Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 86ο Καλοκαίρι 2026, θέμα: Πήλιο
Άκου τι γίνεται με
τη ζωή μου: Ανοίγω το παράθυρο στο σπίτι που μένω, στη Λιοσίων, και αντικρίζω
συνεργεία αυτοκινήτων, μάντρες με μεταχειρισμένα ταξί, κουρεία με την επιγραφή
στο τζάμι ‘πέντε ευρώ το κούρεμα’, αιγυπτιακά παντοπωλεία και πεζοδρόμια που
δεν τα έπλυνε ποτέ κανείς. Ποτέ. Ούτε η βροχή. Όταν βρέχει, τη Λιοσίων δεν την ξεπλένει
καμία μπόρα. Έχει πολύ σκληρό πετσί η Λιοσίων. Η μπόρα, μπόρα και η βρώμα,
βρώμα. Ακατανίκητη βρώμα. Καυσαέριο και πατημένα λάδια αυτοκινήτου σε μια
άσφαλτο που μοιάζει με γυαλί. Στην άσφαλτο της Λιοσίων γλιστράς, πέφτεις και
δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ. Η γυαλιστερή άσφαλτος της Λιοσίων σε σκοτώνει. Το ‘χω
δει αυτό, από το παράθυρο. Γριά που έπεσε και έμεινε εκεί. Σαν λάδι από
μοτοσικλέτα που από πάνω του πέρασαν τρόλει και βυτιοφόρα, και το έκαναν ένα με
την πίσσα. Ουσιαστικά, το εξαφάνισαν. Το εξαΰλωσαν. Έτσι εξαϋλώθηκε η γριά
μπροστά στα μάτια μου ένα μεσημέρι στη Λιοσίων. Λεκές στην άσφαλτο, το
γερασμένο σώμα της. Στη Λιοσίων όλα
αυτά. Και οι μάντρες με τα ταξί και τα συνεργεία αυτοκινήτων και το μπορντέλο
που δουλεύω. Το σπίτι μου. Το παράθυρο που αναφέρω πιο πάνω. Studio, γράφει το σπίτι απ’ έξω. Η επιγραφή, έτσι ακριβώς:
στα ξένα. Βέβαια, ο κόσμος ξέρει πολύ καλά τι είναι ένα Studio στη Λιοσίων. Ξέρει πως είναι ένα κλασικό
μπορντέλο. Από αυτά τα παλιά ‘σπίτια’, τα ορίτζιναλ. Με το κρεβάτι του, τα
σατέν σεντόνια του, τα κόκκινα πορτατίφ, με το πατσουλί του, με το εικόνισμα
της Παναγίας στην κουζίνα δίπλα στο αναμμένο καντήλι. Διότι, άμα δεν πιστεύεις
στην Παναγία, τι πουτάνα είσαι. Κι εγώ πιστεύω. Και ανάβω και το καντήλι. Και
το σταυρό μου κάνω. Με το ίδιο χέρι, το δεξί, που ξεκουμπώνω τα παντελόνια των
πελατών. Και σκύβω μετά το κεφάλι μπροστά τους και γονατίζω, όπως κάνω στο
εικόνισμα. Η διαφορά είναι ότι, όταν γονατίζω στην Παναγία βάζω μαξιλαράκι στο
πάτωμα για να αντέχω να της μιλάω περισσότερο. Τους πελάτες τους ξεπετάω. Δεν
θέλουν και πολύ αυτοί. Από τα δέκα εννέα αυτό. Μπορεί και νωρίτερα. Και τώρα είμαι
σαράντα πέντε. Ή περίπου. Μπορεί και πάρα πάνω. Και άκου τώρα να
σου περιγράψω μια άλλη θέα, από ένα άλλο παράθυρο, για να δεις η πουτάνα η ζωή
τι παιχνίδια παίζει: Σαββατοκύριακα συνήθως φεύγω από τη Λιοσίων. Όχι πάντα,
αλλά κάθε τόσο θέλω να φεύγω. Παίρνω τους δρόμους και απομακρύνομαι. Έχω έναν
πολύ συγκεκριμένο προορισμό που πηγαίνω. Όταν φτάνω εκεί, είναι πάντα χάραμα. Δηλαδή,
φροντίζω να είναι χάραμα. Επιλογή μου, αυτό. Λατρεύω τα χαράματα τα εκτός
Αθηνών, πρωτίστως τα εκτός Λιοσίων. Ξεκινάω αργά τη νύχτα από το μπορντέλο και χαράματα
αξιώνομαι να έχω φτάσει στον προορισμό μου και να ανοίγω το παράθυρο στο
δωμάτιο που βρίσκομαι. Μπαίνει φως. Το πρώτο, αυτό της ανατολής. Το φως που
προηγείται του ήλιου. Το απαλό πορτοκαλί του ουρανού που κάνει τη νύχτα να παύει
να υφίσταται και τότε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο κοιτάω με δέος ισχυρό, σαν ψυχικό
σοκ, τον Παγασητικό. Έτσι όπως το ακούς. Μαγική θάλασσα μπροστά μου, ήρεμη,
γαλήνια, πιο όμορφη και από την Παναγία στο εικόνισμα του μπουρδέλου. Κοιτάω,
κοιτάω, και συνειδητοποιώ αργά και ανακουφιστικά ότι, δόξα τω Θεώ, έχω έρθει στη θερινή κατοικία των θεών. Το Πήλιο.
