σε μια κάβα της Κηφισιάς. Οι ρόμπες της ήσαν όλες μεταξωτές και τα νύχια στα πόδια και τα χέρια πάντα περιποιημένα και βαμμένα κατακόκκινα. Περπατούσε ξυπόλητη στο χαλί, χειμώνα καλοκαίρι. Μαγείρευε ελαφριά γεύματα για να μην επιβαρύνει τον αέρα του σπιτιού της με βαριές οσμές κουζίνας που δύσκολα φεύγουν από ένα υπόγειο. Συνήθως, έφτιαχνε σαλάτες με ρόκα και ρόδι, και τη συνόδευε με φιλέτο σολομού• άλλες φορές έφτιαχνε σπαγγέτι με αρωματικό λευκό βούτυρο και παρμεζάνα.

Για πολλά χρόνια υπήρξε αγαπημένη κάποιου πλούσιου γόνου αριστοκρατικής οικογένειας του Κολωνακίου, όπως μου είχε διηγηθεί. Εκείνος, τη λάτρευε. Η οικογένειά του, όχι. Ήξεραν για τη σχέση τους αλλά δεν ενέκριναν να παντρευτούν. Απείλησαν τον γόνο ότι θα τον αποκληρώσουν εάν παντρευόταν τη Νανά και εκείνος υποχώρησε. Του έδωσαν χρήματα να τη «σπιτώσει», όπως τον συμβούλεψαν και να «βγάζει τα μάτια του μαζί της όσο θέλει». Αλλά η Νανά, κόρη εργάτριας από το Κερατσίνι, με πατέρα που πουλούσε λαχεία στους δρόμους, στο κολωνακιώτικο αρχοντικό του γόνου δεν θα έμπαινε. Αυτό, οι γονείς του το είχαν ξεκαθαρίσει. Έτσι, αγοράστηκε από την οικογένεια η γκαρσονιέρα στο υπόγειο, επιπλώθηκε σύμφωνα με το γούστο της Νανάς και ο πλούσιος γόνος είχε ερωμένη τη Νανά πάνω από είκοσι χρόνια. Εντωμεταξύ, αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια που του προξένεψαν οι δικοί του, έκανε δυο παιδιά, έχασε νωρίς τους πλούσιους γονείς του και ανέλαβε το εργοστάσιο που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Αδέλφια δεν είχε.

Η Νανά, μου έλεγε τις ώρες που με καλούσε στο υπόγειο να πιούμε τσάι, δεν την ενοχλούσε καθόλου η ζωή που της προσέφερε ο αγαπημένος της. Όταν πέθαναν οι γονείς του, της έδωσε χρήματα και αγόρασε ένα διαμέρισμα στους γονείς της στο Κερατσίνι, για να φύγουν από το νοίκι. Και κάθε μήνα της έδινε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που επαρκούσε και για την ίδια και για τους γονείς της. Δεν την ενδιέφερε να τον παντρευτεί. «Μου αρκούσε πάντα το υπόγειό μου, με τη μουσική μου, τα βιβλία μου, και να ξέρω ότι εκείνος θα ‘ρθει μια – δυο φορές τη βδομάδα. Τον αγαπούσα», μου έλεγε. «Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση της γυναίκας του, γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε παράξενοι. Μας ελκύει το απαγορευμένο. Αν με είχε παντρευτεί ίσως και να είχε κάπου μια γκαρσονιέρα, να είχε σπιτώσει κάποια ερωμένη και να πήγαινε κάθε βδομάδα να την βλέπει φορτωμένος με δώρα. Θέλω να είμαι στη θέση της ερωμένης που παίρνει δώρα», ήταν η θεωρία της. Και την ακολουθούσε ευλαβικά.

Όταν είχαν γνωριστεί η Νανά ήταν είκοσι πέντε χρόνων και αυτός λίγο μεγαλύτερος. Εγώ τη γνώρισα πολλά χρόνια αργότερα, όταν μετακόμισα στην πολυκατοικία που έμενε. Ήταν πολύ γοητευτική. Αν δεν την ήξερες θα μπορούσες να υποθέσεις ότι ίσως να ήταν χορεύτρια κάποτε. Κορμοστασιά στητή, λεπτή, ίσια μαλλιά μακριά που δεν τα έβαφε και που της άρεσε να τα μαζεύει σ’ έναν πρόχειρο κότσο με μια πιάστρα από ελεφαντόδοντο. Πολύ συχνά πήγαινε σε ορφανοτροφεία. Αγόραζε σοκολάτες, γλυκά, παιχνίδια, ρουχαλάκια και καθόταν με τις ώρες με τα παιδιά και έπαιζε μαζί τους. Άλλες φορές επισκεπτόταν γηροκομεία φορτωμένη με δέματα γεμάτα ζακέτες, ζεστές ρόμπες και άγλυκα γλυκά για τους διαβητικούς.

«Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι», μου έλεγε, «είναι οι μεγάλες αγάπες της ζωής μου. Νομίζω δε ότι θα έπρεπε να είναι οι μεγάλες αγάπες όλου του κόσμου. Τα παιδιά είναι τα άτομα στα οποία κληρονομούμε τη ζωή, πρέπει να μεριμνούμε ώστε η ζωή που τους αφήνουμε να είναι πολύ καλύτερη από τη ζωή που παρέδωσαν σε εμάς οι γονείς μας. Οι γέροντες από την άλλη, είναι η σοφία που κάποιες φορές χρησιμοποιείται σωστά και κάποιες άλλες όχι. Σε κάθε περίπτωση, οι γέροντες είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου και που ο άνθρωπος αυτή την εξέλιξη δεν αντέχει να τη βλέπει γιατί δεν του αρέσει η φθορά της ύλης. Είναι ο αναπόφευκτος δρόμος όλων μας. Πόσο μακρινός ή πόσο σύντομος, κανείς δεν ξέρει… Παρατημένοι στα γηροκομεία, ξεχασμένοι σε σπίτια ολομόναχοι, φτωχοί χωρίς φάρμακα, αξύριστοι, βρώμικοι, με σύνταξη μικρή ή άποροι, άτομα που σίγουρα δεν ανήκουν στη λεγόμενη ‟παραγωγική τάξη” γι’ αυτό και οι κυβερνήσεις δεν τους δίνουν σημασία, επειδή δεν έχουν οικονομικό όφελος από αυτούς. Οι γέροντες είναι ο σεβασμός που πρέπει να δείχνουμε στην ανθρώπινη οντότητα».

Στον μεγάλο τοίχο με τους καθρέφτες κρεμόταν ένα τεράστιο κάδρο με χρυσή κορνίζα με τη φωτογραφία της Μαρίας Κάλλας. Την απεικόνιζε μπροστά σε έναν καθρέφτη να κρατά ένα κραγιόν με εκείνα τα υπέροχα λεπτά μακριά δάχτυλά της. Μακιγιαρισμένα τα μάτια της με τον δικό της τρόπο που καθιερώθηκε ως ‟το μακιγιάζ της Κάλλας”, τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, λευκά σκουλαρίκια στα αφτιά της και με βλέμμα που καθιερώθηκε και αυτό ως ‟αυτό το βαθιά συγκλονιστικό θλιμμένο βλέμμα της Κάλλας”.

«Γιατί, αυτή η τεράστια φωτογραφία της Κάλλας;» την είχα ρωτήσει.

«Γιατί είχε τη ζωή που δεν έχω», μου είχε απαντήσει.

«Δηλαδή;»

«Είχε την πιο ωραία φωνή του κόσμου, είχε δόξα, πλούτη, σπίτι στο Παρίσι, στη Βενετία και στο Μιλάνο, ομορφιά, άντρες. Μαζί με όλα αυτά είναι γνωστό πως είχε και έναν βαθύ εσωτερικό πόνο. Άλλες φορές λέω πως ο πόνος αυτός ίσως ήταν απόρροια της ταύτισης με τις τραγικές ηρωίδες της όπερας που υποδυόταν, άλλες φορές ότι ο πόνος αυτός υπήρξε καθαρά δικός της, ολόδικός της. Ήταν ένας πόνος που ονομαζόταν ‟πόνος Μαρία Κάλλας”. Έφερε την υπογραφή της. Η Κάλλας, παρόλη τη ζωή της ντίβας που ζούσε, συγχρόνως παρήγαγε και έναν πόνο που είχε καθαρά δικά του υλικά, συστατικά που η Κάλλας δεν τα έβρισκε πουθενά αλλού, σε κανένα μπακάλικο του κόσμου, γι’ αυτό και όπου πήγαινε τα υλικά αυτά τα κουβαλούσε μαζί της, στη βαλίτσα της. Ήταν το αλεύρι της και το νερό της. Από όλα αυτά που είχε η Κάλλας, εγώ έχω μόνο τον πόνο. Ξαφνικά, δηλαδή, ανακάλυψα ένα κοινό σημείο που έχω με την Κάλλας. Και, δυστυχώς, είναι ο πόνος. Μακάρι να είχα τη φωνή. Τον πόνο δεν τον ζηλεύω. Τον έχω κι εγώ».   

Τότε που γνώρισα τη Νανά ο αγαπημένος της είχε πεθάνει μερικούς μήνες νωρίτερα, αναπάντεχα. Ένα οξύ καρδιακό έμφραγμα στο γραφείο του και από το οποίο επέζησε λίγες ώρες. Της είχε αφήσει κληρονομιά με δικηγορική πράξη ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, που αρκούσε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Από το υπόγειο όμως η Νανά δεν ήθελε να φύγει. Εκεί ήταν όλες οι αναμνήσεις της, μου έλεγε. Οι γονείς της είχαν πουλήσει το σπίτι στο Κερατσίνι που είχε αγοραστεί και αυτό από τον καλό της και είχαν μετακομίσει στο χωριό, κοντά σε συγγενείς τους. Είχε μείνει ολομόναχη• αυτή, και τα παιδιά του ορφανοτροφείου που επισκεπτόταν, καθώς και οι γέροντες του γεροκομείου. Τις επισκέψεις αυτές σε αυτά τα ιδρύματα δεν τις είχε σταματήσει ποτέ.

«Αν θα έχουν περισσέψει χρήματα όταν πεθάνω, από αυτά που μου άφησε ο αγαπημένος μου», μου έλεγε, «έχω κάνει διαθήκη να πάνε σε δυο παιδάκια που τα γνώρισα στο ορφανοτροφείο, για τις σπουδές τους ή ό,τι άλλο θελήσουνε εκείνα να κάνουν. Είχα σκεφτεί να υιοθετήσω, ξέρεις. Θα ήθελα να υιοθετήσω δύο παιδάκια, δυο αδελφάκια που επισκεπτόμουν σ’ ένα ίδρυμα. Ο αγαπημένος μου θα μου έδινε όσα χρήματα του ζητούσα, αλλά είχα ρωτήσει δικηγόρο και μου είχε πει ότι θα συναντούσα μεγάλες δυσκολίες από τις κοινωνικές υπηρεσίες, γιατί δύσκολα θα ενέκριναν μια γυναίκα φτωχή, που ζει από το εισόδημα που της δίνει ένας άντρας, να αναλάβει να μεγαλώσει παιδιά με επίσημη πράξη υιοθεσίας. Του είχα ζητήσει να κάνουμε δικό μας παιδί και να το γνωρίζω μονάχα κι αυτός, αλλά ήταν η δεύτερη φορά που δείλιασε μετά την απειλή των γονιών του ότι θα τον αποκλήρωναν εάν με παντρευόταν. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γενναίοι. Υπάρχουν και άλλοι που δεν είναι. Τον αγαπημένο μου τον αγαπούσα πολύ, αλλά γενναίος δεν υπήρξε ποτέ.  

