Powered By Blogger

Translate

22 Δεκεμβρίου 2025

Ιστορίες καραντίνας - σύντομο διήγημα



 

Πεθύμησα την καραντίνα. Τον επιβεβλημένο περιορισμό του χώρου που θα κινούμαι. Κουζίνα, καθιστικό, κρεβατοκάμαρα, ντους, σημείωμα βιαστικό ότι θέλω να πάω στο σούπερ μάρκετ, στο φαρμακείο, απάντηση «οκ, πήγαινε». Απάντηση, από ποιον; Αναπάντητο ερώτημα. Πεθύμησα τον εγκλεισμό στο σπίτι μου, στην οικεία μου, στο προσωπικό μου καταφύγιο, στην ησυχία μου, χωρίς φασαρία στο δρόμο από κορναρίσματα και φρεναρίσματα, χωρίς οχλαγωγία. Όχλος. Τι είναι ο όχλος. Πώς τιθασεύεται ο όχλος με μια καραντίνα; Τιθασεύεται; Και τι θα πει ότι, κάποιοι ορίζουν πως όλοι θα ζούμε ξαφνικά περιορισμένοι, ότι θα εγκαταλείψουμε τους δρόμους και θα κλειστούμε στο σπίτι μας; Ποιο σπίτι μας; Αυτό, με τα ντουβάρια; Ή το άλλο, το εσωτερικό; Τον μέσα οίκο μας; Και τι είναι, άραγε, ο μέσα οίκος μας; Μπαίνει σε καραντίνα; Είναι υπαρκτός; Είναι από ύλη; Από τι είναι καμωμένος; Έχει ντουβάρια όπως ο υλικός οίκος; Υπόκειται στη φθορά του χρόνου; Στην υγρασία; Παλιώνει με τον καιρό;

Θυμάμαι, τότε, επί καραντίνας, μου έλειπαν δύο λεμόνια για το αυγολέμονο. Βαριόμουν να πάρω άδεια για να βγω μέχρι το μανάβικο για δύο λεμόνια. Χτυπάω την πόρτα του Άρη στο απέναντι διαμέρισμα, στον ίδιο όροφο. Κατοικώ σε πολυκατοικία. Με τον Άρη συγκατοικούσαμε περίπου δέκα χρόνια. Ρωτάει ποιος είναι, του λέω και μου ανοίγει με το σώβρακο. Από πάνω φοράει λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Το σώβρακο έχει τον Ποπάυ.

«Άρη, έχεις δυο λεμόνια;»

«Έχω, έλα μέσα».

Μπαίνω. Μένει μόνος. Το σαλόνι βρωμάει τσιγάρο και καφέ.

«Βλέπω τον υπολογιστή ανοιχτό. Δουλεύεις; Σε διέκοψα;»

«Δουλεύω, αλλά δεν με διέκοψες. Όλη μέρα θα δουλεύω. Σε καμιά ώρα έχουμε τηλεδιάσκεψη. Γι’ αυτό έβαλα γραβάτα».

Πάει στην κουζίνα. Επιστρέφει κρατώντας δύο λεμόνια.

«Πάντως, την καραντίνα τη γουστάρω», μου λέει. «Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή  με γραβάτα και σώβρακο. Όταν συνδέομαι με εικόνα με την εταιρεία για meeting, από τη μέση και πάνω είμαι ο υπάλληλος που ξέρουνε. Από τη μέση και κάτω είμαι ο υπάλληλος που ξύνει τ’ αρχίδια του. Εσύ, πώς είσαι;»

Τον κοιτάω. Ξαφνικά, μετά από δέκα χρόνια, βλέπω πως ο Άρης είναι όμορφος. Ίσως επειδή πρώτη φορά τον έβλεπα με σώβρακο. Επιπλέον, θα πρέπει να είχε κάνει πρόσφατα μπάνιο γιατί μοσχομύριζε αρωματικό σαπούνι. Γαμημένη καραντίνα. Άνοιξε το παράθυρο ο εαυτός μου και βγήκε έξω. Στην αλάνα. Χωρίς να του δώσω  την άδεια. Χωρίς να με ρωτήσει. Βγήκε από μέσα μου το θηλυκό που δεν εγκλωβίζεται σε καραντίνες. Το ερωτικό θηλυκό. Αυτό που ακόμα και μέσα σ’ ένα σπίτι αισθάνεται ελεύθερο. Που, δεν πιάνεται πουθενά. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα είδε πάνω μου ο Άρης. Πάντως, είδα τα λεμόνια να πέφτουν από τα χέρια του, να κυλάνε στο πάτωμα και το μισόγυμνο αρωματισμένο σώμα του να με πλησιάζει. Με κοιτάει από πολύ κοντά. Ένοιωθα την ανάσα του. Μου χάιδεψε το πρόσωπο. Μου είπε:

«Είπα στην κοπέλα μου να πάρει άδεια να έρθει σπίτι μου να πηδηχτούμε και μου απάντησε πως δεν έχει χειρότερο από το να παίρνει άδεια για ένα πήδημα…»

«Εγώ, μπορώ να πηδηχτώ μαζί σου χωρίς άδεια», του λέω.

Του κατεβάζω το σώβρακο. Μου βγάζει τα ρούχα. Πηδιόμαστε στο παρκέ, με τα λεμόνια να μοσχοβολάνε κάπου πάνω από το κεφάλι μου. Τελειώνει γρήγορα.

«Συγγνώμη, έχω άγχος», μου λέει. «Καλή η τηλεργασία αλλά μας μειώσανε τα ποσοστά κέρδους. Έχω το δάνειο στην τράπεζα για το αυτοκίνητο. Δεν περνάω καλά. Είναι και η Καίτη, που θέλει να παντρευτούμε. Θα ξανάρθει στο σπίτι μου, είπε, μόνο αν είναι να της κάνω πρόταση γάμου. Για πήδημα δεν έρχεται».