Αγριοκαστανιές, οξιές, πλατάνια, βελανιδιές, μηλιές. Όχι Λιοσίων. Όχι συνεργεία
αυτοκινήτων. Όχι άσφαλτος που γλιστράει. Μόνο ο Παγασητικός Κόλπος γεμάτος
πρωινό φως πάνω στα νησάκια του. Η εικόνα αυτή με κάνει να πιστεύω ακράδαντα
στην ύπαρξη του Θεού. Η ανατολή πάνω στα
νερά του Παγασητικού είναι η βαθιά μου πίστη ότι, δεν μπορεί, υπάρχει Θεός.
Είναι αυτό το φως που βλέπω. Είναι οι βελανιδιές που ανάμεσά τους έτρεχα μικρή.
Θεός είναι οι αγριοκερασιές του Πηλίου σε αφθονία, τα δάση, η πλατεία του
χωριού μου με τη βρύση. Η μυρωδιά του καφέ που ψήνει αυτή την ώρα, την ώρα της
ανατολής, η γιαγιά Δροσερή. Δροσερή είναι το όνομά της. Αν η Παναγία στο
μπορντέλο της Λιοσίων είχε άλλο όνομα, θα την έλεγαν Δροσερή. Η μάνα μου με
γεννάει και μαζί με τον πατέρα μου φεύγουν για τη Γερμανία. Μετανάστες. Ότι θα
δουλέψουν κάποια χρόνια εκεί, θα βγάλουν φράγκα, θα πάρουν τα φράγκα τους και
θα επιστρέψουν στο Πήλιο. Στη Μηλίνα, το χωριό που γεννήθηκα, που με άφησαν στη
γιαγιά Δροσερή να με προσέχει, τη Μηλίνα, το χωριό που επιστρέφω κάθε τόσο για
να πάρω καθαρές ανάσες από τη Λιοσίων. Οι γονείς μου δεν επέστρεψαν ποτέ από
την Γερμανία. Χώρισαν έμαθα, εκεί. Η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε, ο νέος άντρας
της δεν ήθελε επαφές με το παρελθόν της, ούτε καν με μένα – έμαθα. Το σεβάστηκε
αυτό η μάνα μου. Σεβάστηκε την επιθυμία του άντρα της. Όχι εμένα. Ούτε τη
γιαγιά Δροσερή, τη μάνα της. Όχι. Το καινούργιο στεφάνι της σεβάστηκε. Ο
πατέρας μου έφαγε κάτι χρήματα που είχε με μια Πολωνή, επίσης μετανάστρια, και
έφυγε για τη Σουηδία, να δουλέψει σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο. Μέχρι εκεί
ξέρουμε, η γιαγιά και εγώ. Μεγάλωσα στη
Μηλίνα. Έπαιξα στη Μηλίνα. Κολύμπησα στην Τζάστενη και στη Βαθιά Σπηλιά. Είδα
όλα τα κόκκινα ηλιοβασιλέματα της Μηλίνας από την αυλή της Δροσερής. Πήγα
σχολείο. Ήμουν καλή μαθήτρια. Αλλά δεν είχαμε λεφτά. Δεν υπήρχε κανείς να μας
βοηθήσει. Οι γονείς μου, είχαν ήδη χαθεί. Η γιαγιά Δροσερή δούλευε όπου
έβρισκε. Μάζευε ελιές, έραβε κάνα φουστάνι όταν της το ζητούσαν – έπιαναν τα
χέρια της, ήταν προκομμένη•
πήγαινε στην ταβέρνα, έπλενε πιάτα, σφουγγάριζε, καθάριζε πατάτες, φασολάκια,