»Πολλές φορές που ερχόταν εδώ, έβαζε τα κλάματα. ‟Με τη γυναίκα μου έχουμε αποξενωθεί”, μου έλεγε. ‟Έχει εραστή και το ξέρω. Και δεν κλαίω που η γυναίκα μου έχει εραστή, αλλά που αυτό μού είναι εντελώς αδιάφορο. Έχουμε γίνει πέτρες, και οι δύο. Δεν μπαίνει τίποτα μέσα, ούτε ζέστη ούτε κρύο”, έλεγε».

Ο τρόπος που γνώρισα τη Νανά στην πολυκατοικία ήταν ο εξής: άπλωνα ρούχα στο πίσω μπαλκόνι που έβλεπε στον ακάλυπτο και μου πέφτει κάτω μια μπλούζα. Πήγα να την πάρω και η Νανά είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα να αεριστεί το σπίτι. Η κουρτίνα ήταν μισοτραβηγμένη. Ασυναίσθητα, κοίταξα μέσα. Από όσο μπόρεσα να δω, η ματιά μου έπεσε στους καθρέφτες στους τοίχους και συγχρόνως άκουσα ένα απαλό πιάνο. Στάθηκα. Σχεδόν αμέσως καθρεφτίστηκε στους καθρέφτες μια γυναικεία σιλουέτα. Έκανα να φύγω. Η μισοτραβηγμένη κουρτίνα άνοιξε καλύτερα και στην μπαλκονόπορτα βγήκε η Νανά. Ήταν ξυπόλητη, χαμογελαστή, μ’ ένα φλιτζάνι στο χέρι και φορούσε μια σατέν μακριά ρόμπα. Τα νύχια της βαμμένα. Ένοιωσα αμήχανα.

«Ήρθα να πάρω ένα ρούχο που μου έπεσε από πάνω καθώς άπλωνα», της είπα.

«Πίνω γαλλικό καφέ», μου είπε ευγενικά. «Να σας προσφέρω ένα φλιτζάνι;»

Μπήκα στο δωμάτιο. Κοίταξα γύρω. Σαν να βρέθηκα ξαφνικά σε δωμάτιο Γαλλίδας καλλιτέχνιδας. Είδα το πικ απ. Η μουσική ερχόταν από το βινύλιο που έπαιζε εκείνη τη στιγμή.

«Σοπέν», μου είπε η χαμογελαστή Νανά, που εντωμεταξύ είχε βάλει καφέ σ’ ένα φλιτζάνι και μου το προσέφερε. «Αν και πρωί, είναι το Νυχτερινό του Σοπέν. Χαλαρώνει όλη την ημέρα μου. Είναι διαλογισμός ο Σοπέν. Η μουσική του έχει ένα φως που ρέει μέσα μου και με ευθυγραμμίζει στη ροή του. Με λένε Νανά. Εσάς;»

Έτσι γνώρισα τη Νανά. Με τη μεγάλη φωτογραφία της Κάλλας στον τοίχο, με τον Σοπέν της, τα βιβλία της, τα μετάξια της, τις κολόνιες της από σανταλόξυλο και πάνω από όλα με το αληθινό ενδιαφέρον της για τα ορφανά παιδιά και τους γέροντες στα γηροκομεία. Μου διηγήθηκε τη ζωή της, τον έρωτά της για τον πλούσιο, την αγάπη της για τους γονείς της. Εκείνο το διάστημα μόλις είχε χάσει τον αγαπημένο της. Είχε όμορφα μάτια, μεγάλα, καθαρά. Δακρυσμένα πάντα όταν μου μίλαγε για τον καλό της και τους γονείς της.  

«Δεν θέλησες να φύγεις από το υπόγειο;», τη ρωτούσα.

«Να πάω πού;» μου απαντούσε, επίσης με ερώτηση.

«Κάπου αλλού. Δεν ξέρω… Έχεις χρήματα, θα μπορούσες να πας σε σπίτι με μπαλκόνι».

«Κι εδώ μπαλκόνι έχω», μου απαντούσε. «Με τον αγαπημένο μου σε αυτό το υπόγειο έζησα κάποιες από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Δεν χρειάζεται να μετακομίζεις όταν είσαι ερωτευμένος. Είναι αέρας ο έρωτας, σε ανανεώνει. Πού να πήγαινα, καλή μου; Δόξα τω Θεώ, αγάπησα, αγαπήθηκα, πόνεσα. Αυτό είναι το τρίπτυχό μου. Και το ταξίδι μου».

Συχνά με καλούσε να φάμε μαζί. Την καλούσα κι εγώ στο σπίτι μου αλλά προτιμούσε το υπόγειό της, έλεγε. «Εσύ, έχεις οικογένεια. Ανάμεσα σε πολλά άτομα θα νοιώθω μουσαφίρισσα. Δεν είμαι για τέτοια, καλή μου. Προτιμώ να είμαι οικοδεσπότισσα. Το υπόγειό μου είναι ανοιχτό. Είσαι καλοδεχούμενη όποτε θέλεις».

Έφτιαχνε ιταλικά χόρτα που άρεσαν και στις δυο μας. Αφού τα έβραζε αλ ντέντε και τα σούρωνε, τα σοτάριζε ελαφρά σε λίγο ελαιόλαδο αρωματισμένο με μία σκελίδα σκόρδο και τα σερβίριζε ρίχνοντας πάνω τους ξύσμα λεμονιού. Τα συνόδευε με ψητό κοτόπουλο στη σχάρα. Έπειτα αντί για καφέ, μου προσέφερε το αγαπημένο της γαλλικό λικέρ που φτιάχνουν μοναχοί σε μοναστήρια και που πηγαίνει σε κάβα της Κηφισιάς για να το βρει.

«Εσύ, αγαπάς;» με ρωτούσε πίνοντας λικέρ.

«Όλο και κάποιον αγαπάμε όλοι…» της απαντούσα.

«Δεν σε ακούω ενθουσιασμένη», μου έλεγε.

Χαμογελούσα.

«Έχει φύγει ο ενθουσιασμός, Νανά. Είμαι μια νοικοκυρά που όταν τηγανίζω πατάτες τα ρούχα μου μετά δεν τα βγάζω όπως έκανα κάποτε• κάθομαι στον καναπέ με την ρόμπα που φορούσα στην κουζίνα και που μυρίζει τηγανητό. Αλλά, ναι, έχω αγάπη μέσα μου για τον καλό μου. Έρωτα δεν έχω…»

«Δεν κάνετε έρωτα;»

«Κάνουμε. Όχι συχνά, αλλά κάνουμε. Το θέμα είναι ότι, όταν κάνω έρωτα δεν έχω φροντίσει να λούσω τα μαλλιά μου, μυρίζουν κουζινίλα και τα δικά του μαλλιά μυρίζουν καυσαέριο από τους δρόμους. Έχουμε παράξενες μυρωδιές πάνω μας, αντιερωτικές. Όταν τον είχα γνωρίσει, μύριζε μια ακριβή κολόνια κι εγώ λοσιόν σώματος με μυρωδιά πούδρας. Και δεν κοιμόμασταν αμέσως μετά τον έρωτα. Τώρα, ούτε στο μπάνιο να πλυθούμε δεν πάμε. Καθώς με παίρνει ο ύπνος τα μαλλιά μου μυρίζουν κουζινίλα και το σώμα μου απλυσιά από έρωτα…»

Σώπασε λίγο η Νανά. Αναστέναξε. Μετά μου είπε:

«Γι’ αυτό την αγαπώ την Κάλλας, πέρα από καλλιτέχνιδα. Θεωρώ πως πρέπει να ήταν ντίβα ακόμα και στην καθημερινότητά της. Την φαντασιώνομαι μέσα στο χαλαρωτικό ζεστό νερό της μπανιέρας της, να κλείνει τα μάτια και να σκέφτεται τον αγαπημένο της που δεν τον έχει μαζί της. Να βγαίνει άκεφα από την μπανιέρα, να πατάει πάνω στην ακριβή μοκέτα με τα γυμνά της πόδια, να σκουπίζεται και να τυλίγεται με τη μεταξωτή ρόμπα της. Και να πηγαίνει στο παράθυρο. Έξω το Παρίσι να της μοιάζει πανέμορφο αλλά η ζωή της κενή… Να νυχτώνει και να είναι ακόμα εκεί, στο παράθυρο, περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο. Τα χαράματα να την παίρνει ο ύπνος κουρασμένη στη βελούδινη πολυθρόνα, με τα πόδια μαζεμένα στην αναπαυτική μαξιλάρα και η υπηρέτρια να της ρίχνει ένα ριχτάρι πάνω της και να χαμηλώνει το αμπαζούρ. Ναι, δεν μπορώ να φανταστώ την Κάλλας να μυρίζει τηγανητές πατάτες όταν κάνει έρωτα… Είναι άραγε γιατί είχε την πολυτέλεια να ερωτεύεται μέσα σε παριζιάνικα διαμερίσματα και όχι σε δυάρια με φωταγωγό, όπως εμείς; Ή μήπως είναι γιατί εμείς, στα δυάρια με φωταγωγούς που ζούμε, συμπεριφερόμαστε σαν υπηρέτριες χωρίς ρεπό και αργίες;»

Αργότερα έφυγα με την οικογένειά μου από την πολυκατοικία εκείνη και μετακόμισα μακριά από τη Νανά. Στις αρχές, κάνα χρόνο, μιλάγαμε τακτικά στο τηλέφωνο και την είχα επισκεφθεί κάνα δυο φορές. Έπειτα τα τηλεφωνήματα έγιναν όλο και πιο αραιά, προβλήματα, απόσταση, όλα αυτά που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τις παρέες του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα βρέθηκα ένα μεσημέρι για δουλειές σε εκείνη τη γειτονιά και είπα να πάω να τη δω χωρίς να της τηλεφωνήσω, να της κάνω έκπληξη. Ήταν θεόκλειστο το υπόγειο και το χαρτάκι στο κουδούνι με το όνομά της έλειπε. Χτύπησα στο διαμέρισμα μιας κυρίας στο ισόγειο, που είχαμε καλές σχέσεις, να ρωτήσω. Η Νανά είχε πεθάνει δύο μήνες πριν, μου είπε. Τη βρήκαν μια μέρα πεσμένη στην αυλή του ακάλυπτου. Ήταν παγωμένη. Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και την κουρτίνα την ανέμιζε ο αέρας. Κάλεσαν ασθενοφόρο. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Είχε πεθάνει αρκετές ώρες νωρίτερα.

«Λίγες ημέρες μετά το θάνατό της», είπε η κυρία, «ήρθε ένας δικηγόρος  να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες που είχε η Νανά με τα κοινόχρηστα. Μας είπε ότι η Νανά πέθανε από οξύ έμφραγμα χωρίς να έχει ιστορικό με την καρδιά της. Μάθαμε επίσης ότι άφησε χρήματα σε δυο παιδιά στο ορφανοτροφείο που πήγαινε. Τα πράματα του σπιτιού της, κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλες, βιβλία και άλλα, είχε πει στον δικηγόρο να δοθούν σε μια οικογένεια που η Νανά την επισκεπτόταν τα Χριστούγεννα και τους έδινε δώρα, όπως και έγινε. Η γκαρσονιέρα κληροδοτήθηκε βάσει νόμου στους δικούς της. Θα την πουλήσουν, μάθαμε. Μόνο εκείνο το μεγάλο κάδρο έχει μείνει, με τη Μαρία Κάλλας. Μου είπε ο δικηγόρος αν θέλω να το κρατήσω εγώ ή να το δώσω σε όποιον το ζητήσει. Ρώτησα τους ένοικους στην πολυκατοικία, δεν το ήθελε κανείς. ‟Να ήταν καμιά εικόνα με την Παναγία ή κάνα τοπίο, να το βάζαμε στο σαλόνι μας. Την Κάλλας, τι να την κάνουμε;” είπαν οι περισσότεροι. Έτσι, θ μείνει εδώ μέχρι να νοικιαστεί η γκαρσονιέρα και ας το πετάξουν οι νέοι ιδιοκτήτες, άμα θέλουν».