Με κοιτάει.

«Θα έρχομαι εγώ», του λέω. «Όλο και κάνα λεμόνι θα μου λείπει μεσ’ στην καραντίνα και όλο θα βαριέμαι να πάρω άδεια, να βγαίνω στους δρόμους, για δυο λεμόνια. Γάμο, δεν θέλω».

Φεύγω.

 

Πεθύμησα την καραντίνα. Όλη εκείνη την ιδιαίτερη και ιδιόμορφη εποχή. Την εποχή της Καίτης που για να βγει από το σπίτι της ήθελε πρόταση γάμου. Την εποχή του Άρη που γαμούσε τις γειτόνισσες επειδή δεν του καθόταν η Καίτη. Πεθύμησα να χτυπάω την πόρτα του όμορφου γείτονά μου, αυτός να μου ανοίγει με το σώβρακο γιατί υπήρχε οικειότητα ανάμεσά μας, γνωριζόμασταν χρόνια, να με πηδάει στο πάτωμα, να τελειώνει γρήγορα από το άγχος των οικονομικών, και για μένα όλα αυτά να είναι σκηνές από την καθημερινότητά μου όπως τα γιουβαρλάκια που πλάθω, το μαρτίνι που πίνω ενδιάμεσα με χέρια γεμάτα κιμάδες, όπως η βραχνή φωνή της Τζόνι Μίτσελ που βάζω από το πρωί και ακούω.

Τέτοια καραντίνα πεθύμησα. Χωρίς να παίρνω άδεια για ένα πήδημα. Χωρίς να παίρνω άδεια για δυο λεμόνια που θα ζητήσω από τον γείτονα. Εγώ, και το σπίτι μου, Το μέσα μου. Το ανεγκλώβιστο. Που το χαρακτηρίζω ανεγκλώβιστο χωρίς να κοιτάω αν υπάρχει αυτή η λέξη στο λεξικό. Το ελεύθερο σπίτι μου. Ο εσωτερικός μου οίκος, αυτός που οσφραίνεται με ευχαρίστηση δυο φρέσκα λεμόνια και καυλώνει με το σώβρακο με τον Ποπάυ του γείτονα.

Δεν μάσησα στην καραντίνα. Μαγείρεψα. Διασκέδασα. Έγραψα. Φίλησα τον καθαρό λαιμό του γείτονα. Βγήκαν στην επιφάνεια οι παλιοί μου τρόποι, αυτούς που είχα ξεχάσει ή καταπιέσει μέσα μου, οι αυθόρμητοι, οι αγενείς πολλές φορές, οι προκλητικοί, οι δικοί μου τρόποι, αυτοί με τους οποίους επικοινωνώ με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Που έχουν το δικό μου δαχτυλικό αποτύπωμα, τη δική μου ίριδα ματιού. Λατρεύω κάπου – κάπου να έρχεται η στιγμή που κάποιες καταστάσεις θα με στριμώχνουν, όπως μια καραντίνα, και τότε να κάνει ένα μπραφ ο εαυτός μου και να ανασαίνει με τον τρόπο του. Το λατρεύω αυτό!

Δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρω άδεια για να βγω από μέσα μου και να ξεσαλώσω με την ησυχία μου. Η καραντίνα που ζήσαμε τότε, έγινε το σκηνικό μέσα στο οποίο έπαιξα τον ρόλο του εαυτού μου και η ψυχή μου το καταχάρηκε. Και πολύ ευχαρίστως μπορώ να περιμένω και μια επόμενη καραντίνα. Μάλιστα, θα είμαι πιο έτοιμη στην επόμενη. Γιατί θα το έχω ξαναζήσει. Θα είμαι πιο έμπειρη. Θα έχω κάνει την πρόβα μου.

Υπέροχες καραντίνες, στρωμένες με ροδοπέταλα… Μια χαρά είναι, γιατί όχι.  Αν το μέλλον αυτού του κόσμου μοιάζει με τα παρελθοντικά μας χάλια, με καμένα δάση και νεκρά ελάφια, με ερημοποίηση της ζωής και πνιγμένα παιδιά στη Μεσόγειο, τότε καλώς να έρθει στο μέλλον μια ακόμα καραντίνα αορίστου διάρκειας, με μαντρωμένους απαξάπαντες, μπας και σωθούν τουλάχιστον τα ελάφια στην Πάρνηθα.

Και κάτι ακόμα. Η Καίτη και ο Άρης δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο Άρης ξενοίκιασε το διαμέρισμα. Κάπου βρήκε φθηνότερα, είπε. Εδώ και μερικούς μήνες έχει μετακομίσει στο διαμέρισμα αυτό ένα ζευγάρι από τη Συρία. Έχουν ένα αγοράκι οκτώ ετών. Αυτό, επέζησε. Το μικρότερο πνίγηκε, όταν αναποδογύρισε η βάρκα του δουλέμπορα που τους έφερνε στην Ελλάδα.

 Καραντίνα. Υπέροχη. Γαλήνια. Τιμωρία για τους μωρούς. Κατάσταση Ζεν για τους «λοξούς» αυτού του κόσμου. 


                                  ------------------------------------------------


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, στο χειμωνιάτικο τεύχος του Δεκεμβρίου 2025, Νο 84. Το θέμα ήταν «Οι παλιοί τρόποι». Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή Ντίνο Σιώτη, δημιουργό του περιοδικού, για την τιμή που μου κάνει να συμπεριλαμβάνει διηγήματά μου στα (δε)κατα.