αλλά δεν ‘φτάναν τα λεφτά. Με ζήτησε η συγγενής μιας συγχωριανής να με πάει
στην Αθήνα, να δουλεύω στη βιοτεχνία παπουτσιών που είχε με τον άντρα της στο
Αιγάλεω, και να με έχει στο σπίτι της. Και να μου δίνει και χρήματα. Πήγα. Ήμουν
δέκα τεσσάρων χρονώ κοριτσάκι. Άφησα το σχολείο, τη Μηλίνα, τον Παγασητικό, τη
Βαθιά Σπηλιά, τα δάση, την Δροσερή μου. Άφησα το γέλιο μου. Τη ξεγνοιασιά μου. Αργότερα,
άφησα και τη βιοτεχνία παπουτσιών. Το θέμα είναι ότι, για πότε βρέθηκα από το
Αιγάλεω στην οδό Λιοσίων με δικό μου μπορντέλο, ούτε που το κατάλαβα. Για πότε
άλλαξε η θέα στο παράθυρό μου και από τα νησάκια του Παγασητικού και το κόκκινο
φως του ήλιου έβλεπα άσφαλτο γεμάτη λακκούβες και λάδια αυτοκινήτων, δεν ξέρω.
Ίσως, έχω κάποιο κενό μνήμης. Ίσως πάλι έχω επιλεκτική μνήμη. Θυμάμαι μόνο ό,τι
θέλω. Σκόρπιες λέξεις, θυμάμαι. Τίποτ’ άλλο. Όπως, «Δροσερή» – ζει ακόμα, ένα
χαμογελαστό ενενηντάχρονο θείο πλάσμα που μοσχοβολάει πορτοκάλι που κόβει με τα
ρυτιδιασμένα χεράκια της. Άλλες λέξεις που θυμάμαι είναι «ηλιοβασίλεμα Μηλίνας»,
«Μαραθιάς», «Λεφόκαστρο», «Παραλία Ραζή», «Γιαγιά». Αν κάτι ζητώ από
την Παναγία που έχω στην κουζίνα, δίπλα στο αναμμένο καντήλι, είναι να με
αξιώνει κάπου – κάπου να φεύγω από τη Λιοσίων, να ανάβω ένα τσιγάρο και μέχρι
να το καπνίσω να έχω φτάσει στο πατρικό μου σπίτι. Στη Μηλίνα μου. Να πέφτω
στην αγκαλιά της Δροσερής και μετά να πέφτω για ύπνο κατάκοπη. Σε λήθαργο να
πέφτω. Να ξυπνάω όποτε θέλω και καθώς θα ανοίγω το παράθυρο και θα αντικρίζω
τον Παγασητικό, να μοσχοβολάει από την κουζίνα ο καφές που θα ψήνει στη χόβολη η
Δροσερή μου, με τα άγια ροζιασμένα χεράκια της. Όσο υπάρχει ο
Παγασητικός να κοιτάω τα Σαββατοκύριακα τη ζωγραφιστή σαν ψέμα ομορφιά του και
να βουτάω το σώμα του να το ξεπλένω στα νερά του μαζί με την ψυχή μου, λέω ναι.
Υπάρχει Θεός. Ευχαριστώ τον αγαπημένο
ποιητή Ντίνο Σιώτη για την εξαιρετική συνεργασία που έχουμε. Ευχαριστώ όλους τους συνεργάτες του περιοδικού (δε)κατα.
Βικτώρια Μακρή
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τα απρεπή, κακόβουλα και κακόγουστα σχόλια θα διαγράφονται. Επίσης στηρίζω τη θέση ότι η ελληνική γλώσσα είναι από μόνη της πολιτισμός, καθώς είναι η γλώσσα του Οδυσσέα Ελύτη και του Ομήρου. Τα greeeklish όχι.