Είπα στην κυρία ότι, θα ‘θελα να το πάρω εγώ το κάδρο, αν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Έδειξε πρόθυμη. Πήρε το κλειδί της γκαρσονιέρας από τη διαχειρίστρια που της το είχαν αφήσει οι γονείς της Νανάς και μπήκαμε στο σπίτι. Ο χώρος στο μικρό διαμέρισμα είχε ακόμα μια ανεπαίσθητη οσμή από τη μυρωδιά της Νανάς, από εκείνα τα ακριβά σαπούνια, τα αρωματικά κεριά και την κολόνια της από σανταλόξυλο. Το κάδρο με τη Μαρία Κάλλας ήταν πάντα στη θέση του. Επιβλητικό, σιωπηλό, σχεδόν με ζωντανό εκείνο το υπέροχο μακρύ χέρι της Κάλλας καθώς κρατούσε το κραγιόν. Το ξεκρέμασα και  ευχαρίστησα την κυρία. Έφυγα. Το κάδρο ήταν μεγάλο και η κορνίζα του βαριά, χρειάστηκε να πάρω ταξί για να το μεταφέρω στο σπίτι. Το είδε ο άντρας μου κι έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας.

«Αυτής της τρελής με τα σανδάλια και τα κόκκινα νύχια, είναι;» μου είπε. Δεν του απάντησα. «Τι το κουβάλησες εδώ; Να ‘ταν τουλάχιστον κάνα τοπίο να το βάζαμε στο σαλόνι ή η Παναγία να τη βάζαμε στην κρεβατοκάμαρα. Την Κάλλας, τι να την κάνουμε;»

Έβαλα το κάδρο στη γωνία του σαλονιού, πάνω από το τραπεζάκι με τον υπολογιστή μου. Όταν μένω μόνη στο σπίτι, κάθομαι εκεί, ανοίγω τον υπολογιστή και βάζω και ακούω τα νυχτερινά του Μπαχ. Από τις πλέον αγαπημένες και γαλήνιες ώρες της ημέρας μου. Κι ας μυρίζει η ρόμπα μου τηγανητές πατάτες. Ποιος το προσέχει…




Περιοδικό (δε)κατα
τεύχος 83 - Φθινόπωρο 2025

Δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2025 στο τεύχος  Νο 83  του περιοδικού  

«δε|κατα». Το θέμα ήταν ελεύθερο.


Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκδότη του περιοδικού ποιητή και                                                 συγγραφέα Ντίνο  Σιώτη, για τη δημοσίευση.   



11 Οκτωβρίου 2025

Κάπου στους δρόμους της Φλωρεντίας 

Firenze

Κάπου στους δρόμους της Φλωρεντίας. Αυτός και το ακορντεόν του. Κανείς άλλος. Ένα πλαστικό καφάσι να κάθεται, ένα μισοκαμμένο τσιγάρο στο χέρι και τα πέδιλα• καφέ, φθαρμένο πλαστικό. Σκούρες κάλτσες. Και, πάνω σε όλα αυτά, αποτυπωμένη η ξεκάθαρη και ολοκάθαρη κούραση. Εκείνο το αριστερό πόδι. Που, ανασηκώνεται το μισό από το έδαφος για να ξεμουδιάσει. Να ξαποστάσει κάπως. Τον κοιτάς και σκέφτεσαι πώς τον λένε, πού μένει, αν είναι Ιταλός ή ήρθε από αλλού. Πώς βρέθηκε στη Φλωρεντία. Γιατί βγήκε στους δρόμους με το ακορντεόν. Έχει παιδιά; Έχει αγαπημένη; Κι όταν βρέχει πού πάει; Τι παπούτσια φοράει; Τελευταία σκέψη πριν απομακρυνθείς από αυτόν τον δρόμο με τον κουρασμένο ακορντεονίστα, ότι θα ‘θελες να πας δίπλα του, να καθίσεις χάμω, στο πεζοδρόμιο, εκείνος να αρχίσει να παίζει την Κομπαρσίτα, κι όταν τελειώσει να του πεις, «έλα, πάμε σε μια τραττορία εδώ κοντά, να πιούμε ένα κρασί. Ούτε με φίλο δεν έχω τόση δίψα να πιω ένα ποτήρι κρασί, όσο μαζί σου..»    


15 Ιουλίου 2025

Παράθυρο με θέα το Μυρτώο Πέλαγος - Διήγημα


Το Μυρτώο Πέλαγος από τη Μονεμβασιά
Το Μυρτώο Πέλαγος από τη Μονεμβασιά

Το σπίτι της ήταν στο Λαύριο, στην άκρη ενός βράχου, αυθαίρετο και μόνο του. Κοντά στη θάλασσα. Της άρεσε να λέει ότι, από το παράθυρό της μπορούσε να κοιτάζει ολόκληρο το Μυρτώο Πέλαγο. Ότι, κάπου εκεί στον ορίζοντα όπου λαμποκοπάει τα μεσημέρια ο ήλιος είναι οι γειτόνισσές της, η Μήλος, η Σέριφος, η Κύθνος… Δεν είχε πάει ποτέ σε εκείνα νησιά, σε κανένα νησί δεν είχε πάει, αλλά θα πήγαινε. Της άρεσε να σκέφτεται ότι, κάποτε θα πήγαινε… 
              Ο πατέρας της δούλευε στο πολεμικό ναυτικό. Ελεγκτής φάρων. Δε ζούσε πια, και οι φάροι είχε μάθει πως, πολλοί από αυτούς, είχαν πλέον ερημώσει. Πόσο την έθλιβε να σκέφτεται εκείνους τους μεγάλους πέτρινους φάρους των διηγήσεων του πατέρα της, εγκαταλελειμμένους και σβηστούς…

Της έλεγε ο πατέρας της, - μικρούλα αυτή ακόμα, ένα παιδάκι που όλο γέλαγε κοντά στα κύματα και χωνότανε στη θάλασσα σαν να ‘τανε η θάλασσα λιβάδι και τα κύματα στάχυα που τα θρόιζε ο άνεμος… -, της έλεγε, «Ροδή μου, αύριο θα φύγω, θα πάω στη Φολέγανδρο, θα επισκεφθούμε με το πλοίο το φάρο της Ασπρόπουντας.  Όταν θα επιστρέψω, θα σου διηγηθώ την ιστορία του!»
Στην επιστροφή του πατέρα της μάθαινε πως, ο φάρος της Ασπρόπουντας χτίστηκε το ’19 κι όταν πρωτολειτούργησε, άναβε με φυτίλι, ενώ αργότερα απέκτησε μηχανισμό πετρελαιοατμού και ότι δίπλα στο κτίριο του φάρου βρίσκεται το σπιτάκι των φαροφυλάκων. Άλλοτε πάλι μάθαινε για τον κυλινδρικό φάρο της Άνδρου, που βρίσκεται απέναντι ακριβώς από το ενετικό κάστρο της Χώρας και ότι είναι ο μοναδικός φάρος στην Ελλάδα χτισμένος πάνω σε βράχο που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα.
Τα ταξίδια του πατέρα της στους φάρους, ήταν και δικά της ταξίδια. Κι ας μην τα έκανε ποτέ. Τα είχε ζήσει όλα, από τις περιγραφές του πατέρα της. Το φως των φάρων το έβλεπε στα μάτια του, όταν εκείνος της αγόραζε παγωτό και την πήγαινε βόλτα στην παραλία του Λαυρίου, και μαζί με τις φωνές των γλάρων είχε στα αφτιά της και τις παραμυθένιες διηγήσεις του για  τους μοναχικούς φαροφύλακες που όλη μέρα κι όλη νύχτα είχαν στην αγκαλιά τους ένα τρανζιστοράκι γεμάτο παράσιτα, για ν’ ακούνε τραγούδια και ειδήσεις.
Πέθανε νέος ο πατέρας της, σ’ ένα ταξίδι στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς, από βαρύ κρυολόγημα. Η μάνα της έκτοτε μίλαγε λίγο, είχε μελαγχολήσει, και ντυμένη στα μαύρα έτρεχε στα μεταλλεία του Λαυρίου, όπου εργαζόταν ως το απόγευμα. Η Ροδή πήγαινε στη θάλασσα κι ανάμεσα στις φωνές των γλάρων περίμενε ν’ ακούσει τη φωνή του πατέρα της να της περιγράφει τον πέτρινο φάρο στο ακρωτήρι Μαλέα, στη Μονεμβασιά, με τις επικίνδυνες φουρτούνες της περιοχής. Δεν την άκουγε, όμως, τη φωνή του, και την έπαιρνε το παράπονο… Θα ‘ταν δεκατεσσάρων χρονώ τότε, όταν εκείνος πέθανε, και μέχρι να τελειώσει το λύκειο η ζωή της ήταν η διαδρομή σχολείο – σπίτι – θάλασσα. Τους χειμώνες με το βαρύ υγρό κρύο έμενε στο δωμάτιό της, πήγαινε στο παράθυρο και κοίταζε για ώρα μακριά, το Μυρτώο πέλαγο. Αν τη ρώταγες εκείνες τις στιγμές τι σκέφτεται να κάνει όταν τελειώσει το σχολείο, αν θα ‘θελε να σπουδάσει ή να πάει κάπου να εργαστεί, θα σου απαντούσε πως θα ‘θελε πάρα πολύ να μπορέσει μια μέρα  ν’ αγοράσει μια φωτογραφική μηχανή και ν’ αρχίσει να ταξιδεύει σε όλους τους φάρους της Ελλάδας, να τους φωτογραφίζει και να βγάλει κατόπιν ένα λεύκωμα με την ιστορία τους, αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της και σε όλους όσους είχαν κάνει το ίδιο μ’ αυτόν επάγγελμα, εκείνο του ελεγκτή φάρων.
Δεκαεφτά χρονώ γνωρίζει τον Γιώργο. Δέκα χρόνια μεγαλύτερός της εκείνος, εργάτης στο λιμάνι. Έμεινε έγκυος μαζί του, λίγο πριν τελειώσει την τελευταία τάξη του λυκείου. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς γέννησε την κόρη της. Αυτόν, εντωμεταξύ, τον είχε χάσει. Όταν του είπε ότι είναι έγκυος τον είδε να χλομιάζει και να βουβαίνεται. «Πες κάτι, Γιώργο», του είχε πει φοβισμένη κοιτώντας τον με αγωνία, «θα τα πούμε την Κυριακή, που θα ξανασυναντηθούμε», της είχε απαντήσει εκείνος μουδιασμένος, αλλά ήρθε η επόμενη Κυριακή, ήρθε η Δευτέρα, ανησυχούσε η Ροδή, τον περίμενε, τίποτα εκείνος, δεν ερχόταν. Δεν ήθελε να πάει στο σπίτι του να τον ψάξει, για να μην τον κάνει να αισθανθεί ότι τον πιέζει. Τη δεύτερη Κυριακή που δεν φάνηκε, ξεκίνησε να τον βρει. Θεόκλειστο το σπίτι του. Παράθυρα, πόρτες, σφαλιστά όλα… Χτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτα. Από τα πολλά, βγήκε στο πάνω μπαλκόνι η ηλικιωμένη κυρία που του νοίκιαζε το σπίτι. «Τον Γιώργο θες κορίτσι μου;» τη ρώτησε σκυμμένη προς τα κάτω. «Έφυγε. Την προηγούμενη βδομάδα. Μου έδωσε το νοίκι αυτού του μήνα, έβαλε τα πράγματά του σ’ ένα φορτηγάκι κι έφυγε. Δεν είπε πού πάει. Άφησε και τη δουλειά του, έμαθα…»  Έμενε μόνος ο Γιώργος, η Ροδή ήξερε πως είχε μια μάνα μόνο και μια αδελφή, έτσι της είχε πει, που έμεναν κάπου στην Πετρούπολη, αλλά πού να πάει να ψάξει, που ούτε διεύθυνση είχε ούτε ονόματα ήξερε…
Γέννησε την κόρη της ένα πρωί του Δεκέμβρη, μόνη της, η μάνα της είχε φύγει για τα μεταλλεία, σε λίγες μέρες έπαιρνε άδεια για τα Χριστούγεννα. Είχε στενοχωρηθεί πολύ η μητέρα της με την απόφαση της Ροδής να κρατήσει το παιδί. Όταν άκουσε για την εγκυμοσύνη, σωριάστηκε σε μια καρέκλα κατάχλωμη. Κι όταν έμαθε ότι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί αλλά η Ροδή θα το κρατούσε το παιδί γιατί το ήθελε, έβαλε τα κλάματα. «Ορφανή από πατέρα, φτωχή και με παιδί… Ποιος θα σε στεφανωθεί, τώρα…», μουρμούραγε μέσα στο κλάμα της και το αδύναμο κορμί της τρανταζόταν από τα αναφιλητά. Η Ροδή είχε πάει κοντά της και την είχε αγκαλιάσει σφιχτά. Της φίλαγε τρυφερά τα μαλλιά. «Μην κλαις, μανούλα μου», της έλεγε γλυκά, «μη μου στενοχωριέσαι… Όπως λες κι εσύ, δεν έχω πατέρα, δεν έχω χρήματα, εξαφανίστηκε κι ο Γιώργος… Μείναμε πάλι οι δυο μας… Θα έχουμε, όμως, αυτό το παιδάκι ν’ ακούμε το γέλιο του, τη φωνούλα του… Ε, μανούλα μου; Δεν θα ‘ναι χαρά αυτό; Δεν είναι ευτυχία να δίνεις αγάπη σ’ ένα πλάσμα, χωρίς να προσμένεις τίποτα από αυτό; Μη μου στενοχωριέσαι… Θέλω να πιστεύεις ότι, όλα θα πάνε καλά…» Η μάνα της σταμάτησε να κλαίει, σκούπισε τα μάτια της κι έμεινε για ώρα χωμένη στην αγκαλιά της κόρης της, σιωπηλή και χαμένη στις σκέψεις της, είχε αρχίσει να ησυχάζει ή, τουλάχιστον, είχε αρχίσει να το παίρνει απόφαση. Έπειτα σηκώθηκε αναστενάζοντας και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει τη σούπα που έτρωγαν το βράδυ…
Εντέλει η Ροδή γέννησε μόνη της, λίγο μετά τα χαράματα που η μάνα της έφυγε για τα μεταλλεία. Γέννησε γρήγορα και εύκολα, προς στιγμή φοβήθηκε, αλλά τελικά ούτε που κατάλαβε πώς έγινε. Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της, ξαπλωμένη ακόμα στο κρεβάτι, έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να σκέφτεται ποιο απ’ όλα τα ονόματα των φάρων που είχε ακούσει από τον πατέρα της θα μπορούσε να δώσει στο  παιδί. Εκείνο έκλαιγε, το χάιδευε τρυφερά η Ροδή και κάποια στιγμή του ψιθύρισε, «θα σε λένε Βασιλίνα, αγαπούλα μου… Νομίζω πως είναι πολύ ωραίο όνομα… Μου έλεγε ο παππούς σου για έναν όμορφο, τετράγωνο φάρο στην Εύβοια, που τον λένε Βασιλίνα… Μ’ αρέσει… Να δεις που όταν μεγαλώσεις θα αρέσει και σε σένα…» Σχεδόν αμέσως είχε ανοίξει η πόρτα και είχε μπει η κυρία Λυγερή, αδελφική φίλη της μητέρας της· της είχαν δώσει κλειδί κι έμπαινε χωρίς να χτυπάει κουδούνι, την έστελνε η μητέρα της Ροδής καθημερινά τις τελευταίες μέρες όσο πλησίαζε η ώρα της γέννας, για να κρατάει συντροφιά στην ετοιμόγεννη κόρη της. Σε λίγες μέρες ήταν Χριστούγεννα, στο σπίτι έκαιγε η μεγάλη ξυλόσομπα, το κλάμα του μωρού έκανε τη Ροδή να αισθάνεται πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από αυτή τη στιγμή και στο Λαύριο εδώ και μέρες έριχνε χιονόνερο. Ο πατέρας της, τους χειμώνες, της περιέγραφε τους χιονισμένους φάρους που αντίκριζε στα ταξίδια του, όπως ο φημισμένος φάρος στο ακρωτήρι Ταινάρου, που άμα χιόνιζε και ο αέρας άσπριζε από τις νιφάδες, ο φάρος - έλεγε ο πατέρας της - έμοιαζε με στρατιώτη στητό στη θέση του, πέτρινο και φωτεινό, που δεν εγκαταλείπει στιγμή τη μάχη με τις φουρτούνες…
Τελικά, το πρώτο της ταξίδι έξω από το Λαύριο το έκανε όταν η κορούλα της η Βασιλίνα έγινε τεσσάρων χρόνων. Την πήρε μαζί της, πήρε και τη μάνα της που εκείνες τις μέρες είχε άδεια από τα μεταλλεία, τέλη καλοκαιριού ήταν, η ίδια δούλευε περιστασιακά στη λαϊκή αγορά σ’ έναν ψαρά, πήρε και τα μεροκάματα που είχε μαζέψει κι έφυγαν και οι τρεις για το τη Ζάκυνθο. Ο φάρος Σκινάρι, στο ακρωτήρι με τις γαλάζιες σπηλιές, ήταν ο πρώτος που έβλεπε στην πραγματικότητα, από τους φάρους των διηγήσεων του πατέρα της. Είχε αγοράσει μια φθηνή φωτογραφική μηχανή. Έβγαλε το φάρο δεκάδες φωτογραφίες, πότε μόνο του, πότε με τη Βασιλίνα και τη μάνα της μπροστά, πότε με το φως της ανατολής, πότε με της δύσης, σε άλλες φωτογραφίες να φαίνονται και οι γλάροι, σε άλλες μονάχα ο φάρος και ο ουρανός.
«Ροδή μου», της έλεγε τα μεσημέρια η μάνα της λίγο μετά το φαγητό στην ψαροταβέρνα, όταν η Ροδή έβαζε σιωπηλή μερικές ρόγες σταφύλι στο στόμα και κοίταζε τη θάλασσα, «πρέπει κάποια στιγμή να δεις τι θα κάνεις στη ζωή σου… Έτσι θα συνεχίσεις; Μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά να τρέχεις από φάρο σε φάρο να βγάζεις φωτογραφίες; Να παντρευτείς Ροδή μου.., κοίτα να βρεις κάνα καλό παιδί και να το πάρεις… Στενοχωριέμαι να σε βλέπω μόνη… Αν ζούσε ο πατέρας σου…»
«Αν ζούσε ο πατέρας, τι, μάνα;» τη διέκοπτε η Ροδή. «Για πες τη συνέχεια, ή μάλλον, άσε, θα πω εγώ τη συνέχεια, γιατί την ξέρω καλύτερα από σένα… Λοιπόν, αν ζούσε ο πατέρας, μάνα, θα είχε ένα πρόσωπο φωτεινό από τη χαρά για την εγγονή του και θα με ρώταγε σε ποιο φάρο θα ήθελα να πάμε στο επόμενο ταξίδι μας. Εγώ θα σκεφτόμουν λίγο και μετά θα του έλεγα να πάμε στον Άγιο Φωκά, στην Πάρο, ή στη Μεγίστη, στο Καστελλόριζο. Και τότε εκείνος ξέρεις τι θα έκανε; Θυμάσαι τι έκανε όταν του ζητούσα να πάμε όλοι μαζί ένα ταξίδι στους φάρους; Θα γύριζε την κασετίνα με τα τσιγάρα του ανάποδα, θα έβγαζε το στυλό απ’ το τσεπάκι του, θα έκανε τους λογαριασμούς του πάνω στην κασετίνα - έτσι έκανε πάντα, θυμάσαι; - και θα μου έλεγε, “Ροδή μου, αυτό το μήνα δεν μας φτάνουν τα  λεφτά να πάμε ταξίδι στους φάρους… Αλλά θα προσπαθήσουμε να πάμε το καλοκαίρι στη Λευκάδα, να δεις τον φάρο που λέγεται Δουκάτο, έτσι καρδιά μου;” Ο πατέρας, μάνα, δεν θα νοιαζόταν αν το παιδί θα είχε μάνα παντρεμένη. Θα γινόταν εκείνος πατέρας του παιδιού. Θα αναπλήρωνε εκείνος το κενό. Πώς είναι ο φάρος; Τις νύχτες; Στις φουρτούνες; Που απλώνει το φως του στο πέλαγο; Για τους κινδύνους; Έτσι ήταν ο πατέρας μου, μάνα… Ο φάρος μου».

Δεκαπέντε χρόνια ταξίδια, χειμώνες και καλοκαίρια, με φουρτούνες και με κάλμες, πότε παρέα με την κόρη της και τη μητέρα της, πότε μόνη, απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλες τις θάλασσες όπου δούλεψε ο πατέρας της. Τον πρώτο καιρό με την παλιά φθηνή φωτογραφική της μηχανή κι αργότερα με την καινούργια, την ακριβή. Φάρος Μαντόνα των Παξών, Κανδελιούσσα Νισύρου, Μεγίστη Καστελλόριζου, Μεγάλο Έμβολο - Αγγελοχώρι  Θεσσαλονίκης, Αργυρόνησος Ευβοϊκού κόλπου, Μανδήλι Καρύστου, Σπαθί Σερίφου, Μεγανήσι Λέσβου, φάρος της Πάτρας.
Τα πρώτα χρόνια δούλευε συνέχεια στον ψαρά. Έπειτα, παράλληλα με τα ταξίδια της, άρχισε να γράφει τις θαλασσινές της εντυπώσεις από τα άγρια μέρη των φάρων. Πήγε τα κείμενά της σε εφημερίδες και περιοδικά. Άρεσαν. Άρχισε να συνεργάζεται με έντυπα. Άρχισε να πληρώνεται καλύτερα από ο,τι στον ψαρά. Συνέχιζε να γράφει για τις θάλασσες και να φωτογραφίζει φάρους. Σταμάτησε να δουλεύει στον ψαρά. Η ζωή της είχε αρχίσει να γίνεται περίπου όπως τη φανταζόταν μικρή….
Σήμερα η Βασιλίνα της είναι είκοσι χρονώ κοπέλα. Σπουδάζει ιστορικός τέχνης. Η Ροδή, κοντεύει τα σαράντα. Η μητέρα της έχει πάρει σύνταξη κι όλη μέρα ασχολείται με τα γεράνια, τους ιβίσκους, το δενδρολίβανο και τη λεβάντα στον κήπο τους. Μπόρεσε και το ανακαίνισε εκείνο το σπιτάκι στο βράχο, η Ροδή. Δεν θέλησε να φύγει από εκεί. Πήρε δάνειο και σχεδόν το έχτισε από την αρχή. Τα βραδάκια που βγαίνει στον κήπο και το κοιτάζει απ’ έξω, όμορφο και φωτεινό, με επένδυση πέτρας και ξύλινα τεράστια παράθυρα που αφήνουν όλο το φως του πελάγους να μπαίνει στα δωμάτια, της αρέσει να φαντάζεται ότι, το πατρικό της μοιάζει με φάρο που όλη νύχτα τον χτυπάνε τα κύματα κι αυτός το πρωί με το φως της ανατολής δείχνει στητός κι αγέρωχος, ένας πέτρινος στρατιώτης που μένει σταθερός στη θέση του, μεσ’ στη μανία της θάλασσας…
Πριν μερικά χρόνια παντρεύτηκε τον Ηλία. Επαγγελματίας σκίπερ αυτός, καπετάνιος σε ιστιοφόρο, δουλεύει τους καλοκαιρινούς μήνες και μέχρι τον Σεπτέμβρη σε ιστιοφόρα που νοικιάζονται για κρουαζιέρες σε τουρίστες, και τους χειμώνες παίζει μπουζούκι και τραγουδάει αρχοντορεμπέτικα σε ταβέρνα του Λαυρίου. Εκεί τον γνώρισε η Ροδή, ένα Σάββατο βράδυ που είχε βγει με δυο φίλες της. Ταίριαξαν, έσμιξαν, τα βρήκαν. Τον αγάπησε. Κι εκείνος. Σε λίγους μήνες της ζήτησε να παντρευτούν.
«Ηλία, εάν παντρευτείς εμένα», του είχε πει σοβαρή η Ροδή που δεν μάσαγε τα λόγια της, «ουσιαστικά παντρεύεσαι τρεις γυναίκες. Θα πάρεις επίσης τη μάνα μου και την κόρη μου. Η κόρη μου εξώγαμη. Δεν έχουμε χωρίσει ποτέ εμείς οι τρεις. Και ούτε πρόκειται. Άντρας στο σπίτι δεν έχει μπει. Τα καταφέρνουμε μόνες μας επειδή λειτουργούμε σαν ομάδα. Άμα, λοιπόν, είναι να μπεις στο σπίτι μας, να μπεις αντρίκια. Το παιδί μου να το αγαπήσεις και μάλιστα να το υιοθετήσεις. Να σ’ έχει πατέρα. Σ’ ακούω, λέγε… Εγώ, την πρόταση που μου έκανες, την άκουσα σαν τρεις γυναίκες και απαντάω για λογαριασμό και των τριών μας ‘ναι’. Εσύ, τι έχεις να μας πεις;»
Ο Ηλίας είχε χαμογελάσει. Από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει στο λιμάνι και στις θάλασσες. Δεν έλεγα πολλά λόγια, αλλά έκανε πάντα τους γύρω του να νοιώθουν ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν. «Πες και στις άλλες γυναίκες μου», της είχε απαντήσει τρυφερά, «ότι θα σας κάνω και τις τρεις ευτυχισμένες…»

Σε λίγες μέρες η Ροδή θα έκανε την παρουσίαση του βιβλίου, ένα πολυτελές λεύκωμα με φωτογραφίες των φάρων της Ελλάδας και συνεντεύξεις από τους παλιούς ελεγκτές φάρων, του πολεμικού ναυτικού. Της πήρε χρόνια να το ολοκληρώσει. Αλλά έμεινε ευχαριστημένη. Ήταν ακριβώς όπως το ονειρευόταν και βέβαια αφιερωμένο στον πατέρα της. Η παρουσίαση θα γινόταν στην ταβέρνα που τραγουδούσε ο Ηλίας, με καλεσμένους συναδέλφους του πατέρα της, φίλους από τα περιοδικά, συμμαθήτριες και γείτονες από το Λαύριο.
Πάντα, όταν άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της για να φύγει, αναπόφευκτα τα μάτια της έπεφταν στη θάλασσα. Κοντοστεκόταν πάντα, ακόμα κι όταν βιαζόταν. Κοίταζε μακριά, το πέλαγο, το λαμπύρισμα της θάλασσας κάτω από τον ήλιο ή το φεγγάρι κι έλεγε δυο κουβέντες στον πατέρα της. Μέσα της. Ένα «γεια σου μπαμπά μου…» Όταν έφευγε εκείνο το απόγευμα για την παρουσίαση του βιβλίου της, με τον άντρα της, την κόρη της και τη μάνα της, έμεινε τελευταία να κλειδώσει την πόρτα. Οι άλλοι προχώρησαν. Κλείδωσε κι έστρεψε τα μάτια στη θάλασσα. Ο ήλιος έδυε. Μαγευτικό το χρώμα στο Μυρτώο πέλαγο…
«Πατέρα μου», είπε ψιθυριστά, «αν κάτι έμαθα πολύ καλά κοντά σου, από τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι μ’ ένα μαντολάτο στο στόμα, είναι ότι η αγάπη είναι ένας τεράστιος φάρος στην καρδιά, που τον φροντίζει - ώστε να είναι πάντα αναμμένος - ένας αγαπημένος πατέρας: ο πατέρας μας, ένας άγιος, ένας θεός, ένας πατέρας τέλος πάντων…»   

                                                                                                
Πρώτο βραβείο:

EYELANDS 2ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

Θέμα διαγωνισμού: «Ελλάδα»




Δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2025 στο τεύχος  Νο 82  του περιοδικού  

«δε|κατα» με θέμα: «Αιγαίο»


Ευχαριστώ τον εκδότη του περιοδικού ποιητή και συγγραφέα Ντίνο Σιώτη, 

 για τη δημοσίευση.   

         

22 Μαΐου 2025

Οι άνθρωποι στα παγκάκια

Campo San Polo, Venezia

Έξω από το σπίτι μου υπάρχει ένα ξύλινο παγκάκι που το έχει βάλει ο δήμος, δεν είναι του ΟΑΣΑ, αλλά στο σημείο υπάρχει στάση τοπικού λεωφορείου. Επειδή είναι κάπως απόμερη η γειτονιά και το βράδυ δεν φωτίζεται επαρκώς αρκετοί από εμάς εάν δούμε κάποιον άγνωστο, που δεν τον έχει ξαναπάρει το μάτι μας, να κάθεται στο παγκάκι, τον ρωτάμε ευγενικά εάν περιμένει το λεωφορείο. Αν πει ναι, τάχα θα ενδιαφερθούμε να ρωτήσουμε πόση ώρα περιμένει κτλ., ώστε να καταλάβουμε από τα λόγια που θα πει αν πρόκειται για κάποιον ύποπτο – με δεδομένο ότι στην πολυκατοικία μας, στα χαμηλά πατώματα, έχουν συμβεί διαρρήξεις κατά το παρελθόν, παραβιάστηκε η κεντρική είσοδος και στη συνέχεια πόρτα διαμερίσματος, μέχρι που πήραμε τα (κοστοβόρα) μέτρα μας: ακριβές κλειδαριές, συναγερμοί κτλ.

Σήμερα κατά τις πεντέμισι βγαίνω να πάω σε μια δουλειά. Βλέπω στο παγκάκι έναν εύσωμο νέο άντρα με παλιόρουχα, να κάθεται με σκυμμένο κεφάλι. Διαισθητικά καταλαβαίνω ότι δεν περιμένει το λεωφορείο. Πάω με τα πόδια στη δουλειά μου, στην πλατεία. Επιστέφω μετά από κάνα δίωρο περίπου, με το τοπικό λεωφορείο. Κατεβαίνω, και βλέπω ότι ο άντρας ήταν ακόμα στο παγκάκι, με σκυμμένο πάντα το κεφάλι. Κάνω να προχωρήσω για το σπίτι μου και κοντοστέκομαι. Θέλω πολύ να τον πλησιάσω και να τον ρωτήσω με τρόπο αν θέλει κάτι. Γυρνάω πίσω και τον πλησιάζω. Όχι πολύ. Στέκομαι τρία μέτρα μακριά του. Τον κοιτάω προσεχτικά. Φοράει δυο σκουλαρίκια στο ίδιο αφτί. Τα ρούχα του είναι παλιά και φθαρμένα και το σώμα του είναι σκυμμένο στο πεζοδρόμιο. Ακολουθεί ο εξής διάλογος, χωρίς να αλλάζω ούτε κόμμα:

-Καλησπέρα…

Σηκώνει το κεφάλι από χάμω και με κοιτάει απορημένα. Συνεχίζω.

-Θέλετε κάτι και κάθεστε τόση ώρα εδώ; Σας είδα και νωρίτερα, όταν έφευγα... Και… Συγγνώμη που σας ρωτάω αλλά εδώ είναι απόμερα και όταν βλέπουμε κάποιον άγνωστο τον ρωτάμε…

-Τι να θέλω, μου απαντάει. Τίποτα δεν θέλω. Εδώ πιο κάτω μένω. Βγήκα να πάρω αέρα και επειδή δεν έχω λεφτά να πάω να καθίσω κάπου να πιω έναν καφέ, κάθισα στο παγκάκι. Θέλω να πάρω αέρα.

Τα μάτια του ήταν ζωηρά. Το βλέμμα του έλαμπε. Τίποτα από τη ματιά του δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο ταλαιπωρημένο παρουσιαστικό του. Τον κοίταζα κάπως αμήχανη. Δεν περίμενα να ακούω αυτό που μου είπε.

-Εντάξει… Καλό βράδυ, του είπα, και απομακρύνθηκα. Πήγα στο σπίτι μου.

Θυμάμαι, πριν χρόνια, είχα βρεθεί στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στην παλιά Σόνια – όσοι τη θυμούνται. Πάω στη στάση να πάρω το τρόλεϊ. Στο παγκάκι της στάσης κάθονταν δυο γυναίκες και τρώγανε πασατέμπο. Γύρω από τα πόδια τους τα τσόφλια από τον πασατέμπο είχαν κάνει βουναλάκι. Τρία – τέσσερα παιδάκι έπαιζαν γελώντας στο πεζοδρόμιο.

-Το τρόλεϊ, το τρία, έχει περάσει; τις ρωτάω.

Φτύνει τον πασατέμπο από το στόμα της η μία και μου λέει:

- Δεν προσέχουμε τα αυτοκίνητα που περνάνε. Εμείς βγαίνουμε το απόγευμα για βόλτα και καθόμαστε εδώ, στο παγκάκι, για να παίξουν τα παιδιά. Μένουμε σ’ ένα υπόγειο. Κρίμα είναι τα παιδάκια να μην βλέπουν λίγο ήλιο…

Είχε ένα γλυκό φως εκείνη την ώρα και ήταν αρχές καλοκαιριού. Οι χαρούμενες φωνούλες των παιδιών ήσαν πιο δυνατές και από το θόρυβο της λεωφόρου. Ήρθε το τρόλεϊ, έφυγα. Κοίταξα από το παράθυρο για τελευταία φορά την εικόνα στη στάση, καθώς απομακρυνόμουν: δυο μητέρες που γέμισαν τις τσέπες τους πασατέμπο και έβγαλαν τα παιδάκια τους να παίξουν στο πεζοδρόμιο της ‘’Σόνιας’’, για λίγο φως πριν σκοτεινιάσει στο υπόγειό τους.

Μαζί με εκείνες τις μητέρες στη λεωφόρο Αλεξάνδρας (σημείωση: ξένες ήσαν, όπως κατάλαβα τουλάχιστον από την προφορά αυτής που μου μίλησε με το χαρακτηριστικό παχύ ‘λάμδα’) από σήμερα εντάσσω στην κατηγορία «άνθρωποι που δεν έχουν λεφτά να πιουν έναν καφέ και κάθονται στα παγκάκια των στάσεων των λεωφορείων» και τον άνθρωπο έξω από το σπίτι μου, αυτόν με τα δύο σκουλαρίκια και τα παλιά ρούχα, και τη σκυμμένη πλάτη. Που, δεν βγήκα τίποτα να του απαντήσω στην απλή ερώτηση που μου έκανε: ‘Τι να θέλω. Τίποτα δεν θέλω. Να πάρω αέρα θέλω’.

Ναι, στη Γάζα πεθαίνουν παιδάκια. Αλλά είναι και κάποια παιδάκια εδώ, στην Ελλάδα, εντελώς για κλάματα. Και μεγαλύτεροι, επίσης. Λες και έχουμε πόλεμο, ένα πράμα.

 

23/5/2025 Βικτώρια


Υ.Γ. Μετά από κάποιες ημέρες εντέλει έμαθα ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν αστυνομικός σε υπηρεσία, παρακολουθώντας κάποια υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών. Μέχρι αυτό μπορώ να πω.



16 Νοεμβρίου 2024

Φαΐζ και Ασημάκης - σύντομο διήγημα

 

Κάπου στην Αθήνα



Πολλές φορές τυχαίνει να δω μια φωτογραφία, μπορεί και κακοτυπωμένη και κακοφωτισμένη, και να εμπνευστώ και να καθίσω να γράψω δύο λόγια σε ένα χαρτί – σ’ ένα word, τώρα πια. Αρκετά διηγήματα από αυτά που έχω γράψει έτσι βγήκαν, άλλα μικρότερα και άλλα μεγαλύτερα. Βλέπω κάπου στο internet τη συγκεκριμένη φωτογραφία και μου αρέσει. Ανοίγω ένα word και γράφω ένα σύντομο διήγημα που το ονόμασα «Φαΐζ και Ασημάκης». Το έστειλα στον ποιητή Ντίνο Σιώτη για το φθινοπωρινό τεύχος του περιοδικού του (δε)κατά, που είχε θέμα: «Ατενίζοντας το αύριο». Το δημοσίευσε και τον ευχαριστώ από καρδιάς.

                                          Φαΐζ και Ασημάκης 

 

 

Κάθε απόγευμα ο Φαΐζ από το Πακιστάν βοηθάει τον Ασημάκη από το χωριό Λεοντάρι της Βοιωτίας να ανέβει το πεζοδρόμιο με το αναπηρικό του καροτσάκι. Μένουν και οι δύο στην ίδια πολυκατοικία, κάπου στη Λιοσίων. Είναι η ώρα που ο Ασημάκης επιστρέφει από τη δουλειά του.

 «Θες τσιγάρα, Ασημάκη;», ο Πακιστανός. «Έχω, φίλε μου, ευχαριστώ», ο Έλληνας. «Όταν κλείσεις το μαγαζί σε περιμένω», του λέει ο Έλληνας. «Έχω φτιάξει κοτόσουπα» και μπαίνει με το αναπηρικό του καροτσάκι στην πολυκατοικία.

Ο Φαΐζ και ο Ασημάκης είναι χρόνια φίλοι. Ο ένας έχει το μαγαζί με τα ψιλικά στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ο άλλος παίρνει ένα επίδομα αναπηρίας και συγχρόνως δουλεύει. Έτσι ζουν. Κανείς από τους δύο δεν έχει οικογένεια. Μοιράζονται το φαγητό και την παρέα. Βλέπουν μαζί ποδόσφαιρο στο διαμέρισμα του Φαΐζ που έχει μια τεράστια LG και στις χριστιανικές και μουσουλμανικές γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα και Κουρμπάν Μπαϊράμ, είναι μαζί.

Ο Ασημάκης έχει μάθει με το αναπηρικό καροτσάκι να κινείται σβέλτα στην κουζίνα του σπιτιού του. Μαγειρεύει ψητά στο φούρνο και λαχανικά στο γκριλ. Υπήρξε οικοδόμος στο χωριό του το Λεοντάρι, μέχρι που έπεσε από τη σκαλωσιά και χτύπησε στη μέση του. Άσχημο χτύπημα. Εγχειρήσεις, φυσιοθεραπείες, πόνοι, απογοήτευση. Δεν μπόρεσε να ξαναδουλέψει. Ήρθε στην Αθήνα και βρήκε δουλειά μέσω ΟΑΕΔ στο τηλεφωνικό κέντρο μιας εταιρείας• έχει και το επίδομα αναπηρίας και είναι ευχαριστημένος που στο χάος της πρωτεύουσας βρήκε έναν αδελφό, όπως αποκαλεί τον Φαΐζ, κι ένα δυάρι σ’ ένα ισόγειο χωρίς σκάλες. Στο υπόγειο μένει ο Φαΐζ. Πριν μερικά χρόνια ο Φαΐζ αρραβωνιάστηκε μια συμπατριώτισσά του, τη Ζάχρα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Πήγαινε στον Ασημάκη και του έλεγε: «Αδελφέ μου, απόψε θα έρθει η Ζάχρα, τι να της μαγειρέψω; Τι λουλούδια να πάρω; Πες μου εσύ που ξέρεις, που είσαι μεγαλύτερός μου». Τρία χρόνια διαφορά έχουν αυτοί οι δύο, Ασημάκης και Φαΐζ, σχεδόν συνομήλικοι, αλλά ο Πακιστανός τον σέβεται πολύ τον Έλληνα. Τριάντα οκτώ χρονώ σήμερα ο Ασημάκης, τριάντα πέντε ο Φαΐζ, τριαντάρης τότε, στον αρραβώνα του.

 Εντέλει, ο Φαΐζ μαγείρευε στην καλή του το «ιερό κρέας» των μουσουλμάνων, το «Χαλάλ», που όπως είχε εξηγήσει στον Ασημάκη είναι το κρέας το επιτρεπτό από τον ισλαμικό νόμο καθώς προέρχεται από τελετουργική σφαγή ζώων κατά την οποία ο μουσουλμάνος σφαγέας επικαλείται τον Αλλάχ. Συνοδευτικό με το Χαλάλ έφτιαχνε σπανάκι με πατάτες, άσπρα ρεβίθια, γλυκό ρύζι, πίτα και προσέφερε στη Ζάχρα αναψυκτικό τριαντάφυλλο, που της άρεσε.

Λίγους μήνες μετά τους αρραβώνες η Ζάχρα άφησε ένα γράμμα στον Φαΐζ ότι χωρίζουν και επιστρέφει μόνιμα στο Ισλαμαμπάντ. Του εξηγούσε ότι οι γονείς της ήταν εξ αρχής αντίθετοι με αυτόν τον αρραβώνα, ότι είχαν άλλα όνειρα γι αυτήν, καθώς την προόριζαν για έναν πλούσιο μακρινό της ξάδελφο και ότι εκείνη δεν ήθελε να τους χαλάσει το χατίρι• εντέλει, είχε δεχτεί το προξενιό. Για μήνες ο Φαΐζ πήγαινε τα βράδια όταν έκλεινε το μαγαζί στο σπίτι του Ασημάκη και έκλαιγε. Ο Ασημάκης κάποιες φορές καλούσε στο διαμέρισμα δυο κορίτσια από ένα μπορντέλο στη Λιοσίων. Κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί ο αδελφός του ο Πακιστανός, κάπως να περάσει καλά και να ξεχαστεί κι ο ίδιος…

Με τον καιρό ο Φαΐζ την ξεπέρασε τη Ζάχρα. Με τον αδελφό του τον Έλληνα συνέχισαν να βλέπουν ποδόσφαιρο στην τεράστια LG, να μαγειρεύει ο ένας για τον άλλον, πότε – πότε να καλούν κοπέλες για συντροφιά και κάπως έτσι να περνάει ο χρόνος, η ζωή, να περνούν οι μέρες και οι νύχτες στη Λιοσίων, τη γεμάτη υπόγεια και ισόγεια δυάρια με Πακιστανούς και Έλληνες.

 

 

ΥΓ. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αλήθεια. Ή μπορεί και να είναι, να υπάρχουν αυτοί οι δύο τύποι, και να μην το ξέρω. Αλλά, μου συνέβη πάλι αυτό που μου συμβαίνει όταν βλέπω μια εικόνα που με εμπνέει να γράψω για αυτήν δυο λόγια σ’ ένα χαρτί – σ’ ένα word, εν προκειμένω. Τη συγκεκριμένη φωτογραφία τη βρήκα στο internet. Αμέσως φαντάστηκα ότι στο υπόγειο της πολυκατοικίας αυτής μένει κάποιος Φαΐζ από το Πακιστάν και στο ισόγειο κάποιος Ασημάκης από το Λεοντάρι της Βοιωτίας. Φαντάστηκα επίσης ότι, κάποια όμορφη Πακιστανή Ζάχρα, που κάποτε είχε έρθει στην Ελλάδα, επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι στο Ισλαμαμπάντ, φοράει το ακριβό χρυσοκέντητο νυφικό που της έραψε η ράφτρα η μητέρα της και παντρεύεται τον πλούσιο μακρινό της ξάδελφο που της υπέδειξε ο πατέρας της. Και ότι, κάπως έτσι είναι η ζωή. Και τέλος φαντάστηκα ότι, μπορεί κάλλιστα αυτό το σύντομο διήγημα να σταθεί κάτω από τον τίτλο «Ατενίζοντας το Μέλλον» για παράδειγμα, καθώς σε κανέναν Φαΐζ από το Πακιστάν και σε κανέναν Ασημάκη από το Λεοντάρι Βοιωτίας δεν μπορείς να στερήσεις το δικαίωμα, ακόμα και μέσα σ’ ένα υγρό υπόγειο της Λιοσίων, να ατενίζει το μέλλον.

 



 

79ο τεύχος, Φθινόπωρο 2024, του περιοδικού (δε)κατα με θέμα 

«Ατενίζοντας το αύριο». Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή Ντίνο Σιώτη

για τη δημοσίευση.

 


22 Αυγούστου 2024

Σαν αγία του Αιγαίου - Διήγημα

 

Τίτλος έργου: Emerge
Τίτλος έργου: Emerge
Καλλιτέχνις: Donna Carter

 


Ήθελε, όταν πεθάνει, η ψυχή της να βρει τη γαλήνη τής ψυχής μιας αγίας. Τη μεγαλοσύνη που έχουν οι ψυχές αυτές. Και τη λατρεία τους για όλους. Ήθελε να γίνει θεία από ανθρώπινη, να αγκαλιάζει το πέλαγος η φροντίδα της, να πέφτουν μες στην αγάπη της τα μεγάλα άγρια κύματα και να γαληνεύουν, να μελετάνε το όνομά της τα καΐκια και να βγάζουν ψαριές πλούσιες... Εκείνο που βαθιά μέσα της ποθούσε ήταν, όταν με το καλό πεθάνει, να αναδυθεί από τα ναυάγια του βυθού η αθανασία της ύπαρξής της και να σταθεί σαν φάρος σε μια άκρη του Αιγαίου, με γύρω της όλα εκείνα τα λευκά θαλασσοπούλια... Για πάντα. Και οι παλιοί ερωμένοι της, οι ναυτικοί, να ξεχάσουν το όνομα Βεατρίκη, να μη θυμούνται τα κατακόκκινα χείλη της, το μοναχικό, τρομαγμένο - σαν αγριμιού - βλέμμα της. Να λένε για εκείνη μονάχα πως ήταν καλή, πολύ καλή, μία ψυχούλα άγια...

Κάποτε είχε ρωτήσει τη μάνα της για τον πατέρα της, μικρούλα, κοριτσάκι αδύνατο και ξυπόλητο πάνω στα χώματα της αυλής τους. Θυμάται πως η μάνα της μάτωσε τότε κατά λάθος το δάχτυλό της με το μαχαίρι που καθάριζε τα ψάρια. Ρούφηξε το αίμα που έτρεξε, την κοίταξε σκοτεινιασμένη και της απάντησε κοφτά, "πατέρα εσύ δεν έχεις!". Η Βεατρίκη θύμωσε. "Ψέματα μου λες!", της φώναξε. "Όλοι έχουνε πατέρα! Ψεύτρα!". Τα μάτια της από τότε ήταν μάτια αγριμιού. Η πάνινη κούκλα που έσφιγγε στα χέρια της είχε γίνει κουρέλια. Θυμάται πως η μάνα της είχε βάλει τα κλάματα. Μόνη της. Με τα χέρια της ακόμα να καθαρίζουν τα ψάρια. Και τα μάγουλά της γεμάτα λέπια και δάκρυα. Το μαχαίρι στη χούφτα της γυάλιζε. Η Βεατρίκη φοβήθηκε. Έτρεξε στη θάλασσα και πέταξε την κουρελιασμένη κούκλα στα κύματα. 

Το σπίτι τους ήταν κτισμένο στην ακρογιαλιά, πλάι σ’ ένα τεράστιο πεύκο. Μακριά από τη χώρα του νησιού. Κανένα άλλο σπίτι κοντά του. Μονάχα πέλαγο έβλεπε. Ταβέρνα και σπίτι μαζί, για τους βαρκάρηδες, για κάνα τουρίστα, για κάνα απρόβλεπτο επισκέπτη. Γύρω από το σπίτι η μητέρα της ξερίζωνε τα καλάμια κι όλο προσπαθούσε να φυτέψει γλαδιόλες, να τις δει να ψηλώνουν. Τίποτα. Κάτι η αλμύρα του αέρα, κάτι οι βροχές, λουλούδι δεν στέριωνε. Ο ουρανός όμως!.. Η Βεατρίκη ρουφούσε τον ουρανό και είχε τον κόσμο όλο μέσα της... Έχωνε τα δάχτυλά της στην άμμο και τον αγκάλιαζε... Έφερνε τα βρεγμένα κοχύλια κοντά στο πρόσωπό της κι ανάσαινε την αλμύρα... Τα κύματα ήταν η μόνη μεγάλη αληθινή αγκαλιά που της έδωσε ποτέ κανείς... Βούταγε στη θάλασσα με το τσίτινο φόρεμα και ξάπλωνε ανάσκελα πάνω της. Κοίταζε τον ήλιο μέχρι που τυφλωνόταν. Ένοιωθε το ταξίδι μέσα της όλο να ξεκινάει κι όλο τελικά να μην γίνεται... Η μάνα της έβγαινε στην αυλή, ανάμεσα στα τραπέζια της ταβέρνας. "Γύρνα πίσω! Μη πας βαθιά!", της φώναζε. Την κοίταζε με αγωνία, απάντηση έτσι κι αλλιώς δεν έπαιρνε, σκούπιζε τα χέρια της στην ποδιά, καθόταν για λίγο και την πρόσεχε και ξαναπήγαινε μέσα κουρασμένη. Τότε η Βεατρίκη έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και βούταγε να βρει το βυθό. Πιανόταν η αναπνοή της, ξανάβγαινε πάνω, τα μάτια της έτσουζαν από το αλάτι, ανάσα βαθιά και ξαναχανόταν...

Σχολείο δεν ήθελε να πάει. "Λέει αηδίες η δασκάλα", έλεγε στη μάνα της. "Πως οι πεθαμένοι μάς σκέφτονται και μας αγαπάνε. Άμα είναι έτσι, γιατί ο μπαμπάς μου, από εκεί που είναι, δεν έρχεται στον ύπνο μου να τον δω, που του το ζητάω κάθε βράδυ στην προσευχή μου!". Η μητέρα της νευρίαζε πάντα μ’ αυτές τις κουβέντες. "Σου έχω πει, πατέρα εσύ δεν έχεις!  Όχι επειδή πέθανε, αλλά επειδή και τότε που ζούσε σημασία δεν μας έδινε! Τρία παιδία έχει, από τρεις διαφορετικές γυναίκες! Ένα εσένα, ένα στην πρωτεύουσα κι ένα στη Βραζιλία! Ε, και; Κανένα σας δεν κοίταξε! Καμιά μας δεν παντρεύτηκε! Έχεις αδέλφια, τα γνωρίζεις; Είχες πατέρα, τον είχες δει ποτέ σου; Εγώ σε μεγάλωσα! Μετά έμαθα πως τσακώθηκε στο πλοίο με κάτι Κινέζους και τον μαχαίρωσαν! Και χάρηκα! Ό,τι δεν μπόρεσα να κάνω εγώ το ‘κάναν άλλοι! Γι’ αυτό σου λέω. Πατέρα εσύ δεν έχεις!". "Και γω δεν ξαναπάω σχολείο!", φώναξε η Βεατρίκη. Και δεν ξαναπήγε. Μάταια προσπάθησε η μάνα της να την πείσει να πάει. Και τι δεν της έταζε, ότι θα χαρεί ο πατέρας της εκεί που είναι και θα ‘ρθει στον ύπνο της να τον δει, ότι θα ψάξει να βρει φωτογραφία του και θα της τη χαρίσει, ότι δεν θα ξαναμιλήσει άσχημα για αυτόν. Τίποτα η Βεατρίκη. Πείσμωσε. Εγκατέλειψε το σχολείο για πάντα. "Με κοροϊδεύουν για τον μπαμπά μου", έλεγε. "Μου λένε πως οι ναυτικοί είναι σαν τα ξωτικά. Εμφανίζονται και εξαφανίζονται απότομα... Και γω στενοχωριέμαι. Θα πηγαίνω στη θάλασσα. Εκεί που δούλευε ο μπαμπάς μου. Όχι στο σχολείο". Το ‘πε και το ‘κανε. Έπαιρνε ένα τσαμπί σταφύλι και πήγαινε στην αμμουδιά. Έτρωγε και κοίταζε το Αιγαίο. Τον πατέρα της. Έτσι όπως τον φανταζόταν η καρδιά της.

Τις Κυριακές ξυπνούσε από τα χαράματα. Από συνήθεια. Από την ημέρα που πέθανε η μάνα της. Καθάριζε όλη την ταβέρνα, μαγείρευε τρία τέσσερα φαγητά για το μεσημέρι, πότιζε τις γλαδιόλες μπας και πάρουν πάνω τους, κι έφευγε. Έπαιρνε την ακτή, πέρναγε από τα βράχια, ακολουθούσε κατά μήκος τη γραμμή της θάλασσας, πλάι στα κύματα τα πόδια της, κι έφτανε στην άλλη μεριά του νησιού. Στο νεκροταφείο. Έμενε με τις ώρες στα μάρμαρα... Καθόταν δίπλα στο σταυρό της μάνας της και κοίταζε το πέλαγο. Τον πατέρα της. Και τη μητέρα της. Στα μάτια της αντανακλούσε ένα βαθύ μπλε·  του ουρανού ήταν..., της θάλασσας ήταν.., της δύναμης που έβρισκε μέσα της ήταν.., άγνωστο. Το βλέμμα της, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, είχε εκείνη τη σιωπηλή ποίηση της ερημιάς, εκείνη τη θλίψη που όμως είναι όμορφη όπως ένα καλό όνειρο. Η Βεατρίκη εκείνες τις στιγμές δεν ήθελε τίποτα άλλο. Ούτε σπίτι, ούτε κήπο, ούτε αγάπη, ούτε άντρες. Να κοιτάζει μόνο τα λευκά αστραφτερά μνήματα, εκεί, στη μεγάλη άκρη του νησιού, και να φαίνονται στα μάτια της σαν ατάραχα κύματα της στεριάς, θεϊκά, αγαλμάτινα... Και να ανασαίνει τη γαλήνη τους, τη σιωπή τους, τη μνήμη τους... Να ξαποσταίνει ήθελε, κοντά στους αγαπημένους της, τίποτα άλλο. Και κάπου κάπου να κοιμάται, πάνω στο μάρμαρο, μπας και τους δει στον ύπνο της... Ήταν αρκετές οι φορές που απέφευγε να επιστρέφει στο σπίτι αμέσως. Της άρεσε να κοιμάται για λίγο στο νεκροταφείο, παρέα με τις ψυχές και τη γαλήνη. Τα σώματα την είχαν κουράσει. Είχε μεγαλώσει πολύ. Είχε ζήσει πολλά και τα ‘χε ζήσει μόνη. Κι είχε κουραστεί. Ο κόσμος έξω από το νεκροταφείο έμοιαζε με τις εικόνες που έβλεπε στους εφιάλτες της,  σκοτεινός, άγνωστος, ανελέητος, γεμάτος φωνές, φωνές... κραυγές.., γεμάτος αφορμές για να νοιώθει δυστυχία. Στη γαλήνη του νεκροταφείου η ζωή είχε κάτι από αυτό που φανταζόταν στα άγνωστα μάτια του πατέρα της. Αγάπη. Και ηρεμία που δεν διακοπτόταν από τίποτα.

Στην ταβέρνα πια ζούσε μόνη. Η μάνα της πέθανε νέα, πάνε μερικά χρόνια. Η Βεατρίκη σερβίριζε σπιτικό φαγητό στους ναυτικούς, φρέσκες ντομάτες από τη χώρα και ψάρια από τη θάλασσά της. Είχε κρασί από τα αμπέλια του νησιού και ραβανί που μοσχοβόλαγε. Τα βραδάκια έκλεινε νωρίς την πόρτα της ταβέρνας. Όλο και κάποιος ναυτικός θα κοιμόταν πάντα κοντά της, όλο και κάποια χρήματα θα είχε το πρωί ν’ αγοράσει σιμιγδάλι για τα γλυκά της και κάνα άρωμα ακριβό, που της άρεσαν τόσο. Τη λάτρευαν οι ναυτικοί τη Βεατρίκη. Όταν πλησίαζαν τα πλοία στο νησί το βλέμμα τους σταματούσε πρώτα στην άκρη δεξιά, στο πεύκο με την ταβέρνα, και μετά στο ψηλό καμπαναριό, στα αμφιθεατρικά χτισμένα σπίτια της χώρας και πιο κει στ’ αμπέλια. Της έφερναν δώρα. Και χρήματα. Και υποσχέσεις. Αλλά εκείνη δεν πίστευε σε τίποτα. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν πως, κάπου υπάρχει ο πατέρας της, με άγνωστο πρόσωπο, αλλά και ίσως με πρόσωπο σαν κι αυτό που έχουν όλοι, με τα μάτια αυτά που την κοιτάζουν όλοι, χρόνια τώρα, με τα  χείλη αυτά που τα γνωρίζει πολύ καλά και με αυτήν την αγκαλιά, τη γνωστή, των αντρών, που η Βεατρίκη δεν θέλει να ξεκολλήσει από πάνω της γιατί της αρέσει να φαντάζεται πως κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και η αγκαλιά του πατέρα της.

Άλλες φορές, δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κανέναν. Άφηνε την ταβέρνα ανοιχτή με φαγητό ζεστό σερβιρισμένο στα τραπέζια για όποιον έρθει, κι έφευγε. Κατέβαινε στις σπηλιές, κάτω από τους βράχους. Οι σπηλιές ήταν πανέμορφες. Μεγάλες, με θεόρατες τρύπες ψηλά όπου έμπαινε το φως, με το καταγάλανο νερό του Αιγαίου άλλοτε βαθύ κι άλλοτε ρηχό, κρυστάλλινο νερό, που έπαιρνε τα χρώματα των βράχων γύρω του, που έπαιρνε και το σώμα της Βεατρίκης και το γιάτρευε, από τα πάθη του. Η Βεατρίκη έπλεε στο κρύο νερό και κοίταζε γύρω της. Παντού σταλαχτίτες, παντού σιωπή, μοναξιά παντού, παντού σκέψεις... Έβαζε τα κλάματα. Μόνη της. Σαν τη μάνα της όταν καθάριζε ψάρια. Έκλαιγε. Είχε ανάγκη να έχει κάποιον. Μια μάνα, έναν πατέρα, έναν άντρα, ένα παιδί. Ένα παιδί. Έκλαιγε. Σκεφτόταν τα χρόνια που πέρασαν, τα παιδιά που δεν ήρθαν, τους άντρες που ήρθαν, που έφυγαν... Το νερό βάλσαμο πάνω της και η σπηλιά πανέμορφη, της έδινε διέξοδο. Να, γι’ αυτό ερχόταν εδώ. Με μουσκεμένο το πρόσωπο από τα κλάματα, έστρεφε τα μάτια ψηλά κι έβλεπε το άνοιγμα, πάνω, στην κορυφή. Έβλεπε φως. Ο ήλιος εκτυφλωτικός, ζεστός, γέμιζε τη μεγάλη σπηλιά. Σταμάταγε το κλάμα. Έπιανε σιγά σιγά τα απότομα βράχια των τοιχωμάτων της σπηλιάς και προσεχτικά ανέβαινε πάνω. Στο άνοιγμα. Στο φως. Αγκομαχούσε. Κουραζόταν. Έβαζε όμως τα πέλματά της στις προεξοχές του βράχου κι όλο ανέβαινε. Ξεχυνόταν στο άνοιγμα, έξω, στην κορυφή της σπηλιάς, σαν λάβα που έρχεται από βαθιά. Καυτή λάβα. Γιατί μέσα της έκαιγε. Είχε φωτιά που δεν έσβηνε. Ξάπλωνε για λίγο εκεί, πλάι στη μεγάλη τρύπα της οροφής, να φύγει το λαχάνιασμά της. Ο ήλιος τη ζέσταινε. Η γη στην πλάτη της ήταν αναπαυτική. Ήταν ό,τι είχε και δεν είχε αυτό το χώμα που την ξαπόσταινε, αυτή η γύμνια της μπροστά στον ουρανό, και η σπηλιά κάτω, με το κρυστάλλινο νερό της κάθαρσής της.

Ήθελε, όταν πεθάνει, η κάθαρση ν’ αγγίξει και την ψυχή της, εκεί να φτάσει η αίσθηση του δροσερού νερού της φωτεινής σπηλιάς... Να αγγίξει τον πόνο της, την εσωτερική της ερημιά, τα λάθη της. Να γίνει αγία η ψυχή της. Να πιεί θάλασσα και η πίστη της να την μετατρέψει σε αγιασμό, να καταπίνει και τα σωθικά της να καίγονται, να γιατρεύονται, να λιώνουν οι πίκρες, να χάνονται σαν στάχτη τα φιλιά των ναυτικών, να μην έχει τίποτα πια, ούτε ταβέρνα, ούτε κρεβάτι, ούτε μνήματα να ακουμπάει το κεφάλι τις Κυριακές, μόνο φροντίδα απέραντη να έχει η καρδιά της και αγάπη, αστείρευτη αγάπη, για τη ζωή της θάλασσας και τους ανθρώπους της, που κάποιοι βυθίζονται χωρίς να βλέπουν το φως ψηλά, τη διέξοδο...

Κι όταν επέστρεφε από τις σπηλιές στο σπίτι, στην πόρτα της ταβέρνας συχνά έβρισκε πανέρια με φρούτα, ανθότυρο σπιτίσιο, λάδι και λευκό κρασί. Δεν τη νοιάζονταν μόνο οι ναυτικοί, αλλά ευτυχώς και οι μάνες της, όπως αποκαλούσε τις γερόντισσες της χώρας, που τη συμπαθούσαν και της έφερναν πράματα. Την Κυριακή το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, πριν ακόμα η ήλιος ανατείλει καλά καλά κι όταν ο καιρός ήταν καλός, έπαιρναν το μονοπάτι της ακρογιαλιάς κι έρχονταν μέχρι την αυλή της. Η Βεατρίκη έλειπε, στο νεκροταφείο. Οι γερόντισσες κάθονταν στις καρέκλες της ταβέρνας να ξαποστάσουν λίγο κι έπειτα έφευγαν για την εκκλησία. Στο τραπέζι άφηναν το πανέρι τους, γεμάτο. Λάδι, τυρί, φρούτα, ζυμωτό ψωμί από τα χέρια τους. Τις αποκαλούσε μάνες της. Κάποιες φορές τις προλάβαινε πριν φύγουν. Σιωπηλές, ήσυχες, γλυκές, καθισμένες απέναντι από τη θάλασσα, απέναντι από την ανατολή, όμορφες σαν τη δική της μάνα. Έψηνε καφέ, έκοβε και δυο φέτες από το ζυμωτό ψωμί που είχαν φέρει και καθόταν κοντά τους. Κι αυτή αμίλητη. Κι αυτή ήσυχη. Αγαπημένη ώρα εκείνες οι στιγμές... Είχε παρέα τις μάνες, είχε χαρά ότι η μάνα της στέλνει αυτές τις γερόντισσες να τη φροντίσουν, είχε ζεστασιά... Κι ευτυχώς, ο χρόνος δεν κύλαγε γρήγορα. Αιώνας τής φαινόταν η συντροφιά εκείνη. Κι όταν το φως του ουρανού έδειχνε πως ξημερώνει για τα καλά, οι γερόντισσες σηκώνονταν να φύγουν για την εκκλησία. "Γεια σου, κόρη μου" της έλεγαν και πόσο της άρεσε αυτή η κουβέντα! Κόρη μου! Όλη η ευλογία της Κυριακής ήταν αυτή η κουβέντα...

Έλεγε η Βεατρίκη πως, τα δώρα που σου δίνει η ζωή πρέπει να της τα επιστρέφεις, να μην κρατάς για σένα τίποτα, και εκείνη ξέρει, θα σου στείλει άλλα, κι άλλα... Έπαιρνε τότε τα πανέρια που της έφερναν οι γερόντισσες και πήγαινε στα καΐκια και πιο πέρα, στις μαούνες. Έδινε στους ψαράδες και στους ναυτικούς κρασί και φρούτα, και κομμάτια κομμένα με τα χέρια της ζυμωτό ψωμί. "Θέλεις μια βόλτα;" τη ρώταγαν οι καπεταναίοι, και εκείνη πάντα ήθελε. Οι μαούνες την έπαιρναν μαζί τους, δίπλα στο τιμόνι η Βεατρίκη και το πρόσωπό της άλλαζε. Καθαρό το βλέμμα της από σκιές, τα χείλη της μοσχοβόλαγαν από την ανάσα της καρδιάς της, η θάλασσα στα πόδια της, γυάλιζαν τα κύματα στον ήλιο, δυνάμωναν οι μηχανές το θόρυβο και για τη Βεατρίκη οι μαούνες εκείνες κι άλλοτε οι ψαρόβαρκες ήταν όλα τα ταξίδια που δεν έκανε ποτέ. Ο ορίζοντας πάντα δυο βήματα από τα μάτια της και πάντα μακρινός και απλησίαστος. Οι γλάροι κατέβαιναν χαμηλά, όμορφοι σαν ψυχές που την ακολουθούσαν... Έφευγε το μεσημέρι, χαμήλωνε ο ήλιος, επέστρεφαν οι μαούνες, ξανάβλεπε τότε μακριά το καμπαναριό του νησιού κι έπειτα τη γωνιά της, το πεύκο με την ταβέρνα. Χαμογέλαγε στους ναυτικούς, τους έλεγε ευχαριστώ και με το που έδεναν στη στεριά άρχιζε κι έτρεχε. Έφτανε στο σπίτι και καταπιανόταν αμέσως να μαγειρέψει. Για το βράδυ. Για εκείνους που θα ‘ρθουν. Που θα φύγουν μετά.

Στη χώρα σπάνια πήγαινε. Κανά δυο φορές το χρόνο, τρεις το πολύ. Η μία ήταν στον Επιτάφιο. Ντυνόταν απλά εκείνο το απόγευμα, με το σκούρο καλό της φόρεμα. Στην πόρτα της το είχε βρει κι αυτό, από κάποια γερόντισσα, πριν λίγα χρόνια. Έπαιρνε κι ένα κερί και πλησίαζε στην εκκλησία δειλά, με το κεφάλι χάμω. Ντρεπόταν. Και φοβόταν τους ανθρώπους. Στο βλέμμα της υπήρχε το αγρίμι που δεν το χάιδεψαν γι’ αυτό και δεν ημέρεψε. Περίμενε στο προαύλιο να βγει ο Επιτάφιος κι ακολουθούσε την πομπή μέχρι την παραλία. Ήταν έθιμο στο νησί ο Επιτάφιος να μπαίνει στη θάλασσα, να μπαίνουν μέχρι τα γόνατα στο νερό οι παπάδες και να φωτίζεται το πέλαγος όλο από τη μαγεία της στιγμής, από τα κεριά, τις ψαλμωδίες, τους ήχους της καμπάνας, από τις πασχαλιές που στόλιζαν τον Ιησού. Κι όταν τέλειωνε το τελετουργικό κι επέστρεφε η πομπή στην εκκλησία, η Βεατρίκη έμενε εκεί, μόνη, στη θάλασσα, μέσα, με το καλό της φόρεμα. Βούταγε στα νερά κι αγκάλιαζε τα κύματα που αγιάστηκαν, την ευωδιά του Χριστού που πέρασε από εκεί, βούταγε στη λύτρωση, στην αγάπη. Δεν κρύωνε, δεν ένοιωθε ψύχρα, πόνο, μοναξιά, τίποτα. Ένοιωθε τη μάνα της κοντά, και τον πατέρα της, την οικογένειά της, ακόμα και μικρά παιδιά ένοιωθε πλάι της, το γέλιο τους, το παιχνίδι τους, τα μικρά τους χέρια να της αγκαλιάζουν το λαιμό...

 

Πέθανε νέα η Βεατρίκη, σαν τη μάνα της κι αυτή. Τη βρήκαν κάτι ψαράδες, μέσα στις σπηλιές, άψυχη. Την είχαν χάσει μέρες. Έρημη η ταβέρνα, ανοιγόκλεινε την πόρτα ο αέρας, δίχως σερβιρισμένο φαγητό τα τραπέζια... Κατάλαβαν. Κανά κακό θα της είχε συμβεί. Πήραν μια βάρκα, έκαναν το γύρω του νησιού, έφτασαν στο νεκροταφείο -, ήξεραν, πήγαινε κι έμενε με τις ώρες εκεί -, αλλά τίποτα. Πουθενά η Βεατρίκη. Ξαναμπήκαν στη βάρκα, πήγαν στην άλλη μεριά, στις σπηλιές. Εκεί ήταν. Αβοήθητη. Ξαπλωμένη πάνω στα βράχια, γεμάτη αίματα. Φαίνεται πως, καθώς ανέβαινε, προς το άνοιγμα, πάνω, γλίστρησε κι έπεσε. Ο ιατροδικαστής είπε πως πέθανε ακαριαία, από το χτύπημα στο κεφάλι. Τουλάχιστον δεν υπέφερε. Τη συνόδεψαν οι μάνες της στην κηδεία, οι ναυτικοί, οι ψαράδες.

Το καντήλι της δεν έμενε ποτέ σβηστό. Την αγαπούσαν οι εργάτες στις μαούνες, την αγαπούσαν όλοι. Πήγαιναν και το άναβαν. Και την ταβέρνα της την έκαναν ξενώνα για τους ταξιδιώτες της θάλασσας. Άφηναν προμήθειες, φαγητό, κρασί, να βρουν να φάνε όσοι πήγαιναν. Κι αυτοί με τη σειρά τους αγόραζαν νέες προμήθειες, για τους επόμενους. Το σπίτι της είχε πάντα κόσμο. Και παιδιά, μικρά, γεμάτα παιχνίδι και γέλια, τουρίστες που γύριζαν το νησί από άκρη σε άκρη κι έμεναν για μια νύχτα εκεί με την οικογένειά τους. Έλεγαν για τη Βεατρίκη αργότερα οι ναυτικοί στις διηγήσεις τους, για χρόνια έλεγαν, πως ένα παιδί ήταν, που δεν μπόρεσε ποτέ να παίξει με τον πόνο του, να τον διασκεδάσει. Κι όλο έκλαιγε, κι όλο πικραινόταν... "Δε βαριέσαι", κατέληγαν. "Καλή ήταν... Σ΄ αγκάλιαζε και γινόσουν άλλος άνθρωπος... Σα να σου ‘δινε όσα εκείνη θα ήθελε να έχει... Σου έδινε αγάπη..." Κι όταν πέρναγαν από τη μεριά του νεκροταφείου με τα καΐκια τους έστρεφαν τα μάτια προς τα λευκά μάρμαρα κι έκαναν το σταυρό τους. Σα να ερχόταν στο νου τους κάποια αγία...

 


Το διήγημα αυτό το είχα γράψει πριν μερικά χρόνια και το είχα στείλει στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δημοτικού Πνευματικού Κέντρου της Λέρου. Πήρε το Β' βραβείο.  

Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «δε|κατα», του ποιητή και συγγραφέα Ντίνου Σιώτη, στο καλοκαιρινό τεύχος Νο 78, που είχε θέμα: «Στα νησιά, στα νησιά». Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκδότη του περιοδικού για τη δημοσίευση.